Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΑΝΘΟΥΔΙΔΗΣ - ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΓΕΝΕΡΑΛΙΣ

ΜΙΑ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
ΤΟΥ ΣΤ. ΞΑΝΘΟΥΔΙΔΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΜΜ. ΓΕΝΕΡΑΛΙ
ΚΑΙ ΕΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΙΚΩΝ ΤΟΥΣ ΧΡΟΝΩΝ

Του Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου

Το έτος 1882 γίνεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών διαγωνισμός για την υποτροφία του κληροδοτήματος Αντωνίου Παπαδάκη[1].  Στον διαγωνισμό, μεταξύ άλλων, μετέχουν ο δευτεροετής Εμμανουήλ Γενεράλις και ο πρωτοετής Στέφανος Ξανθου­δίδης. Αυτό το άγνωστο περιστατικό παρουσιάζεται εδώ, όπως μας το δίνει με τη γλαφυρή του πένα ο Εμμ. Γενεράλις. Είναι ένα μικρό απόσπασμα από την εκτενή ανέκδοτη αυτοβιο­γραφία[2] του, που ευγενικά έθεσε στη διάθεσή μου ο φίλος Σπύρος Μαρνιέρος, ακούραστος ερευνητής της ιστορίας του Γερακαρίου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής του Αμαρίου. Ακόμη παρουσιάζεται, για πρώτη φορά εδώ, επιστολή του Στεφ. Ξανθουδίδη προς τον Εμμ. Γενεράλι, αναφορικά με την προέλευση της ονομασίας της μονής Γουβερνέτου, που επίσης μου παραχώρησε ο κ. Σπ. Μαρνιέρος.
Εμμ. Γενεράλις
Η προσπάθεια παρουσίασης των παραπάνω ντοκουμέντων με υποχρέωσε να ανατρέξω στη ζωή και το έργο των δύο αυτών επιφανών Κρητολόγων, όπου με έκπληξη διαπίστωσα ότι η ομοιότητα της πορείας τους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε με δυσκολία απέφυγα τον πειρα­σμό να τιτλοφορήσω το παρόν άρθρο: «Γενεράλις-Ξανθουδίδης: Βίοι παράλληλοι». Σχεδόν σύγχρονοι Γενεράλις και Ξανθουδίδης γεννήθηκαν στην Κρήτη[3] από πατέρες αγωνιστές των Κρητικών επαναστάσεων[4]. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθαν στα χωριά τους[5] και στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα όπου έκαναν τις γυμνασιακές τους σπουδές. Με διαφορά ενός χρόνου εγγράφονται στο φιλολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά το πέρας των σπουδών τους επιστρέφουν στην Κρήτη, όπου διδάσκουν ως καθηγητές φιλόλογοι[6]. Κατά την περίοδο αυτή εκλέγονται και οι δύο Γενικοί Γραμματείς των Φιλεκπαιδευτικών Συλλόγων, ο μεν Γενεράλις του Ρεθύμνου ο δε Ξανθουδίδης του Ηρακλείου. Στην περίοδο της Κρητικής Πολιτείας καταλαμβάνουν υψη­λές κρατικές θέσεις. 
Στεφ. Ξανθουδίδης
Ο Γενεράλις Γενικός Επιθεωρητής της Παιδείας (1910-1911) και ο Ξανθουδίδης Έφορος Αρχαιοτήτων Χανίων (1899-1915), με έδρα το Ηράκλειο. Πολυγραφότατοι και οι δύο έχουν στο ενεργητικό τους αυτοτελή βιβλία αλλά κυρίως εκατοντάδες δημοσιευμάτων σε εφημερίδες και περιοδικά[7]. Διατέλεσαν συντάκτες των δύο σπουδαιότε­ρων Ελληνικών εγκυκλοπαιδειών της εποχής, όπου διαπραγματεύτηκαν αμιγώς κρητικά θέματα. Ο Γενεράλις συνέγραψε περί τα 1000 λήμματα στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαί­δεια, ο δε Ξανθουδίδης μέχρι το θάνατό του (19-9-1928) είχε προλάβει να συγγράψει 106 λήμματα στο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη.
Ενώ αυτοί ήταν, σε συντομία, οι παράλληλοι βίοι των δύο σοφών ανδρών, η μετά θάνα­τον αναγνώριση δεν ήταν καθόλου όμοια. Ο Ξανθουδίδης έτυχε της αναγνώρισης που άξιζε τόσο από τη γενέτειρά του, όσο και από τον επιστημονικό κόσμο, ενώ με τον Γενεράλι ουδείς ασχολήθηκε από του θανάτου του (1943) μέχρι σήμερα[8].
Θεωρώ ότι είναι πλέον καιρός να βγει ο Γενεράλις από τη λήθη και να καταλάβει τη θέση που του αξίζει στο Κρητικόν Πάνθεον.
Ἐπρόκειτο τό ἔτος ἐκεῖνο νά δοθῇ ἡ ὑποτροφία τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Ἀ. ΙΊαπαδάκι εἰς τό φιλολογικόν τμῆμα τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς. Ὑπέβαλον καί ἐγώ αἴτησιν νά μετάσχω τοῦ διαγωνισμοῦ. Οἱ ὑποψήφιοι ὅμως ἦσαν πολλοί καί ἐφοβούμην τά μέσα. Μολονότι ὅμως ἦσαν πολλοί δύο κυρίως, ἦσαν περί τῶν ὁποίων ὑπῆρχεν ἡ γνώμη ὅτι ὑπερεῖχον: ἐγώ καί ὁ μακαρίτης Νικ. Γραμματικάκης, ἐκ Φουρνῆς Μεραμβέλλου ἀποθανών Γυμνασιάρχης ἐν Νεαπόλει Λασιθίου, ἀμφότεροι δευτεροετεῖς. Τρίτος ὑποψήφιος παρέχων πολλάς, ἐλπί­δας ἐπιτυχίας ἦτο ὁ πρωτοετής Στέφανος Ξανθουδίδης, ὁ ἐπιφανής γενόμενος ὡς ἀρχαιο­λόγος καί μεσαιωνοδίφης, ἐξ Ἀβδοῦ τῆς Πεδιάδος, υἱός τοῦ Καπετάν Ἀντώνη τοῦ Ζωγρά­φου. Τότε ἐπενέβη ὁ Ἀντωνιάδης[9] μεταξύ ἐμοῦ καί τοῦ Γραμματικάκη. Ἐνομιζόμεθα ἀμφότεροι ἱκανῶς προπαρασκευασμένοι, διά νά διεκδικήσωμεν τό γέρας τοῦ κλητοδοτήματος, ἀλλ’ ἑκάτερος ἐφοβεῖτο τόν ἕτερον. Διά τῆς ἐπεμβάσεως λοιπόν τοῦ Ἀντωνιάδου συνεφωνήσαμεν εἰς δύο ἴσα τάς ἐνενήκοντα δραχμάς τοῦ κληροδοτήματος ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπιτυ­χίας. Ἰσχυρίζετο δέ ὁ Ἀντωνιάδης ὅτι εἴχομεν καί παρά τῶν γονέων κάτι τι, ὁ Γραμματικά­κης μάλιστα καί ἄνευ τοῦ κληροδοτήματος ἠδύνατο καλῶς νά συντηρῆται, ἅτε εὐπορωτέρου, ἤ ἐγώ πατρός υἱός, ἐγώ δέ εἶχον συνηθίσει καί εἰς τά ξένα μαθήματα ὡς προγυμναστής. Ἡ συμφωνία μας ἐτηρήθη ἐντιμότατα. Μόνον κατά τόν χρόνον τῆς παρασκευῆς διά τάς διδα­κτορικάς ἐξετάσεις, ἐπειδή ἐγώ ἤμην διωρισμένος καθηγητής ἐν Ρεθύμνῃ δέν ἐτηρήθη ἡ συμφωνία.
Ἐγένετο ὁ διαγωνισμός, οὗ μετέσχε μόνον ὁ Ξανθουδίδης, ἀποσυρθέντων τῶν ἄλλων, ἐπέτυχε δέ ὁ Γραμματικάκης. Συνέβη δέ καί κάτι τι παράξενον, ὅπερ ἔμεινε δι’ ἐμέ ἀνεξήγητον αἴνιγμα μέχρι σήμερον. Τήν ἐπιοῦσαν δηλαδή την μεθεπομένην τοῦ διαγωνισμοῦ ἐδημοσιεύθη εἰς τήν "Παλιγγενεσίαν", ἐφημερίδα ἀξιολογωτάτην τῶν χρόνων ἐκείνων, ὅτι κατά τόν γενόμενον διαγωνισμόν διά τό κληροδότημα τοῦ Παπαδάκι  ἐπέτυχον εγώ. Ὡς ἦτο φυ­σικόν ἐχάρην καί ἐκέρασα καί πολλούς Κρῆτας φίλους, οἱ ὁποῖοι συνεκεντρούμεθα εἰς τό καφενεῖον Ἐμμανουήλ Βλαστοῦ (ἤ Νεωνάκι) ἐκ Σμηλέ Ἀμαρίου παρά τήν σχολήν Καραμάνου, ὅπου ἦσαν καί τά γραφεῖα τῆς "Παλιγγενεσίας". Ἐπικράθη δέ ὁ μακαρίτης Γραμματικάκης καί συγχαίρων μοι τυπικώς, ἐδήλου ὅτι δέν ἔχει ἀξιώσεις νά τηρηθῇ ἡ γενομένη συμ­φωνία. Τήν ἑπομένην ὅμως ἐδημοσιεύθη εἰς τό πινάκιον τοῦ Πανεπιστημίου τό ἀποτέλε­σμα τοῦ διαγωνισμοῦ καθ’ ὅ ἐφέρετο ἐπιτυχών ὁ Γραμματικάκις. Ἐζεματίσθην ἐγώ τότε ἰδίως διά τό δημοσίευμα τῆς "Παλιγγενεσίας", ἀλλά δέν ἔκαμα τήν δήλωσιν, ἥν πρότερον ὁ Γραμματικάκις, ὅστις γενναιοφρόνως ὡς νικητής δέν ἠθέτησεν τήν συμφωνίαν. Ἐγώ ὑπό βαθείας λύπης συνεχόμενος μετέβην εἰς τήν Πρυτανείαν καί ἐζήτησα ἐξηγή­σεις, κρίνων ὅτι ἡ ἐφημερίς, ἥτις ἐδημοσίευσεν ὅτι ἐγώ ἐπέτυχον θά ἔλαβε τάς πληροφορίας ὑπό τοῦ Πανεπιστημίου. Ἠρνήθη ὅμως τοῦτο, ὅτι ἔδωκε τοιαύτας καί δή οὐχί ἀληθεῖς. Ἐκάλεσεν ὅμως ἡ Κοσμητεία καί τούς τρεῖς διαγωνισθέντας καί ἐπισήμως διά τοῦ Κόντου[10] ἐδήλωσεν εἰς ἡμᾶς ὅτι ἡ Φιλοσοφική Σχολή λυπεῖται, διότι δέν ἔχει τρεῖς ὑποτροφίας, διά νά βράβευσῃ καί τούς τρεῖς. Ἡ ἐπιτυχία ἦτο τοιαύτη ὥστε δυσχερῶς ἐκρίνετο ἡ διαφορά ἐπί τῶν γραπτῶν, εἰς τά ὁποῖα κατά τάς διατάξεις τοῦ διαγωνισμοῦ περιωρίζετο ἡ ἐξέτασις. Ἡ βαθμολογία ὡρίζετο 100/100 ὁ Γραμματικάκις, 99/100 ὁ Γενεράλις καί 97/100 ὁ Ξανθουδί­δης. Ὥστε ἀκριβῶς καί δικαιότερον ἴσως ἔπρεπε νά δοθῇ τό γέρας εἰς τόν Ξανθουδίδην, ὄντα πρωτοετῆ καί μόλις ἐγγραφέντα. Διετελέσαμεν δέ οἱ τρεῖς φίλοι καί κατά τόν χρόνον τῶν πανεπιστημιακῶν σπουδῶν καί ὕστερον ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ διδακτικοῦ μας ἔργου, γε­νομένῃ ἐν Κρήτῃ.

Ἡράκλειον 15 Σεπτεμβρίου 1925
Ἀγαπητέ φίλε κ. Γενεράλι,
Τελείως βέβαιον εἶναι ὅτι Γδερνέτο ἤ Γδερνέτω εἶναι ἡ ἀληθής ἐπίκλησις τῆς Μονῆς τῆς Κυρίας τῶν Ἀγγέλων ἐν Ἀκρωτηρίῳ, ἥτις σήμερον καί παλαιότερον ἀκούεται Γουβερνέτο, διότι δῆθεν οὖσα ἡ παλαιοτέρα ἐκυβέρνα τάς ἄλλας μονάς τῆς νήσου.
Εἶναι περίπου 30 χρόνια ποῦ πρώτην φοράν εἰς ἔγγραφα τῆς Ἁγίας Τριάδος τῶν Τζαγκαρόλων ἀνέγνωσα κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τόν κώδικα ἤ ἔγγραφα τῆς μονῆς τήν ἐπωνυμίαν Γδερνέτου καί ὑπέθεσα τότε ὅτι ἐξ ἀντιζηλίας καί σαρκάζοντες οἱ καλόγηροι τῆς Ἁγ. Τριά­δος παρέφθειρον τό Γουβερνέτου εἰς Γδερνέτου. Ἀλλά εἰς τάς κατόπιν μελέτας καί ἔρευνας μου εὕρηκα τήν ἐπίκλησιν Γδερνέτου πολλαχοῦ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι καί εἰς τά ἔγγραφα τῆς Γωνιᾶς τό εἶδα πρό ἐτῶν, ὡς βεβαιοῖ τώρα καί ὁ φίλος σας Ἡγούμενος, καί προχείρως σᾶς παραπέμπω εἰς τήν διαθήκην τοῦ ποτέ Μητροπολίτου Κρήτης Νικηφόρου Σκωτάκι (κατά τό 1684) ὅπου τετράκις ἀναφέρεται:
"τό Γδερνέτο" (Χριστ: Κρήτη Α' σελ. 512).
"εἰς τόο Γδερνέτο" σελ. 514.
"στήν Κυρία τοῦ Γδερνέτου στό τερριτόριο τῶν Χανιῶνε" σελ. 516.
"στό ἄνωθεν Μοναστήρι στήν Κυρία τοῦ Γδερνέρτου" σελ. 516, ἰδ. σημ. ι, σελ.521.
Εἰς τήν Creta Sacra 1225 ἀναγράφεται "Monasterium Sancti Iohannis Eremitae de goemeto".Ἴσως εἶναι ἐσφαλμένη ἡ γραφή ἀντί gdemeto, διότι ἄν ἦτο govemeto δέν θά ἐφθείρετο ἀφοῦ θά ἦτο φραγκική λέξις τό govemeto.
Εἰς παλαιότερα ἔγγραφα δηλ. ἐπί τῆς Ἑνετοκρατίας δέν εὕρηκα, ἤ δέν ἐνθυμοῦμαι τήν ἐπίκλησιν τῆς μονῆς.
Πῶς ὅμως τό Γδερνέτο ἤ Γδερνέτω (ὄνομα πάντως οἰκογενειακόν ὁ Γδερνέτος, ἤ τοπωνυμικόν στό Γδερνέτο) νά γίνῃ Γουβερνέτο;
Πρῶτος λόγος πιστεύω εἶναι διά νά ἀποφύγωσι τό κακέμφατον τῆς λέξεως, ἔπειτα ἤθελον διά τῆς μεταβολῆς νά ὑπονοήσωσιν ἰδιότητα τῆς Παναγίας ὅτι κυβερνᾶ τούς πιστούς καί βοηθεῖ. Διά τοῦτο ἔχομεν καί Παναγίαν Γουβερνιώτισσαν εἰς παρά τό χωρίον Ποτα­μιές τῆς ἐπαρχίας Πεδιάδος μετόχιον τοῦ Παναγίου Τάφου.
Αὐτά, φίλε μου, εἶχα νά σᾶς εἴπω.
Μέ πολλήν ἀγάπην
Στέφ. Ξανθουδίδης

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Κρητολογικά Γράμματα, τχ. 5/6 (1992)





[1] Κρητικός πατριώτης με μεγάλη περιουσία, την οποία όταν πέθανε (1878) άφησε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
[2] Μια πρώτη παρουσίασή της έκανε ο Σπ. Μαρνιέρος στην εφημερίδα Κρητική Επιθεώρηση του Ρέθυμνου φ. 13551/3-6-92, όπου σημειώνει ότι έχει έκταση 878 χειρόγραφων σελίδων.
[3] Ο Γενεράλις γεννήθηκε το 1860 στο Γερακάρι Αμαρίου και ο Ξανθουδίδης το 1864 στο Αβδού Πεδιάδος.
[4] Πατέρας του Γενεράλι ήταν ο παπα-Γιώργης Γενεράλις, αρχηγός του δυτικού Αμαρίου την περίοδο 1841- 1858. Πατέρας του Ξανθουδίδη ήταν ο Αντώνιος Ζωγράφος, αρχηγός της επαρχίας Πεδιάδος κατά την επανάστα­ση του 1866.
[5] Ο καθηγητής κ. Θεοχ. Δετοράκης υποστηρίζει ότι ο Ξανθουδίδης πραγματοποίησε το σύνολο των εγκυκλίων σπουδών του στην Αθήνα. Βλ. Θεοχ. Δετοράκη, Στέφανος Ξανθουδίδης: Βιογραφικά-Βιβλιογραφικά, Κρητολογία, τ. VI, σ. 109.
[6]  Ο Γενεράλις στο Ρέθυμνο και ο Ξανθουδίδης στη Νεάπολη Λασιθίου και αργότερα στο Ηράκλειο.
[7]  Πλήρη κατάλογο των δημοσιευμάτων του Ξανθουδίδη έχει δημοσιεύσει ο Θεοχ. Δετοράκης, ό.π., σ. 166-178. Κατάλογος των δημοσιευμάτων του Γενεράλι συντάσσεται τώρα από τον Σπ. Μαρνιέρο και τον υπογράφόντα το παρόν άρθρο..
[8] Φωτεινή εξαίρεση ο συμπατριώτης του Σπ. Μαρνιέρος που κυριολεκτικά πασχίζει να τον αποκαταστήσει. Πρόσφατα πληροφορήθηκα ότι ο Δήμος Ρεθύμνης αποφάσισε να δώσει τ' όνομά του σε δρόμο της πόλης.
[9]  Πρόκειται για τον ποιητή Αντώνιο Ι. Αντωνιάδη.
[10] Πρόκειται για τον Κων/νο Κόντο, διαπρεπή ελληνιστή και καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
[11] Η επιστολή προκλήθηκε από τον Γενεράλι, που προκειμένου να συγγράψει το λήμμα "Μονή Γουβερνέτου" στη Μ.Ε.Ε. ζήτησε την άποψη του Ξανθουδίδη

ΔΩΡΕA EKKEKAKH ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘHΚΗ ΡΕΘYΜΝΗΣ

ΔωρεA ενoς ανεκτίμητου Θησαυροy
στη ΔημOσια Βιβλιοθhκη Ρεθyμνης

Προ ημερών, μέσω ενός ευχαριστηρίου, κυκλοφόρησε η είδηση της δωρεάς της Βιβλιοθήκης Γ. Π. Εκκεκάκη στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Ρεθύμνου. Ο αντίκτυπος και η προβολή της είδησης ήταν αντιστρόφως ανάλογη με το μέγεθος της δωρεάς.

Ο Γ.Π. Εκκεκάκης για πάνω από μισό αιώνα συλλέγει ακατάπαυστα κάθε έντυπο ή χειρόγραφο, με μοναδικό κριτήριο επιλογής να είναι κρητολογικού ενδιαφέροντος. Αυτή η συνεχής του δραστηριότητα και η αναζήτησή του σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης κάθε τεκμηρίου σχετικού με την Κρήτη, είχε ως αποτέλεσμα σήμερα να έχει καταρτίσει την πλουσιότερη και πληρέστερη κρητολογική βιβλιοθήκη όχι μόνο σε τοπικό, αλλά σε πανελλήνιο και ίσως παγκόσμιο επίπεδο. Ανάλωσε μια ολόκληρη περιουσία για την απόκτηση μοναδικών τεκμηρίων, που ουδείς άλλος ιδιώτης συλλέκτης κατέχει. 
Κάθε κομμάτι της συλλογής έχει την ιστορία του που μόνο ο ίδιος ο συλλέκτης γνωρίζει. Περιέχει την αγωνία και τον αγώνα του όχι τόσο να περιέλθει στην κατοχή του όσο να έλθει στον τόπο όπου δικαιωματικά είναι η θέση του. 
Ποτέ ο Εκκεκάκης δεν είχε τη συμπεριφορά του μέσου και συνηθισμένου συλλέκτη, που κρατάει τη συλλογή του ζηλότυπα μόνο για τον εαυτό του. Πάντα όλα του τα αποκτήματα ήταν στη διάθεση κάθε μελετητή, να τα δει και να αντλήσει τις πληροφορίες που ήθελε. Αλλά και η απόφασή του να δωρήσει όλη του τη συλλογή δεν ήταν απόφαση ενός συνηθισμένου ανθρώπου. Θέλει μεγάλη γενναιότητα να αποφασίσεις να αποχωριστείς, χωρίς ανταλλάγματα, ένα έργο ζωής που με πολλή προσπάθεια και πολλά χρήματα δημιούργησες.
Η Βιβλιοθήκη του Ρεθύμνου, στην οποία περιέρχεται η συλλογή, αποκτά πλέον άλλη υπόσταση και άλλο περιεχόμενο. Πέρα από το γεγονός ότι εμπλουτίζονται οι συλλογές της με περίπου 20000 νέα τεκμήρια γίνεται πλέον βιβλιοθήκη αναφοράς για τα κρητολογικά θέματα. Είναι ευτυχής συγκυρία που εντός ολίγου περατώνεται το νέο κτίριο της Βιβλιοθήκης και η συλλογή θα βρει μια φιλόξενη στέγη σε περιβαλλοντικές συνθήκες ασφάλειας και προστασίας. Η διοίκηση και το προσωπικό της Βιβλιοθήκης θα πρέπει να αγκαλιάσουν τη συλλογή με αγάπη και σεβασμό, εκτιμώντας το γεγονός ότι ο δωρητής διάλεξε τη δική τους βιβλιοθήκη για να καταθέσει τους καρπούς προσπαθειών μισού και πλέον αιώνα. Παρά το γεγονός ότι η Βιβλιοθήκη αντιμετωπίζει μεγάλη έλλειψη προσωπικού και μάλιστα εξειδικευμένου, θα πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια ώστε να καταρτιστεί, όσο το δυνατόν συντομότερα, πλήρης ηλεκτρονικός κατάλογος για τη “ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΚΚΕΚΑΚΗ” και μάλιστα προσβάσιμος από το διαδίκτυο. Οι φορείς τόπου (Περιφέρεια, Δήμος, Πανεπιστήμιο) θα πρέπει να βοηθήσουν με την παροδική έστω διάθεση κάποιων υπαλλήλων, που θα εκπαιδευτούν κατάλληλα από τη Βιβλιοθήκη, ώστε να περατωθεί αυτό το μεγάλο έργο σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Γιάννης Ζ. Παπιομύτονλου

Υ.Γ. Σε πρόσφατο δημοσίευμά του ο Γ.Π.Ε. Μιλάει για “άδοξο τέλος”. Θα μου επιτρέψει να διαφωνήσω τόσο με το επίθετο άδοξο όσο και με το ουσιαστικό τέλος. Δεν υπάρχει άδοξο τέλος σε μια προσπάθεια και σε ένα δημιούργημα, το οποίο θα συνεχίσει να είναι ζωντανό και χρήσιμο τόσο στο εγγύς όσο και στο απώτερο μέλλον.

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ρέθεμνος της 28 Ιουνίου 2014)


Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

ΔΥΟ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΑΡΙΝΑΚΗ

ΔΥΟ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ
ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΑΡΙΝΑΚΗ

Του Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου

Στή Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνης φυλάσσονται δύο ἐπιστολές τοῦ Γαβριήλ Μαρινάκη[1], τοῦ ἡρωϊκοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Ἀρκαδίου κατά τήν ἐπανάστάση τοῦ 1866. Οἱ ἐπιστολές καί κυρίως ἡ πρώτη δέν ἔχουν, κατά τή γνώμη μου, ἰδιαίτερη ἱστορική ἀξία, ὅμως ἔκρινα ὅτι εἶναι δημοσιεύσιμες καί μόνο γιά τό γεγονός ὅτι φέρουν τήν ὑπογραφή τοῦ Γαβριήλ[2].
Ἡ πρώτη ἀνήκει στό ἀρχεῖο Δ. Καλομενόπουλου[3] μέ οἰκονομικῆς φύσεως περιεχόμενο. Ἡ δεύτερη προέρχεται ἀπό τό αρχεῖο τοῦ Ρωσικοῦ Ὑποπρο­ξενείου Ρεθύμνης, ἀπευθύνεται στόν Ὑποπρόξενο Γ. Σκουλούδη[4] καί ἀναφέρεται σέ μιά ἐπιδρομή τῶν Τούρκων στό μοναστήρι Βένι[5].
Διατηρεῖται ἡ σύνταξη καί ἡ ὀρθογραφία τῶν ἐπιστολῶν.

ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

(Ι)
Πρός τόν Κύριον
Δημήτριον Καλομαινόπουλον
Εἰς Ρέθυμνον

Κύριε Δημήτριε ἐκ ψυχῆς Σέ εὔχομαι.
Πρῶτον ἐρωτῶ περί τῆς ὑγίας Σας. Δεύτερον Σᾶς παρακαλῶ νά ἐγχειρήσητε εἰς τόν ἐπιφέροντα τό ἡμέτερον Γληκέριον[6] μοναχόν τάς δύο χιλιάδας Ἀρ. 2.000 τά χρήματα περί τῶν ὁποίων Σᾶς εἶχα εἰπεῖ. καί ὅταν ἔλθω εἰς τό Ρέθυμνον θέλω Σᾶς κάμει τό χρεωστικόν.
Ταῦτα και μαίνω ὑπόχρεος.
Tῇ 15 8βρίου 1859
Ἐν Movῇ Ἀρκαδίου
Καθηγούμενος Γαβριήλ

Νοεμβρίου 13 ἔλαβα ἕτερα γρόσια πεντακόσια Ἀρ. 500 καί ὑποφένωμε
Καθηγούμενος Γαβριήλ

Νοεμβρ. 25 (λ. δυσανάγνωστη) κατά διαταγήν μου ἐμέτρισεν εἰς (λ. δυσα­νάγνωστη) γουργουθιανώ Γρ. 1000 καί εἰς Κ. Σαριδάκη Γρ. 622 καί ὑποφένωμε
Καθηγούμενος Γαβριήλ


(ΙΙ)
Ἐν Μονῇ Ἀρκαδίου
+ Ἀξιότιμε κύριε Γεώργιε Σκουλούδη ἐκ ψυχῆς Σέ εὔχομαι.
Ἀφοῦ πρῶτον ἐροτήσω περί τῆς μυριοποθήτου μοι υγείας Σας δηλοποιῶ ὅτι καί ἡμείς χάριτι θείᾳ καλῶς ἔχωμεν. Ἀκολούθως Σᾶς λέγω ὡς χριστιανός ὀρθόδοξος καί προξενικός πράκτωρ τοῦ τρισεβάστου ὀρθοδόξου Αὐτοκράτορος Ἀλεξάνδρου, κρίνω χρέος μου νά Σᾶς γράψω τά συμβάντα τοῦ ἱεροῦ Μονα­στηριοῦ Βένι. Κατά τήν 28 Ἰουλίου ὁ Μοτίρ ἀλή ἐφένδης τοῦ Ἁγ. Βασιλείου συνοδευόμενος ὑπό στρατιωτῶν καί ἰδιωτῶν ὠθομανῶν ἐπολιόρκησεν διά νυκτός τό μνησθέν Μοναστήριον. Ἑπομένως εἰσῆλθον εἰς τά δομάτια καί ἀνακάτοσαν ὅλα τά πράγματα τῶν καλογέρων, εἰσῆλθον εἰς τήν ἐκκλησίαν καί ἅναψαν λαμπάδας καί ἀνακάτωσαν τά ἱερά ὅλα τῆς ἐκκλησίας.
Ταῦτα παρακαλῶ κοινοποιήσατε ὅπου ἀνήκει ἵνα ἐπέλθῃ ἡ θεραπία, καί οὕτω ὑγίενε ἐν Κυρίῳ.
Τῇ 9 Αύγούστου 1861
Ὁ εὐχέτης Σας Καθηγούμενος Γαβριήλ
Ἡ δεύτερη ἐπιστολή


(Δημοσιεύθηκε στο περ. Νέα Χριστιανική Κρήτη, τχ. 3/1990)





[1] Γιά τήν προσωπικότητα τοῦ Ἡγουμένου Γαβριήλ βλ. Τιμοθέου Μ. Βενέρη, Τό Ἀρκάδι διά τῶν Αἰώνων, σ. 146 κ.ἑ.
[2] Οἱ μόνες γνωστές ἐπιστολές μέ τήν ὑπογραφή τοῦ Ἡγουμένου Γαβριήλ εἶναι οἱ δημοσιευμένες ἀπό τόν Τιμόθεο Βενέρη, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 247 καί 250, μέ τίς ὁποῖες ζητεῖται ἀπό τούς ὑπερασπιστές τοῦ Μοναστηριοῦ ἡ βοήθεια τοῦ Πάνου Κορωναίου.
[3] Γιά τόν Δημήτριο Γ. Καλομενόπουλο βλ. ἐφημ. «Ἀρκάδιον», φ. 4/20-10-1884.
[4] Γιά τόν Γεώργιο Σκουλούδη βλ. Τιμοθέου Μ. Βενέρη ἔνθ. ἀνωτ., σ. 207.
[5] Μετόχι τῆς Μονῆς Ἀρκαδίου.
[6] Πρόκειται πιθανότατα γιά τόν μοναχό Γλυκέριο Γουλιελμάκη, πού διασώθηκε ἀπό τήν καταστροφή τοῦ Ἀρκαδίου καί στήν ἀφήγηση τοῦ ὁποίου στήριξε μεγάλο μέρος τοῦ βιβλίου του ὁ Τιμόθεος Βενέρης.

Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

ΔΗΜΟΣΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΡΕΘΥΜΝΗΣ

Του Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου
Δ/ντή της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Ρεθύμνου

            Το Ρέθυμνο έχει μια παράδοση στα γράμματα η οποία διασώζεται μέχρι σήμερα με τη φράση "οι Ρεθεμνιώτες για τα γράμματα" ή με το προσωνύμιο "πόλη των γραμμάτων". Η παράδοση αυτή βρίσκει την αιτιολογική της βάση στην περίοδο της Βενετοκρατίας, οπότε, πράγματι, υπήρξε στο Ρέθυμνο μεγάλη άνθιση στα γράμματα και τις τέχνες.
            Σ' αυτήν την περίοδο ανάγονται και οι πρώτες πληροφορίες για ύπαρξη βιβλιοθηκών στο Ρέθυμνο, έστω και ιδιωτικών. Πρόκειται για τις βιβλιοθήκες του Ρεθυμνίων λογίων της Αναγέννησης, Αντώνιου Καλλέργη (1521-1555) και Φραγκίσκου Μπαρότση (1537-1604). Η βιβλιοθήκη του δευτέρου, εκτός από τα πρώτα δείγματα της τυπογραφίας, περιλάμβανε και μια από τις πλουσιότερες συλλογές χειρογράφων κωδίκων, μέρος των οποίων φυλάσσεται σήμερα στη Μποντλειανή Βιβλιοθήκη της Οξφόρδης.
            Κατά την ίδια περίοδο φαίνεται πως και το μοναστήρι του Αρκαδιού διέθετε πλούσια βιβλιοθήκη, αν κρίνουμε από τα υπολείμματά της που αναφέρει ο Γερμανός περιηγητής F.W. Sieber που επισκέφθηκε το νησί το 1817. Ο ίδιος περιηγητής μας πληροφορεί ότι ο Ιωάννης Λαζαρόπουλος ο μετέπειτα Επισκοπος Ρεθύμνης Ιωαννίκιος (1826-1838) "είχε μια βιβλιοθήκη από μερικές εκατοντάδες των πιο εκλεκτών έργων".
            Η πρώτη σοβαρή προσπάθεια για τη δημιουργία και λειτουργία βιβλιοθήκης όπως την εννοούμε σήμερα, έγινε από τον Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο Ρεθύμνης, που ιδρύθηκε το 1887 και διέγραψε μια υπερτριακονταετή τροχιά με σημαντική κοινωφελή δράση, ιδιαίτερα στους τομείς της εκπαίδευσης και του πολιτισμού γενικότερα. Η Βιβλιοθήκη του Φ.Σ.Ρ. αριθμούσε περίπου 3000 τόμους στους οποίους περιλαμβανόταν μέρος της βιβλιοθήκης του επισκόπου Ιωαννικίου, που προαναφέραμε, καθώς και περίπου 700 τόμοι που δώρισε στην "Κοινότητα της Πόλεως Ρεθύμνης" ο Ρεθυμνιώτης ευπατρίδης Εμμανουήλ Βυβιλάκης. Μετά τη διάλυση του Φ.Σ.Ρ., κάπου μέσα στη δεκαετία 1910-1920, τα βιβλία περιήλθαν στην κυριότητα της Βιβλιοθήκης του Δήμου Ρεθύμνης, η οποία στην πράξη ουδέποτε λειτούργησε, αφού τα βιβλία παρέμειναν αποθηκευμένα μέχρι το 1946, οπότε ιδρύθηκε η Πνευματική Εστία Ρεθύμνης.
Το πρώτο Δ.Σ. της Πνευματικής Εστίας. Από αριστερά
καθήμενοι:  Εμμ. Φραγκεδάκης, Πολύβιος Τσάκωνας, Βασ.
Καλαϊτζάκης, Ιωάν. Δαλέντζας. Ὀρθιοι: Γ. Τσουδερός, Κ. 
Αντωνάκης, Δ. Δαφέρμος, Κ. Καλοκύρης, Ε. Δρανδάκης.

            Το σωματείο αυτό συστάθηκε με αποκλειστικό σκοπό τη δημιουργία βιβλιοθήκης στο Ρέθυμνο. Ιδρυτές και μέλη του πρώτου Δ.Σ. ήταν οι: Πολύβιος Τσάκωνας δικηγόρος (Πρόεδρος), Κώστας Αντωνάκης δικηγόρος, Ιωάννης Δαλέντζας λογοτέχνης, Δημητριος Δαφέρμος καθηγητής, Ευάγγελος Δρανδάκης δικηγόρος, Νικ. Β. Δρανδάκης καθηγητής, Βασίλειος Καλαϊτζάκης εκδότης εφημερίδας, Κώστας Καλοκύρης καθηγητής, Γεώργιος Τσουδερός γιατρός και Εμμανουήλ Φραγκιαδάκης γιατρός. Σήμερα βρίσκονται στη ζωή μόνο οι Ν.Β. Δρανδάκης και Κ. Καλοκύρης και οι δύο ομότιμοι καθηγητές πανεπιστημίου.
            Τα βιβλία της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, δηλαδή του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου, όσα διασώζονταν μετά από την πολυετή αποθήκευση, αποτέλεσαν τον πυρήνα της βιβλιοθήκης της Πνευματικής Εστίας. Η βιβλιοθήκη στεγάστηκε σ' ένα δωμάτιο του ερειπωμένου κτιρίου του παλαιού παρθεναγωγείου, που επισκευάστηκε για το σκοπό αυτό, δηλαδή στο ίδιο κτίριο που στεγάζεται μέχρι σήμερα η Βιβλιοθήκη του Ρεθύμνου. Παράλληλα έγιναν εκκλήσεις από τον τοπικό Τύπο για προσφορά βιβλίων και στάλθηκαν δεκάδες επιστολές σε ιδιώτες και οργανισμούς. Η ανταπόκριση του κοινού υπήρξε συγκινητική και είχε σαν αποτέλεσμα να αρχίσει η λειτουργία της βιβλιοθήκης με έναν ικανοποιητικό αριθμό βιβλίων. Επειδή η Πνευματική Εστία δεν είχε τις απαιτούμενες οικονομικές δυνατότητες να συντηρήσει τη βιβλιοθήκη, άρχισαν προσπάθειες για να αναλάβει το κράτος το βάρος των δαπανών λειτουργίας. Οι προσπάθειες αυτές καρποφόρησαν το 1953, οπότε έγινε Δημόσια και πέρασε στην ευθύνη του Υπουργείου Παιδείας.
            Από το 1953 μέχρι το 1966 η Δημόσια Βιβλιοθήκη  του Ρεθύμνου λειτούργησε με έναν μόνο υπάλληλο, τον Μάρκο Γιουμπάκη, που κυριολεκτικά αφιέρωσε τη ζωή του στην πρόοδο και την ανάπτυξή της, επί τριάντα συνεχή χρόνια μέχρι τον πρόωρο θάνατό του, κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες.
            Το 1972 ορίστηκε ως Κεντρική και εξοπλίστηκε με δύο βιβλιοαυτοκίνητα (κινητές βιβλιοθήκες), τα οποία επί 22 και πλέον χρόνια έφεραν το βιβλίο ακόμη και στα πιο απόμακρα και απομονωμένα χωριά της Κρήτης. Δυστυχώς πρόσφατα αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία λόγω παλαιότητας, αλλά ελπίζουμε ότι σύντομα θα αντικατασταθούν με νέα, προκειμένου να συνεχίσουν την τόσο σημαντική δραστηριότητά τους.
            Από το 1972 μέχρι σήμερα η ανάπτυξη της βιβλιοθήκης υπήρξε εντυπωσιακή. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι συλλογές της που τότε μόλις έφταναν τις 20.000 τόμους, σήμερα φτάνουν τις 95.000, στις οποίες πρέπει να προστεθούν περί τους 10.000 τόμους περιοδικών, καθώς και ένα πλούσιο αρχείο τοπικών και αθηναϊκών εφημερίδων. Εξυπηρετεί κάθε χρόνο περίπου 30.000 χρήστες, ενώ το δανειστικό της τμήμα, που αριθμεί 3.000 ενεργά μέλη, πραγματοποιεί περί τους 15.000 δανεισμούς το χρόνο. Ως γενική βιβλιοθήκη απευθύνεται στο σύνολο του πληθυσμού, άλλωστε αυτό φαίνεται και από τη σύνθεση του κοινού που την χρησιμοποιεί, η οποία σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία που τηρεί η βιβλιοθήκη είναι η εξής: Μαθητές όλων των βαθμίδων 40%, φοιτητές 15% και ιδιώτες 45%.
            Πριν από μερικά χρόνια άρχισε η σταδιακή μηχανοργάνωση της βιβλιοθήκης και σήμερα διαθέτει πολυχρηστικό σύστημα με οχτώ θέσεις εργασίας, ενώ έχουν αυτοματοποιηθεί βασικές λειτουργίες της όπως ο κατάλογος και ο δανεισμός.
            Ανασταλτικό στοιχείο στην παραπέρα εξέλιξη της βιβλιοθήκης είναι η έλλειψη κατάλληλης στέγης. Το κτίριο που τη στεγάζει είναι ακατάλληλο λόγω παλαιότητας, αλλά και απολύτως ανεπαρκές από την άποψη των χώρων. Πολύχρονες προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος, οι οποίες χρονολογούνται από το 1964, δεν έχουν μέχρι στιγμής ευδοκιμήσει. Για πρώτη φορά εφέτος υπάρχουν βάσιμες ελπίδες ότι θα δρομολογηθεί η επίλυση του προβλήματος, αφού έχει προβλεφθεί από το Υπουργείο Παιδείας η απαραίτητη πίστωση για αγορά οικοπέδου.
           

(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό 7 Ημέρες της Καθημερινής τχ. 20/7/1997)