Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

ΚΟΥΜΙΑ – ΚΤΟΥΝΤΑ – ΚΟΥΣΕΛΙΑΝΑ

 ψηφιδεσ τοπικησ ιστοριασ


ΚΟΥΜΙΑ – ΚΤΟΥΝΤΑ – ΚΟΥΣΕΛΙΑΝΑ

Τρία Ρεθεμνιώτικα χωριά που ένα «Α»

τους στέρησε το αρχικό τους όνομα.

Του Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου

 Υπάρχουν τρία χωριά στον νομό Ρεθύμνης και ειδικότερα στην επαρχία Αγ. Βασιλείου, που το όνομά τους αλλιώς ξεκίνησε και αλλιώς κατέληξε σήμερα. Όλων το όνομα άρχιζε από «Κ» και σήμερα όλων αρχίζει από «Α». Το «Α» αυτό, αν και δεν είναι στερητικό, στέρησε όμως και από τα τρία χωριά το αρχικό τους όνομα. Ο λόγος που συνέβη αυτό είναι ο ίδιος και για τα τρία και είναι το γλωσσολογικό φαινόμενο της συνεκφοράς. Τα χωριά για τα οποία μιλάμε είναι τα Ακούμια, τα Ακτούντα και τα Αγκουσελιανά. Ας τα δούμε ένα ένα χωριστά:

Κούμια > τα Κούμια > τ’ Ακούμια > Ακούμια

Ετυμολογικά η λέξη σίγουρα έχει σχέση με τους κούμους, που στην Κρήτη είναι τα μικρά θολωτά κτίσματα από ξερολιθιά που χρησίμευαν ως προσωρινή κατοικία για τους βοσκούς στα ορεινά, αλλά και ως χώροι για την παραγωγή και ωρίμανση των τυριών. Άλλωστε και στην επαρχία Ρεθύμνης υπάρχει το χωριό Κούμοι.

·        Την πρώτη γραπτή αναφορά του ονόματος με τον τύπο Cumia βρίσκουμε στο έργο του Ρεθεμνοβενετού Francesco Barozzi, Descrittione dell' Ιsola di Creta = Περιγραφή της Νήσου Κρήτης, του έτους 1577. Το χωριό πρέπει να είναι πολύ παλαιότερο και σίγουρα υπήρχε κατά τους βυζαντινούς χρόνους, αλλά δεν έχουμε κάποιες πηγές.

·        Λίγα χρόνια αργότερα, ένας άλλος Βενετός, ο Πέτρος Καστροφύλακας (Piero Castrofilaca), στην απογραφή του το 1583, καταγράφει το χωριό δυο φορές, τη μια ως Cumnia με 206 κατοίκους και την άλλη ως Cumia με 464 κατοίκους.

·        Ο Francesco Basilicata το 1630 το σημειώνει μαζί με τις Βρύσες ως Vrisses et Cumia. (Στ. Σπανάκης Μνημεία Κρητικής Ιστορίας).

·        Στην τούρκικη απογραφή τού 1659 αναφέρεται ως Kuma (Σταυρινίδης).

·        To 1696 o V. Coronelli στον περίφημο χάρτη της Κρήτης με τα εκατοντάδες χωριά το σημειώνει ως Cumia.

·        Σε χάρτη της Κρήτης του Johann Baptist Homann περίπου του 1715, σημειώνεται ως Cumia.

·        Στην αιγυπτιακή απογραφή, που δημοσίευσε το 1834 ο R. Pashley στο βιβλίο του Travels in Crete, αναγράφεται για πρώτη φορά ως Akumia.

·        Ο Χουρμούζης Βυζάντιος στα Κρητικά του το 1842 το γράφει Κούμια και μάλιστα το αναφέρει ως «τό μεγαλήτερον» της επαρχίας.

·        Στην αναλυτική απογραφή του 1881, που δημοσίευσε το 1890 ο Νικ. Σταυράκης, αναφέρεται ως  Κούμια στο δήμο Αγ. Πνεύματος, με 660 κατοίκους.

·        Το 1890 ο Ρεθύμνιος Εμμανουήλ Λαμπρινακης στο βιβλίο του Γεωγραφία της Κρήτης, το αναφέρει ως Κούμια.

·        Ο Νικόστρατος Καλομενόπουλος στα Κρητικά του το 1894 το αναφέρει ως Κούμια.

·        Το 1900 στην επίσημη απογραφή της Κρητικής Πολιτείας εξακολουθεί να είναι στον δήμο Αγ. Πνεύματος με 810 κατοίκους και να αναφέρεται ως Κούμια.

·        Το 1913 στην καταγραφή πληθυσμού των Νέων Χωρών αναφέρεται ως Κούμια.

·        Στην απογραφή του 1920, για πρώτη φορά σε επίσημη απογραφή, αναγράφεται ως Ακούμια με πληθυσμό 711 κατοίκους και έτσι αναφέρεται στο εξής σε όλες τις απογραφές μέχρι την τελευταία του 2021.

Ο αείμνηστος Στέργιος Σπανάκης στο σπουδαίο δίτομο έργο του Πόλεις και χωριά της Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων, το οποίο εκδόθηκε το 2001, απορρίπτει  τον τύπο Ακούμια, τον οποίο αποδίδει σε άγνοια τής ιστορίας τού οικισμού και δέχεται μόνο τον τύπο Κούμια,  με τον οποίο καταγράφει το χωριό στο βιβλίο του.

Κουτούντα > Κτούντα > τα Κτούντα > τ’ Ακτούντα > Ακτούντα

Παρεμφερής περίπτωση με την προηγούμενη είναι αυτή του γειτονικού χωριού Ακτούντα.  Το όνομά του -κατά την επικρατούσα άποψη- προέρχεται από την ιταλική λέξη condutto, που σημαίνει πήλινος αγωγός νερού είτε για ύδρευση είτε για αποχέτευση. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι στην εδαφική σύσταση της περιοχής του χωριού υπάρχουν άφθονα χώματα κατάλληλα για κεραμουργία και πηλοπλαστική. Οι Κρητικοί υιοθέτησαν την ιταλική λέξη κουτούντο και τη χρησιμοποιούν μέχρι σήμερα.

·        Το χωριό αναφέρεται για πρώτη φορά σε γραπτή πηγή το 1577 από τον Fr. Barozzi, ως Cutuda στο έργο του Descrittione dell' Ιsola di Creta = Περιγραφή της νήσου Κρήτης.

·        Ο Πέτρος Καστροφύλακας το αναφέρει στην απογραφή του το 1583 ως Cuttuda με πληθυσμό 133 κατοίκους.

·        Ο Francesco Basilicata το 1630 το αναφέρει ως Cutunda.

·        Στην τούρκικη απογραφή τού 1659 αναφέρεται ως Cututa.

·        Στην αιγυπτιακή απογραφή τού 1834 αναφέρεται ως Aktùdha.

·         Ο Χουρμούζης Βυζάντιος στα Κρητικά του το 1842 το γράφει Κτοῦτα.

·        Ο Εμμανουήλ Λαμπρινακης στη Γεωγραφία της Κρήτης του 1890 το αναφέρει ως Κτοῦτα.

·        Ο Νικόστρατος Καλομενόπουλος στα Κρητικά του το 1894 το αναφέρει ως Ακτούντα.

·        Στην απογραφή του 1881 αναφέρεται ως Ακτούντα στο δήμο Αγ. Πνεύματος με 173 κατοίκους.

·        Στην απογραφή του 1900 αναφέρεται ως Ακτούντα στον ίδιο δήμο με 224 κατοίκους.

·        Στην απογραφή του 1920 αναγράφεται ως Ακτούντα με πληθυσμό 204 κατοίκους και έτσι αναφέρεται στο εξής σε όλες τις απογραφές μέχρι την τελευταία του 2021.

Το γεγονός ότι στην Αιγυπτιακή απογραφή του 1834 τα  χωριά Κούμια και Κτούντα αναφέρονται για πρώτη φορά ως Ακούμια και ως Ακτούντα, αν δεν πρόκειται για λάθος, σημαίνει ότι στην προφορική γλώσσα των ντόπιων είχαν επικρατήσει οι τύποι Ακούμια και Ακτούντα και έτσι τα κατέγραψαν οι απογραφείς.

Κουσελιανά > τα Κουσελιανά > τ’ Ακουσελιανά > τ’ Αγκουσελιανά > Αγκουσελιανά

Τα Αγκουσελιανά είναι νεότερος οικισμός από τους δυο προηγούμενους, γι’ αυτό δεν αναφέρεται στις παλαιές απογραφές. Ο οικισμός φαίνεται να δημιουργήθηκε επί Τουρκοκρατίας, κατά τη δεκαετία του 1820, δηλαδή τη δεκαετία της Μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης.

Για την προέλευση του ονόματος υπάρχει η ακόλουθη εκδοχή με την οποία συμφωνώ: Κάποιος Κουρμούλης ή κάποια οικογένεια Κουρμούληδων από το χωριό Κουσές της Μεσαράς μετώκησε και εγκαταστάθηκε στην περιοχή που βρίσκεται το χωριό σήμερα. Η καταγωγή και η προέλευση των πρώτων οικιστών από τον Κουσέ έδωσε το όνομα στον νέο οικισμό: Κουσε-λιανά.

·        Πρώτη φορά τα απαντάται το όνομα του χωριού στην αιγυπτιακή απογραφή τού 1834 ως Kuselianà.

·        Ο Χουρμούζης Βυζάντιος στα Κρητικά του το 1842 το γράφει Κουσελιανά.

·        Στην απογραφή του 1881 αναφέρεται ως Αγκουσελλιανά με 134 κατοίκους.

·        Ο Εμμανουήλ Λαμπρινακης στη Γεωγραφία της Κρήτης του 1890 το αναφέρει ως Κουσελιανά.

·        Στην απογραφή του 1900 αναφέρεται ως Αγκουσελλιανά με 171 κάτ.

·        Το 1904 ο Ι. Νουχάκης στην Κρητική Χωρογραφία το αναφέρει ως Κουσελιανά.

·        Στην απογραφή του 1920 αναγράφεται ως Αγκουσελιανά με πληθυσμό 224 κατοίκους και έτσι αναφέρεται στο εξής σε όλες τις απογραφές μέχρι την τελευταία του 2021.

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

ΟΔΟΣ ΞΗΡΟΥΧΑΚΗ, ΕΝΑΣ ΟΜΟΡΦΟΣ ΔΡΟΜΑΚΟΣ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ

 Γιάννης Ζ. Παπιομυτογλου

ΕΝΑΣ ΟΜΟΡΦΟΣ ΔΡΟΜΑΚΟΣ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ

Υπάρχει ένας δρόμος στο Ρέθυμνο που χάρις στη φροντίδα και το γούστο των κατοίκων του μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο ομορφότερος δρόμος της νέας πόλης του Ρεθύμνου. Είναι η οδός Αγαθαγγέλου Ξηρουχάκη στον Μασταμπά, που ενώνει την οδό Χατχημιχάλη Γιάνναρη με την οδό Ζαμπελἰου. Λόγω της στενότητάς του και λόγω του γεγονότος ότι στη νότια είσοδο έχει μερικά σκλιά, δεν κυκλοφορούν ούτε σταθμεύουν  αυτοκίνητα και οι κάτοικοι της γειτονιάς έχουν αναπτύξει σχεδόν σε όλο του το μήκος γλάστρες με λουλούδια. Έχουν τοποθετήσει παγκάκια και καθίσματα για την πατροπαράδοτη «λόντζα». Έχουν περιγράψει με άσπρο χρώμα τις πλάκες του πλακόστρωτου δίνοντας έναν άλλο χαρακτήρα στον δρόμο.

Μιας και ανέφερα το πλακόστρωτο ας καταθέσω κάτι που ως παλαιότερος γνωρίζω. Οι πλάκες είναι πολύ παλιές, από σιδερόπετρα, λείες και γυαλιστερές από τη μακροχρόνια χρήση. Όμως δεν ήταν πάντα εδώ. Ο δρομίσκος δεν είχε πλακόστρωτο και παλαιότερα ήταν αδιέξοδο και δε έβγαινε στην οδό Ζαμπελἰου. Κάποια στιγμή, υποθέτω κατά τη δεκαετία του 1970 ή 1980 αφαιρέθηκε το πλακόστρωτο του παλιού ενετικού λιμανιού, που ήταν επικίνδυνο λόγω ολισθηρότητας. Τότε κάποιος (υποθέτω ο αείμνηστος κρεοπώλης Χάσικος που ήταν κάτοικος του δρόμου) πρότεινε οι πλάκες, αντί να πεταχτούν, να τοποθετηθούν στην οδό Ξηρουχάκη, η οποία ξαφνικά έγινε καλντερίμι.

Με την ευκαιρία ας πούμε δυο λόγια για το Αγαθάγγελο Ξηρουχάκη, του οποίου το όνομα φέρει ο δρόμος. Ήταν Επίσκοπος Κυδωνίας και Αποκορώνου από το 1936 έως το 1958 και το 1945 διορίστηκε για ένα διάστημα Γενικός Διοικητής Κρήτης. Υπήρξε λόγιος με αρκετές εκδόσεις στο ενεργητικό του, όπως:

·        Ο Κρητικός Πόλεμος (1645-1669), Τεργέστη 1908.

·        Η εν Κρήτη επανάστασις του 1363-1366…, Αλεξάνδρεια 1932.

·        Η Βενετοκρατούμενη Ανατολή, Κρήτη και Επτάνησος, Αθήνα 1934.

·        Το εμπόριον της Βενετίας μετά της Ανατολής κατά τον Μεσαίωνα, Αθήνα 1940.

·        Εκκλησία Κρήτης : γερμανική κατοχή 1941-1945, Χανιά 1948

 (Δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ρέθεμνος 12-9-2026 (σελ. 10)

 

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΡΗΤΙΚΑ ΒΑΠΤΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟΚΟΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥΣ (Από το αρχείο του Παύλου Βλαστού)

 Γιάννης Ζ. Παπιομύτογλου

                                    ΚΡΗΤΙΚΑ ΒΑΠΤΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟΚΟΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥΣ

Από το αρχείο του Παύλου Βλαστού

 Αναδιφώντας το τεράστιο αρχείο του Παύλου Βλαστού, ο οποίος ήρθε στην επικαιρότητα με τον εορτασμό των εκατό χρόνων από τον θάνατό του και την κήρυξη του 2026 ως έτος Παύλου Βλαστού, εντόπισα τρεις σελίδες αφιερωμένες στα ιδιαίτερα βαπτιστικά Κρητικά ονόματα και τα υποκοριστικά τους, ανδρικά και γυναικεία, που ήταν σε χρήση τον 19ο αιώνα.

Από τη γενικότερη εικόνα του συγκεκριμένου χειρόγραφου κειμένου προκύπτει ότι δεν είναι το τελικό αποτέλεσμα της επεξεργασίας μιας συλλογής, αλλά ότι είναι η εικόνα μιας προσπάθειας που δεν έχει ολοκληρωθεί και βρίσκεται εν εξελίξει. Έτσι μπορεί οι αναγνώστες να παρατηρήσουν ότι κάποια ονόματα λείπουν από τον κατάλογο. Όμως, επαναλαμβάνω ότι η προσπάθεια του Βλαστού για τη συλλογή του συγκεκριμένου υλικού φαίνεται ότι δεν είχε ολοκληρωθεί. Παρόλα αυτά νομίζω ότι αξίζει να δημοσιευτεί ως έχει χωρίς επεμβάσεις στην ορθογραφία και στον τονισμό

ΣΗΜ. Στα υποκοριστικά των γυναικείων ονομάτων ο Βλαστός επιλέγει το ουδέτερο αντί του θηλυκού, π.χ. Βαγγελιό (το) αντί Βαγγελιώ (η).


Ἀρσενικά

Ἀγγελῆς (Ἄγγελος), Ἀετός, Ἀθανάσης & Θανάσης (Ἀθανάσιος), Ἀλεβίζος (Ἀλοΐσιος), Ἀνάστος (Ἀναστάσιος), Ἀνδρακός & Ἀντρῖκος & Ἀντρουλιός & Ἀντρουλής (Ἀνδρέας), Ἀρετᾶς ἤ Ἀρετίνης, Ἀρτέμης (Ἀρτέμιος), Ἀστρινός, Βαρδῆς (Βάρδας), Βέκος & Βέκιος, Βελόνης (Ρουμπάδο Ρεθύμνης), Βλάσης (Βλάσιος), Γερώνυμος (Ἱερώνυμος), Γιακουμῆς & Κουμῆς (Ἰάκωβος), Γιαννακός (Ιωάννης), Διαμαντῆς & Διαμαντάρης & Διωμαντάρης (Ἀδαμάντιος), Διονύσης (Διονύσιος), Δράκος & Δρακάκης, Ευαγγελινός (Εὐάγγελος), Εὐθύμης (Εὐθύμιος), Ζαχάρης (Ζαχαρίας), Ζωήδης, Θοδωρῆς (Θεόδωρος), Κανάκης, Κίσανδρος, Κοκόλης & Κοκολάκης (Νικόλαος), Κωστῆς & Κωσταδιός & Κωσταρός (Κωνσταντῖνος), Λαμπής (Χαράλαμπος), Λαμπρινός (Λάμπρος), Λουλούδης (Κάμπου Μετόχια Μυλοποτάμου), Μανιᾶς, Μανοῦσος (Ἐμμανουήλ), Μηνᾶς, Δημητρός (Δημήτριος), Μίνως Μόσχος, Μποτόνης (Άντώνιος), Μῦρος (Μύρων), Ντομένικος (Κυριάκος), Ξηρούχης (σύνηθες παρά Σφακιωτῶν), Πάνος (Παναγιώτης), Παντελῆς & Παντελιός & Πανταλός (Παντελεήμων), Πατοῦ (όνομα κύριο Σφακιωτῶν), Πέρος (Πέτρος), Πολυζώης, Πῶλος (Παῦλος), Ροῦσος = κόκκινος, Σαρακηνός, Σαράντος (Ἐκ τῶν Ἁγ. 40 μαρτύρων), Σήφης (Ἰωσήφ), Σπῦρος & Σπυρίδος (Σπυρίδων), Στάθης & Σταθώρης (Εὐστάθιος), Σταυριανός & Σταυρούλης (Σταῦρος), Στελῆς & Στελιανός (Στυλιανός), Στέργιος & Στέριος (έκ τοῦ Στέρεος ἤ ἴσως έκ τοῦ Σέργιος), Στεφανῆς (Στέφανος), Στρατῆς  (Εὐστράτιος), Τίτος, Φανούρης (Φανούριος), Φώτης (Φώτιος), Χαρίτος, Χρόνης (Πολυχρόνης).

Θυλικά (sic)

Ἀθανασά (Ἀθανασία), Άλισαβιά & Ἀλισάβη (Έλισάβετ), Ἀνεζήνα & Ἀνεζηνιό & Ἀνέζα & Ζηζήνα & Ἀννίκα (Ἄννα), Ἀνθή & Ἀνθία & Ἀνθουλιά & Ἀνθουλιό & Ἀνθοῦσα (Εὐανθία), Ἀννίκα (Ἄννα), Ἀντιόπη, Ἀντωνοῦσα (Ἀντωνία), Ἀργυρὠ & Ἀργυρή, Ἀρχοντία & Αρχοντική, Ἀσημένια, Αὐγενιά & Βγενιό (Εὐγενία), Βαγγελιά & Βαγγέλα & Βαγγέλω & Βαγγελιτσα & Βαγγελιό, (Εὐαγγελία), Βαγιονιά, Βασιλικώ (Βασιλική), Βδοκιά & Βδοκιό (Εὐδοκία), Βενετία & Βενέτα, Βιόλα (ἄνθος), Γλυκερή (Γλυκερία), Γαρεφαλιά & Γαρεφαλιώ, Γραμματική, Δαμασκηνή & Δαμασκηνιά, Δεσποινιό & Δεσποινιά, Διαμάντα & Διαμάντη (Ἀδαμαντία), Δόμνα & Ντὀμνα & Ντομινίκα (Κυριακή), Δοξανιά (Δόξα), Ἐλενιά & Λενιό (Ἐλένη), Ἐληά & Λιά (Ἑλένη), Ἐργίνα & Ἐργινοῦσα (ὑποθέτω έκ τοῦ Ρεγγίνα παρεφθάρη) Ἐρωμφίλη & Νερομφίλη (Ἐρωφίλη), Ζαμπία & Ζαμπιά & Ζαμπιό & Ζαμπέτα (Ζηνοβία), Ζαφείρα, Ζαχαρένια & Ζαχάρω, Ζουμπουλιά, Ζωγραφινιά & Σγουραφιά (Ζωγραφιά), Ζωΐτσα & Ζωϊτσάκι (Ζωή), Θοδώρα (Θεοδώρα), Καδιανή (Κανδιανή), Καλή & Καληό & Καλήτσα, Καλομοῖρα, Κατεργιά & Κατερίνη (Αἰκατερίνη), Κιουράνα = Κυράννα = Κυρία Ἄννα, Κοκώνα, Κορήνα, Κορναρόλα (ἴσως ἀπό τό Κορνηλία), Κρουσταλιά, Κυριακιό & Κυριακοῦλα (Κυριακή), Λαμπρινή & Λαμπρινιά, Μαγδαληνιό (Μαγδαληνή), Μαλαματένια, Μαρούλη (Μαρία), Μηλιά & Μηλιό, Ξανθή & Ξανθούλα, Ξένη & Ξενιώ (Πολυξένη), Ὄρησα & Ὄρσα, Παγώνη (Παγώνα), Πανώρια & Πανωραία, Παρακαλετή (εἰς Άδελε), Παρασκιό (Παρασκευή), Πάτρα (Κλεοπάτρα), Παυλίνα, Πελαγιό & Πελαγίτσα (Πελαγία), Πετρούλα, Ρεβέντα (εἰς Μέρωνα), Ρεγγίνα, Ροδαμιά,Ροδοῦσα & Ροδαρά, Ρουμπινιά (Ρουμπίνι), Ρουντζινιά = πορφυρά-κόκκινη, Ρούσα = κόκκινη-κοκκινομάλλα, Σμαράγδη, Σούσα (;), Σοφουλιά & Σοφίτσα (Σοφία), Τσιτσινιά (ἴσως Τσικινιά), Σωσάννα & Σωσανιό, Σταμάτα (Σταματία), Σταυρωτή (Σταυρούλα), Στεφανιά & Στεφανιό, Συρμαλένια, Τριανταφυλλιά, Ὑακίνθη, Φιλιά & Φιλιώ (Θεοφίλη), Φιόρε (Ἰταλ. ἄνθος), Φλουρή (ἐκ τοῦ φλωρίου), Φραντζολιά (Φραντζέσκα), Φώτω & Φωτεινιό & Φωτεινάκι (Φωτεινή), Χαριστώ & Χαριστή, Χριστινιό (Χριστίνα), Χρυσἀνθη, Χρυσή & Χρυσἀκι (Χρυσούλα).

 (Δημοσιεύθηκε στα Ρεθ. Νέα 8/9/2026


Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Χάρη Στρατιδάκη "ΤΩ ΚΑΙΡΩ ΕΚΕΙΝΩ" (Βιβλιοπαρουσίαση)

Χάρη Στρατιδάκη "ΤΩ ΚΑΙΡΩ ΕΚΕΙΝΩ" (Βιβλιοπαρουσίαση)

Αν επιχειρήσουμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω και περπατήσουμε στο Ρέθυμνο των δεκαετιών του 1950, ‘60 και ‘70, θα βρεθούμε σε μια πόλη διαφορετική, που δεν είχε καμιά σχέση με το σήμερα. Το Ρέθυμνο εκείνης της εποχής αριθμούσε λίγες χιλιάδες κατοίκους. Ήταν μια πόλη που βρισκόταν σε παρακμή και οι κάτοικοί της προσφυώς την είχαν ονομάσει «παντέρμο Ρέθεμνος». Η εικόνα της πόλης ήταν καταθλιπτική. Σπίτια και μαγαζιά, ιδιαίτερα στην παλιά πόλη, ασυντήρητα και παρατημένα στην τύχη τους. Η οικονομία του νομού στηριζόταν κυρίως στο μικροεμπόριο, στη γεωργία και την κτηνοτροφία με κυριότερα προϊόντα το λάδι, το κρασί και τα χαρούπια. Η ύπαιθρος έσφυζε από ζωή. Τα χωριά ήταν ζωντανά, πολυπληθή και με έντονη κοινωνική συνοχή, όμως το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων τους ήταν πολύ χαμηλό και πάντως χαμηλότερο από εκείνο της πόλης. Οι αγροτικές εργασίες ήταν κοπιαστικές και σε μεγάλο βαθμό χειρωνακτικές.

Η οικονομία της πόλης ήταν μικρής κλίμακας, με μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις κυρίως  καφενεία, μπακάλικα, ραφεία, κουρεία, ζαχαροπλαστεία κ.ά. Υπήρχαν και λίγες μεταποιητικές επιχειρήσεις, που στηρίζονταν στο λάδι, όπως τα σαπουναριά, αλλά σιγά-σιγά έσβησαν και αυτά. Η τοπική αγορά λειτουργούσε με προσωπικές σχέσεις εμπιστοσύνης και η πίστωση βασιζόταν στον λόγο και την τιμή.

Βέβαια όσο περνούσαν τα χρόνια η κατάσταση σταδιακά βελτιωνόταν με τον τουρισμό να κάνει τα πρώτα του βήματα. Τα πρώτα μικρά ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια έκαναν δειλά την εμφάνισή τους. Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι λίγες δεκαετίες αργότερα ο τουρισμός θα αποτελούσε τον βασικό οικονομικό πυλώνα της περιοχής.

Κοινωνικά, το Ρέθυμνο του ’60 χαρακτηριζόταν από ισχυρούς δεσμούς. Η γειτονιά λειτουργούσε σαν προέκταση της οικογένειας. Τα σπίτια ήταν ανοιχτά, οι δρόμοι και οι αλάνες γεμάτες παιδιά, που έπαιζαν ανέμελα. Οι κοινωνικές εκδηλώσεις –γάμοι, βαφτίσια, πανηγύρια– είχαν έντονο κοινοτικό χαρακτήρα.

Η εκπαίδευση βρισκόταν σε διαφορετικό επίπεδο. Τα σχολεία ήταν λιγότερα σε αριθμό, αλλά γεμάτα ασφυκτικά από μαθητές. Οι δρόμοι γεμάτοι με πηλήκια και μαθητικές ποδιές. Δεν υπήρχε ακόμη πανεπιστήμιο στην πόλη, αφού θα ιδρυθεί το 1973 και θα αλλάξει ριζικά τη φυσιογνωμία του Ρεθύμνου. Πολλοί νέοι αναγκάζονταν να μεταναστεύσουν, είτε στην Αθήνα είτε στο εξωτερικό, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής.

Παρότι περιγράφω ένα όχι και τόσο ειδυλλιακό Ρέθυμνο, υποθέτω ότι όλους εμάς, που μαζευτήκαμε εδώ απόψε, μας ενώνουν τα ίδια συναισθήματα αγάπης και νοσταλγίας για την πόλη των νεανικών μας χρόνων, που όσο περνάει ο καιρός τα συναισθήματα αυτά γίνονται όλο και ισχυρότερα.

Η σύγκριση του τότε με το τώρα δεν έχει στόχο να εξιδανικεύσει το παρελθόν ούτε να αποθεώσει το παρόν. Το Ρέθυμνο του ’60 είχε περισσότερη απλότητα αλλά και περισσότερες στερήσεις. Το Ρέθυμνο του σήμερα έχει περισσότερες ευκαιρίες αλλά και μεγαλύτερες προκλήσεις.

Όλες αυτές τις σκέψεις τις προκάλεσε το βιβλίο του Χάρη Στρατιδάκη, που παρουσιάζουμε απόψε. Η έκδοση ενός βιβλίου από τον Χάρη δεν αποτελεί είδηση. Έχει πλέον στο ενεργητικό του πάνω από πενήντα τίτλους και συνεχίζει ακάθεκτος. Μόλις πριν λίγο καιρό μας έδωσε τη θαυμάσια έκδοση με τις Βραχοκλησιές του Ρεθύμνου, η οποία αποτελεί κόσμημα για τη Ρεθεμνιώτικη βιβλιογραφία. Το περίεργο και πλέον ασύνηθες φαινόμενο είναι ότι αυτή η συνεχής συγγραφική και εκδοτική του δραστηριότητα δεν αποβαίνει σε βάρος της ποιότητας, αλλά αντίθετα βαίνει συνεχώς βελτιούμενη με αποτέλεσμα να κληροδοτεί στη γενέτειρά του θαυμάσιες εκδόσεις με πρωτότυπα θέματα. Το τελευταίο του βιβλίο, για το οποίο συγκεντρωθήκαμε εδώ απόψε, έχει τίτλο «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ» και αναφέρεται στη δεκαετία του 1960, που εκείνος ονομάζει Μακρά Δεκαετία και την εκτείνει από το 1956 μέχρι το 1974. Ακόμη και ο πολυτονικός τίτλος με τις δοτικές, τις περισπωμένες και τις υπογεγραμμένες βάζει τον αναγνώστη στο κλίμα εκείνης της εποχής. Εκδόθηκε στα Χανιά με τη φροντίδα του Ματθαίου Φραντζεσκάκη, ο οποίος είναι εδώ απόψε και συντονίζει την εκδήλωση.

Είναι ένα βιβλίο απολαυστικό, γραμμένο με πολύ χιούμορ και νοσταλγία και είναι ιδιαίτερα οικείο σε όσους Ρεθεμνιώτες γεννήθηκαν εκείνη την εποχή, επειδή τους ανακαλεί μνήμες για γεγονότα και καταστάσεις που οι ίδιοι έζησαν και άρα τους αγγίζει συναισθηματικά και τους προκαλεί νοσταλγικές αναπολήσεις.  

Ο συγγραφέας δεν έχει αφήσει εικόνα ή λεπτομέρεια από την εποχή εκείνη που να μην την αναφέρει στο βιβλίο, πράγμα που επιτρέπει στους νεότερους και στους μη Ρεθεμνιώτες, που θα το διαβάσουν, να αισθάνονται ότι έχουν ζήσει στο Ρέθυμνο που περιγράφει.

Δεν εξιδανικεύει το Ρέθυμνο εκείνων των χρόνων, αντίθετα συχνά δεν διστάζει να αναφέρει και να περιγράψει δυσάρεστες καταστάσεις και να υπονοήσει σαφώς ή και να ονοματίσει τους πρωταγωνιστές τους.

Πολλές φορές εντυπωσιάζομαι και εκπλήσσομαι από τοπωνύμια, ονόματα και γεγονότα που θυμάται και αναφέρει ο Χάρης. Και λέω εκπλήσσομαι επειδή εγώ, αν και αρκετά μεγαλύτερός του ούτε τα γνωρίζω ούτε τα θυμάμαι. Παράδειγμα ο Τενεκέ Μαχαλάς στην περιοχή της Καλλιθέας, τον οποίο δεν γνώριζα παρότι ήμουν κάτοικος της περιοχής όταν πήγαινα στο δημοτικό.

Επίσης αναφέρει το ακάλυπτο ρέμα Συνατσάκη ως το ανατολικό όριο της πόλης, που σήμερα έχει σκεπαστεί και ονομάζεται οδός Γεωργίου Παπανδρέου και βγαίνει στο Δελφίνι. Αυτή η αναφορά μου έφερε στη μνήμη ένα περιστατικό από τα παιδικά μου χρόνια. Μέναμε τότε στην περιοχή και κάθε μέρα διασχίζαμε το ρέμα πηγαίνοντας στο 5ο Δημοτικό δίπλα στο Ορφανοτροφείο. Μια μέρα που παίζαμε ρίχνοντας πέτρες στο νερό του ρέματος κάποιος με έσπρωξε από πίσω και με έριξε μέσα στα νερά. Ήταν ο Αντώνης ο Ζεμπίλης, που οι Ρεθεμνιώτες με πολλή αγάπη και πολλή τρυφερότητα αποκαλούσαν «Μπουλιό». Ας είναι αιωνία του η μνήμη.

Και ο Χάρης αναφέρει στο βιβλίο αρκετά ευτράπελα περιστατικά, όπως εκείνο με την υπηρέτρια που ψεύδιζε και ανήγγειλε στον πατέρα, που είχε ήδη εφτά κόρες, ότι απέκτησε «δυό», λέξη που ο πατέρας εξέλαβε ως «γυιό», αλλά εκείνη εννοούσε δύο, τσούπρες φυσικά. Ή το άλλο με τον θεολόγο που υποστήριζε ότι οι λεχώνες δεν πρέπει να θηλάζουν Τετάρτη και Παρασκευή, επειδή αυτές είναι μέρες νηστείας!

Στο κεφάλαιο για τη στέγαση είναι παραστατική η περιγραφή των κατοικιών και η εξέλιξή τους, τόσο από οικοδομική άποψη, όσο και από την άποψη των λειτουργιών που λάμβαναν χώρα μέσα ή έξω από αυτές. Επιλέγω να αναφερθώ στην εξέλιξη των καμπινέδων, από τους υπαίθριους αποπάτους μέχρι τους λουτροκαμπινέδες με μπανιέρα, η οποία πολλές φορές οδηγούσε σε εξαρθρώσεις ή σπασίματα των άκρων και τελικά κατέληγε να χρησιμοποιείται για το πλύσιμο των φλοκάτων και των κουβερτών. Ακόμη γίνεται εκτενής αναφορά στην εξέλιξη του εξοπλισμού των κατοικιών. Το μαγείρεμα είχε περάσει από εκείνο με ξύλα στις γκαζιέρες με πετρέλαιο και αργότερα σε συσκευές υγραερίου. Η θέρμανση γινόταν με μαγκάλια που έκαιγαν πυρηνίδι ή με σόμπες πετρελαίου. Τα ψυγεία ήταν με πάγο και τα σίδερα σιδερώματος με κάρβουνα. Για ψυχαγωγία υπήρχε το ραδιόφωνο και αυτό όχι σε όλα τα σπίτια. Η πόλη ήταν οικολογική κατ’ ανάγκη. Τα πλαστικά και οι συσκευασίες τροφίμων σπάνιζαν και κατά συνέπεια τα απορρίμματα ήταν ελάχιστα και η αποκομιδή τους γινόταν αρχικά με ένα κάρο και αργότερα με ένα μικρό φορτηγό.

Είναι εντυπωσιακό από πόσες πλευρές προσέγγισε το θέμα του ο συγγραφέας. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας στη πόλη που δεν τη θίγει το βιβλίο. Στην εισαγωγή περιγράφονται συνοπτικά τα κυριότερα γεγονότα της περιόδου 1958-1972, τόσο σε ελληνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, ιδωμένα με τα μάτια ενός παιδιού που όσο μεγαλώνει αντιλαμβάνεται όλο και περισσότερα, με μερικά γεγονότα να σφραγίζουν τη μνήμη του και την ψυχοσύνθεση του. Τέτοια γεγονότα ήταν το ναυάγιο του "Ηράκλειον" το 1966, η επιβολή της δικτατορίας το 1967 και η συντριβή του αεροπλάνου της πτήσης Χανιά - Αθήνα το 1969. 

Επίσης αναφέρεται σε γεγονότα και καταστάσεις -κυρίως των δεκαετιών του ΄50 και του ΄60- που εμείς, λόγω του νεαρού της ηλικίας, δεν είχαμε πλήρη συνείδηση. Όπως στους συχνούς μετακατοχικούς θανάτους και τραυματισμούς από πυρομαχικά του πολέμου και της κατοχής. Ή στην μετεμφυλιακή πολιτική κατάσταση με τη διάκριση των πολιτών σε αριστερούς και δεξιούς και τις διώξεις των πρώτων. Ο Χάρης δεν μασάει τα λόγια του όταν περιγράφει γεγονότα και ονοματίζει πρόσωπα που διαδραμάτισαν αρνητικό ρόλο εκείνη την εποχή.

Η μετακίνηση του πληθυσμού από τα χωριά στην πρωτεύουσα του νομού και στην πρωτεύουσα κράτους, καθώς και η μετανάστευση στο εξωτερικό είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των δεκαετιών.

Τη Ρεθεμνιώτικη κοινωνία χαρακτήριζαν ισχυροί δεσμοί τόσο στην οικογένεια όσο και ευρύτερα. Σχεδόν όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους και όταν κατέβαινες  στην αγορά οι εννιά στους δέκα σου ήταν γνωστοί.  Για να συνεννοηθείς δεν έλεγες οδό και αριθμό, αλλά έλεγες στου τάδε δίπλα ή στου δείνα απέναντι. Οι μανάδες μας, μας έστελναν σε παραγγελιές σε όλη την πόλη χωρίς φόβο και άγχος ότι μπορεί να μας συμβεί κάτι κακό. Η φράση προς τον μπακάλη της γειτονιάς ήταν συνήθης: «Θείε η μαμά μου μου είπε να μου δώσεις εκατό δράμια μπελτέ και ένα χαρτί μακαρόνια και να τα γράψεις». 

Τα παιδιά έπαιζαν αλίμπερτα στους δρόμους και στις αλάνες και τα καλοκαίρια στις φτωχογειτονιές τις περισσότερες φορές ξυπόλυτα. Έπαιζαν παιχνίδια που στους σημερινούς νέους είναι άγνωστα, όπως γυαλένια, σβούρες, τσέρκια, ξυλίκι κ.ά. Στις σκανταλιές μας η μόνιμη μισοτελειωμένη απειλητική φράση των μανάδων μας ήταν «δεν θα γυρίσει ο πατέρας σου…». Απειλή όμως που δεν υλοποιούνταν ποτέ.

Υπήρχε σεβασμός στην τροφή ιδιαίτερα στο ψωμί που, όταν έπεφτε κάτω, το σηκώναμε, το φυσούσαμε, το σταυρώναμε και το τρώγαμε. Εντύπωση μου προκαλεί η αναφορά του Χάρη σε τεράστιο πλήθος τροφών και εδεσμάτων, καθώς και επαγγελματιών σχετικών με τη διατροφή. Με εκπλήσσει επίσης η αναφορά του σε προϊόντα και πρόσωπα που, εγώ αν και μεγαλύτερός του, δεν τα θυμάμαι.

Εμείς, που γεννηθήκαμε μετά τον πόλεμο, είμαστε οι μόνοι στην ανθρώπινη ιστορία που ζήσαμε τόσες αλλαγές σε κοινωνικό και τεχνολογικό επίπεδο, γεγονός που διαμόρφωσε τους χαρακτήρες μας και που οδήγησε κάποιον στο fb γράψει ότι είμαστε σκληροί σαν μπαγιάτικο ψωμί και γρήγοροι σαν την παντόφλα της μαμάς.

Ο συγγραφέας αφιερώνει ένα κεφάλαιο του βιβλίου στην εκπαίδευση εκείνων των χρόνων και δικαιολογημένα αφού οι περισσότερες και οι ζωντανότερες μνήμες μας είναι από τα μαθητικά μας χρόνια. Η εκπαίδευση (Στοιχειώδης και Μέση) εκείνη την εποχή είχε πολλές φαιδρές πτυχές, αλλά και πολλές δυσάρεστες. Τα παιδαγωγικά πρότυπα ήταν τελείως διαφορετικά από τα σημερινά με κυρίαρχη την πεποίθηση ότι το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο. Οι δυσκολίες ήταν πολλές ειδικά για τα χωριατόπαιδα που έρχονταν στην πόλη για να μάθουν γράμματα μένοντας σε ένα νοικιασμένο δωμάτιο δύο και τρία μαζί.

Αν αναφερθώ σε όλα τα κεφάλαια του βιβλίου αφενός θα σας κουράσω και αφετέρου θα διαψεύσω τον Χάρη, που μάλλον με επέλεξε ως ομιλητή λόγω του λιγόλογου χαρακτήρα μου. Έτσι θα τελειώσω κάνοντας μόνο μια αναφορά στο κεφάλαιο που αναφέρεται στη ζωή στο χωριό, που την έζησε αποσπασματικά κατά τις περιόδους των διακοπών. Αφού περιγράψει τη ζωή στο χωριό, τη γλώσσα των χωρικών και τη ζωή των παιδιών εκεί, ο συγγραφέας καταλήγει κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό με πικρία αλλά και ελπίδα. Γράφει: «Ο κόσμος αυτός πεθαίνει κάθε μέρα μαζί με τις τελευταίες καβουρομάνες στα ολοένα και περισσότερο ρυπασμένα νερά από τους κατσίγαρους και τις αποχετεύσεις των χωριών. Ίσως η νέα γενιά όσων παραμένουν στην ύπαιθρο να καταφέρει να δημιουργήσει έναν καινούριο πολιτισμό, που δεν θα στηρίζεται στις επιδοτήσεις, αλλά στην παραγωγή εκλεκτών προϊόντων. Η γενιά μας του 1960 δεν θα ζει για να το δει, ίσως όμως να έχουν την τύχη αυτή τα παιδιά και τα εγγόνια μας.

Έχουν περάσει από τα χέρια μου δεκάδες -για να μην πω εκατοντάδες- βιβλία Ρεθεμνιωτών συγγραφέων, τα οποία έχω διαβάσει με πολύ ενδιαφέρον. Όμως το βιβλίο που παρουσιάζομε σήμερα το διάβασα απνευστί και με πραγματική ευχαρίστηση. Ζητώ συγγνώμη από τον Χάρη αν αδικώ άλλα του πονήματα, αλλά το θεωρώ από τα καλύτερα αν όχι το καλύτερό του. Είναι ένα βιβλίο μόνο κείμενο, χωρίς την υποστήριξη φωτογραφικού και εικονογραφικού υλικού, το οποίο όμως αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη και του δίνει μια αδρή εικόνα τριών δεκαετιών του Ρεθύμνου, που ξαναζούμε εμείς οι παλαιότεροι και μέσα από αυτό μπορούν να το γνωρίσουν και οι νεότεροι.

Γιάννης Ζ. Παπιομύτογλου