Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Χάρη Στρατιδάκη "ΤΩ ΚΑΙΡΩ ΕΚΕΙΝΩ" (Βιβλιοπαρουσίαση)

Αν επιχειρήσουμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω και περπατήσουμε στο Ρέθυμνο των δεκαετιών του 1950, ‘60 και ‘70, θα βρεθούμε σε μια πόλη διαφορετική, που δεν είχε καμιά σχέση με το σήμερα. Το Ρέθυμνο εκείνης της εποχής αριθμούσε λίγες χιλιάδες κατοίκους. Ήταν μια πόλη που βρισκόταν σε παρακμή και οι κάτοικοί της προσφυώς την είχαν ονομάσει «παντέρμο Ρέθεμνος». Η εικόνα της πόλης ήταν καταθλιπτική. Σπίτια και μαγαζιά, ιδιαίτερα στην παλιά πόλη, ασυντήρητα και παρατημένα στην τύχη τους. Η οικονομία του νομού στηριζόταν κυρίως στο μικροεμπόριο, στη γεωργία και την κτηνοτροφία με κυριότερα προϊόντα το λάδι, το κρασί και τα χαρούπια. Η ύπαιθρος έσφυζε από ζωή. Τα χωριά ήταν ζωντανά, πολυπληθή και με έντονη κοινωνική συνοχή, όμως το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων τους ήταν πολύ χαμηλό και πάντως χαμηλότερο από εκείνο της πόλης. Οι αγροτικές εργασίες ήταν κοπιαστικές και σε μεγάλο βαθμό χειρωνακτικές.

Η οικονομία της πόλης ήταν μικρής κλίμακας, με μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις κυρίως  καφενεία, μπακάλικα, ραφεία, κουρεία, ζαχαροπλαστεία κ.ά. Υπήρχαν και λίγες μεταποιητικές επιχειρήσεις, που στηρίζονταν στο λάδι, όπως τα σαπουναριά, αλλά σιγά-σιγά έσβησαν και αυτά. Η τοπική αγορά λειτουργούσε με προσωπικές σχέσεις εμπιστοσύνης και η πίστωση βασιζόταν στον λόγο και την τιμή.

Βέβαια όσο περνούσαν τα χρόνια η κατάσταση σταδιακά βελτιωνόταν με τον τουρισμό να κάνει τα πρώτα του βήματα. Τα πρώτα μικρά ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια έκαναν δειλά την εμφάνισή τους. Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι λίγες δεκαετίες αργότερα ο τουρισμός θα αποτελούσε τον βασικό οικονομικό πυλώνα της περιοχής.

Κοινωνικά, το Ρέθυμνο του ’60 χαρακτηριζόταν από ισχυρούς δεσμούς. Η γειτονιά λειτουργούσε σαν προέκταση της οικογένειας. Τα σπίτια ήταν ανοιχτά, οι δρόμοι και οι αλάνες γεμάτες παιδιά, που έπαιζαν ανέμελα. Οι κοινωνικές εκδηλώσεις –γάμοι, βαφτίσια, πανηγύρια– είχαν έντονο κοινοτικό χαρακτήρα.

Η εκπαίδευση βρισκόταν σε διαφορετικό επίπεδο. Τα σχολεία ήταν λιγότερα σε αριθμό, αλλά γεμάτα ασφυκτικά από μαθητές. Οι δρόμοι γεμάτοι με πηλήκια και μαθητικές ποδιές. Δεν υπήρχε ακόμη πανεπιστήμιο στην πόλη, αφού θα ιδρυθεί το 1973 και θα αλλάξει ριζικά τη φυσιογνωμία του Ρεθύμνου. Πολλοί νέοι αναγκάζονταν να μεταναστεύσουν, είτε στην Αθήνα είτε στο εξωτερικό, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής.

Παρότι περιγράφω ένα όχι και τόσο ειδυλλιακό Ρέθυμνο, υποθέτω ότι όλους εμάς, που μαζευτήκαμε εδώ απόψε, μας ενώνουν τα ίδια συναισθήματα αγάπης και νοσταλγίας για την πόλη των νεανικών μας χρόνων, που όσο περνάει ο καιρός τα συναισθήματα αυτά γίνονται όλο και ισχυρότερα.

Η σύγκριση του τότε με το τώρα δεν έχει στόχο να εξιδανικεύσει το παρελθόν ούτε να αποθεώσει το παρόν. Το Ρέθυμνο του ’60 είχε περισσότερη απλότητα αλλά και περισσότερες στερήσεις. Το Ρέθυμνο του σήμερα έχει περισσότερες ευκαιρίες αλλά και μεγαλύτερες προκλήσεις.

Όλες αυτές τις σκέψεις τις προκάλεσε το βιβλίο του Χάρη Στρατιδάκη, που παρουσιάζουμε απόψε. Η έκδοση ενός βιβλίου από τον Χάρη δεν αποτελεί είδηση. Έχει πλέον στο ενεργητικό του πάνω από πενήντα τίτλους και συνεχίζει ακάθεκτος. Μόλις πριν λίγο καιρό μας έδωσε τη θαυμάσια έκδοση με τις Βραχοκλησιές του Ρεθύμνου, η οποία αποτελεί κόσμημα για τη Ρεθεμνιώτικη βιβλιογραφία. Το περίεργο και πλέον ασύνηθες φαινόμενο είναι ότι αυτή η συνεχής συγγραφική και εκδοτική του δραστηριότητα δεν αποβαίνει σε βάρος της ποιότητας, αλλά αντίθετα βαίνει συνεχώς βελτιούμενη με αποτέλεσμα να κληροδοτεί στη γενέτειρά του θαυμάσιες εκδόσεις με πρωτότυπα θέματα. Το τελευταίο του βιβλίο, για το οποίο συγκεντρωθήκαμε εδώ απόψε, έχει τίτλο «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ» και αναφέρεται στη δεκαετία του 1960, που εκείνος ονομάζει Μακρά Δεκαετία και την εκτείνει από το 1956 μέχρι το 1974. Ακόμη και ο πολυτονικός τίτλος με τις δοτικές, τις περισπωμένες και τις υπογεγραμμένες βάζει τον αναγνώστη στο κλίμα εκείνης της εποχής. Εκδόθηκε στα Χανιά με τη φροντίδα του Ματθαίου Φραντζεσκάκη, ο οποίος είναι εδώ απόψε και συντονίζει την εκδήλωση.

Είναι ένα βιβλίο απολαυστικό, γραμμένο με πολύ χιούμορ και νοσταλγία και είναι ιδιαίτερα οικείο σε όσους Ρεθεμνιώτες γεννήθηκαν εκείνη την εποχή, επειδή τους ανακαλεί μνήμες για γεγονότα και καταστάσεις που οι ίδιοι έζησαν και άρα τους αγγίζει συναισθηματικά και τους προκαλεί νοσταλγικές αναπολήσεις.  

Ο συγγραφέας δεν έχει αφήσει εικόνα ή λεπτομέρεια από την εποχή εκείνη που να μην την αναφέρει στο βιβλίο, πράγμα που επιτρέπει στους νεότερους και στους μη Ρεθεμνιώτες, που θα το διαβάσουν, να αισθάνονται ότι έχουν ζήσει στο Ρέθυμνο που περιγράφει.

Δεν εξιδανικεύει το Ρέθυμνο εκείνων των χρόνων, αντίθετα συχνά δεν διστάζει να αναφέρει και να περιγράψει δυσάρεστες καταστάσεις και να υπονοήσει σαφώς ή και να ονοματίσει τους πρωταγωνιστές τους.

Πολλές φορές εντυπωσιάζομαι και εκπλήσσομαι από τοπωνύμια, ονόματα και γεγονότα που θυμάται και αναφέρει ο Χάρης. Και λέω εκπλήσσομαι επειδή εγώ, αν και αρκετά μεγαλύτερός του ούτε τα γνωρίζω ούτε τα θυμάμαι. Παράδειγμα ο Τενεκέ Μαχαλάς στην περιοχή της Καλλιθέας, τον οποίο δεν γνώριζα παρότι ήμουν κάτοικος της περιοχής όταν πήγαινα στο δημοτικό.

Επίσης αναφέρει το ακάλυπτο ρέμα Συνατσάκη ως το ανατολικό όριο της πόλης, που σήμερα έχει σκεπαστεί και ονομάζεται οδός Γεωργίου Παπανδρέου και βγαίνει στο Δελφίνι. Αυτή η αναφορά μου έφερε στη μνήμη ένα περιστατικό από τα παιδικά μου χρόνια. Μέναμε τότε στην περιοχή και κάθε μέρα διασχίζαμε το ρέμα πηγαίνοντας στο 5ο Δημοτικό δίπλα στο Ορφανοτροφείο. Μια μέρα που παίζαμε ρίχνοντας πέτρες στο νερό του ρέματος κάποιος με έσπρωξε από πίσω και με έριξε μέσα στα νερά. Ήταν ο Αντώνης ο Ζεμπίλης, που οι Ρεθεμνιώτες με πολλή αγάπη και πολλή τρυφερότητα αποκαλούσαν «Μπουλιό». Ας είναι αιωνία του η μνήμη.

Και ο Χάρης αναφέρει στο βιβλίο αρκετά ευτράπελα περιστατικά, όπως εκείνο με την υπηρέτρια που ψεύδιζε και ανήγγειλε στον πατέρα, που είχε ήδη εφτά κόρες, ότι απέκτησε «δυό», λέξη που ο πατέρας εξέλαβε ως «γυιό», αλλά εκείνη εννοούσε δύο, τσούπρες φυσικά. Ή το άλλο με τον θεολόγο που υποστήριζε ότι οι λεχώνες δεν πρέπει να θηλάζουν Τετάρτη και Παρασκευή, επειδή αυτές είναι μέρες νηστείας!

Στο κεφάλαιο για τη στέγαση είναι παραστατική η περιγραφή των κατοικιών και η εξέλιξή τους, τόσο από οικοδομική άποψη, όσο και από την άποψη των λειτουργιών που λάμβαναν χώρα μέσα ή έξω από αυτές. Επιλέγω να αναφερθώ στην εξέλιξη των καμπινέδων, από τους υπαίθριους αποπάτους μέχρι τους λουτροκαμπινέδες με μπανιέρα, η οποία πολλές φορές οδηγούσε σε εξαρθρώσεις ή σπασίματα των άκρων και τελικά κατέληγε να χρησιμοποιείται για το πλύσιμο των φλοκάτων και των κουβερτών. Ακόμη γίνεται εκτενής αναφορά στην εξέλιξη του εξοπλισμού των κατοικιών. Το μαγείρεμα είχε περάσει από εκείνο με ξύλα στις γκαζιέρες με πετρέλαιο και αργότερα σε συσκευές υγραερίου. Η θέρμανση γινόταν με μαγκάλια που έκαιγαν πυρηνίδι ή με σόμπες πετρελαίου. Τα ψυγεία ήταν με πάγο και τα σίδερα σιδερώματος με κάρβουνα. Για ψυχαγωγία υπήρχε το ραδιόφωνο και αυτό όχι σε όλα τα σπίτια. Η πόλη ήταν οικολογική κατ’ ανάγκη. Τα πλαστικά και οι συσκευασίες τροφίμων σπάνιζαν και κατά συνέπεια τα απορρίμματα ήταν ελάχιστα και η αποκομιδή τους γινόταν αρχικά με ένα κάρο και αργότερα με ένα μικρό φορτηγό.

Είναι εντυπωσιακό από πόσες πλευρές προσέγγισε το θέμα του ο συγγραφέας. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας στη πόλη που δεν τη θίγει το βιβλίο. Στην εισαγωγή περιγράφονται συνοπτικά τα κυριότερα γεγονότα της περιόδου 1958-1972, τόσο σε ελληνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, ιδωμένα με τα μάτια ενός παιδιού που όσο μεγαλώνει αντιλαμβάνεται όλο και περισσότερα, με μερικά γεγονότα να σφραγίζουν τη μνήμη του και την ψυχοσύνθεση του. Τέτοια γεγονότα ήταν το ναυάγιο του "Ηράκλειον" το 1966, η επιβολή της δικτατορίας το 1967 και η συντριβή του αεροπλάνου της πτήσης Χανιά - Αθήνα το 1969. 

Επίσης αναφέρεται σε γεγονότα και καταστάσεις -κυρίως των δεκαετιών του ΄50 και του ΄60- που εμείς, λόγω του νεαρού της ηλικίας, δεν είχαμε πλήρη συνείδηση. Όπως στους συχνούς μετακατοχικούς θανάτους και τραυματισμούς από πυρομαχικά του πολέμου και της κατοχής. Ή στην μετεμφυλιακή πολιτική κατάσταση με τη διάκριση των πολιτών σε αριστερούς και δεξιούς και τις διώξεις των πρώτων. Ο Χάρης δεν μασάει τα λόγια του όταν περιγράφει γεγονότα και ονοματίζει πρόσωπα που διαδραμάτισαν αρνητικό ρόλο εκείνη την εποχή.

Η μετακίνηση του πληθυσμού από τα χωριά στην πρωτεύουσα του νομού και στην πρωτεύουσα κράτους, καθώς και η μετανάστευση στο εξωτερικό είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των δεκαετιών.

Τη Ρεθεμνιώτικη κοινωνία χαρακτήριζαν ισχυροί δεσμοί τόσο στην οικογένεια όσο και ευρύτερα. Σχεδόν όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους και όταν κατέβαινες  στην αγορά οι εννιά στους δέκα σου ήταν γνωστοί.  Για να συνεννοηθείς δεν έλεγες οδό και αριθμό, αλλά έλεγες στου τάδε δίπλα ή στου δείνα απέναντι. Οι μανάδες μας, μας έστελναν σε παραγγελιές σε όλη την πόλη χωρίς φόβο και άγχος ότι μπορεί να μας συμβεί κάτι κακό. Η φράση προς τον μπακάλη της γειτονιάς ήταν συνήθης: «Θείε η μαμά μου μου είπε να μου δώσεις εκατό δράμια μπελτέ και ένα χαρτί μακαρόνια και να τα γράψεις». 

Τα παιδιά έπαιζαν αλίμπερτα στους δρόμους και στις αλάνες και τα καλοκαίρια στις φτωχογειτονιές τις περισσότερες φορές ξυπόλυτα. Έπαιζαν παιχνίδια που στους σημερινούς νέους είναι άγνωστα, όπως γυαλένια, σβούρες, τσέρκια, ξυλίκι κ.ά. Στις σκανταλιές μας η μόνιμη μισοτελειωμένη απειλητική φράση των μανάδων μας ήταν «δεν θα γυρίσει ο πατέρας σου…». Απειλή όμως που δεν υλοποιούνταν ποτέ.

Υπήρχε σεβασμός στην τροφή ιδιαίτερα στο ψωμί που, όταν έπεφτε κάτω, το σηκώναμε, το φυσούσαμε, το σταυρώναμε και το τρώγαμε. Εντύπωση μου προκαλεί η αναφορά του Χάρη σε τεράστιο πλήθος τροφών και εδεσμάτων, καθώς και επαγγελματιών σχετικών με τη διατροφή. Με εκπλήσσει επίσης η αναφορά του σε προϊόντα και πρόσωπα που, εγώ αν και μεγαλύτερός του, δεν τα θυμάμαι.

Εμείς, που γεννηθήκαμε μετά τον πόλεμο, είμαστε οι μόνοι στην ανθρώπινη ιστορία που ζήσαμε τόσες αλλαγές σε κοινωνικό και τεχνολογικό επίπεδο, γεγονός που διαμόρφωσε τους χαρακτήρες μας και που οδήγησε κάποιον στο fb γράψει ότι είμαστε σκληροί σαν μπαγιάτικο ψωμί και γρήγοροι σαν την παντόφλα της μαμάς.

Ο συγγραφέας αφιερώνει ένα κεφάλαιο του βιβλίου στην εκπαίδευση εκείνων των χρόνων και δικαιολογημένα αφού οι περισσότερες και οι ζωντανότερες μνήμες μας είναι από τα μαθητικά μας χρόνια. Η εκπαίδευση (Στοιχειώδης και Μέση) εκείνη την εποχή είχε πολλές φαιδρές πτυχές, αλλά και πολλές δυσάρεστες. Τα παιδαγωγικά πρότυπα ήταν τελείως διαφορετικά από τα σημερινά με κυρίαρχη την πεποίθηση ότι το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο. Οι δυσκολίες ήταν πολλές ειδικά για τα χωριατόπαιδα που έρχονταν στην πόλη για να μάθουν γράμματα μένοντας σε ένα νοικιασμένο δωμάτιο δύο και τρία μαζί.

Αν αναφερθώ σε όλα τα κεφάλαια του βιβλίου αφενός θα σας κουράσω και αφετέρου θα διαψεύσω τον Χάρη, που μάλλον με επέλεξε ως ομιλητή λόγω του λιγόλογου χαρακτήρα μου. Έτσι θα τελειώσω κάνοντας μόνο μια αναφορά στο κεφάλαιο που αναφέρεται στη ζωή στο χωριό, που την έζησε αποσπασματικά κατά τις περιόδους των διακοπών. Αφού περιγράψει τη ζωή στο χωριό, τη γλώσσα των χωρικών και τη ζωή των παιδιών εκεί, ο συγγραφέας καταλήγει κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό με πικρία αλλά και ελπίδα. Γράφει: «Ο κόσμος αυτός πεθαίνει κάθε μέρα μαζί με τις τελευταίες καβουρομάνες στα ολοένα και περισσότερο ρυπασμένα νερά από τους κατσίγαρους και τις αποχετεύσεις των χωριών. Ίσως η νέα γενιά όσων παραμένουν στην ύπαιθρο να καταφέρει να δημιουργήσει έναν καινούριο πολιτισμό, που δεν θα στηρίζεται στις επιδοτήσεις, αλλά στην παραγωγή εκλεκτών προϊόντων. Η γενιά μας του 1960 δεν θα ζει για να το δει, ίσως όμως να έχουν την τύχη αυτή τα παιδιά και τα εγγόνια μας.

Έχουν περάσει από τα χέρια μου δεκάδες -για να μην πω εκατοντάδες- βιβλία Ρεθεμνιωτών συγγραφέων, τα οποία έχω διαβάσει με πολύ ενδιαφέρον. Όμως το βιβλίο που παρουσιάζομε σήμερα το διάβασα απνευστί και με πραγματική ευχαρίστηση. Ζητώ συγγνώμη από τον Χάρη αν αδικώ άλλα του πονήματα, αλλά το θεωρώ από τα καλύτερα αν όχι το καλύτερό του. Είναι ένα βιβλίο μόνο κείμενο, χωρίς την υποστήριξη φωτογραφικού και εικονογραφικού υλικού, το οποίο όμως αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη και του δίνει μια αδρή εικόνα τριών δεκαετιών του Ρεθύμνου, που ξαναζούμε εμείς οι παλαιότεροι και μέσα από αυτό μπορούν να το γνωρίσουν και οι νεότεροι.

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Οι βραχοκλησιές του Ρεθύμνου (Βιβλιοπαρουσίαση)

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

 

Χάρη Κ. Στρατιδάκη

Οι βραχοκλησιές του Ρεθύμνου

Από πολύ παλιά ο άνθρωπος αναζητούσε τρόπους να εκφράσει την πίστη του όχι μόνο με λόγια, αλλά και με έργα. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα αυτής της έκφρασης είναι τα ιερά που χτίστηκαν πάνω ή μέσα σε βράχους, ως μνημεία πίστης, αντοχής και πνευματικής ανάτασης. Στον χριστιανισμό, από τα πρώτα του βήματα, υπήρξαν πολλά παραδείγματα εκκλησιών σε βράχους σε απόκρημνα και δύσβατα σημεία. Ο βράχος θεωρείται σύμβολο σταθερότητας και αιωνιότητας, παραπέμπει στον ίδιο τον Χριστό, όπως αναφέρεται στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: «ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν». Η προσέγγιση σε αυτές τις εκκλησίες είναι δύσκολη όχι μόνο σωματικά, αλλά και πνευματικά. Ο προσκυνητής καλείται να κοπιάσει, να αφήσει πίσω του την καθημερινότητα και να στραφεί προς το θείο και την εσωτερική του γαλήνη.

Στην Ελλάδα υπάρχουν μοναδικά παραδείγματα τέτοιων ναών. Τα Μετέωρα, με τα μοναστήρια τους νααιωρούνται ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, αποτελούν παγκόσμιο σύμβολο ορθόδοξης πνευματικότητας. Η Παναγία η Χοζοβιώτισσα στην Αμοργό, χτισμένη κυριολεκτικά μέσα στον βράχο, προκαλεί δέος με την απλότητά της και τη θέα στο απέραντο γαλάζιο. Η Μονεμβασιά με εκκλησίες σμιλεμένες πάνω στον βράχο μαρτυρούν αιώνες πίστης, αγώνων και ιστορίας. Σήμερα, οι εκκλησίες σε βράχο αποτελούν πολύτιμα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς που μας υπενθυμίζουν ότι η πίστη μπορεί να υπερνικήσει δυσκολίες, ότι η ομορφιά γεννιέται συχνά μέσα από τον κόπο δημιουργώντας έργα που αντέχουν στον χρόνο.

Η Κρήτη δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτό το φαινόμενο, αλλά αντίθετα είναι ένας τόπος όπου η φύση και η πίστη συναντιούνται με τρόπο εντυπωσιακό. Ανάμεσα στα φαράγγια, τους απόκρημνους βράχους και τα άγρια βουνά της, ο κρητικός έχτισε  και πολλές φορές σμίλεψε ναούς και μοναστήρια, πάνω στην πέτρα. Οι εκκλησίες αυτές δεν αποτελούν απλώς αρχιτεκτονικά επιτεύγματα. Είναι μνημεία πίστης, αντοχής και πνευματικής αναζήτησης. Η επιλογή των δυσπρόσιτων αυτών σημείων δεν ήταν τυχαία. Οι άνθρωποι αναζητούσαν την απομόνωση, τη σιωπή και την εγγύτητα με τον Θεό, μακριά από τον θόρυβο του κόσμου.

Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις είναι το βιβλίο του Χάρη Στρατιδάκη «Οι βραχοκλησιές του Ρεθύμνου», που μόλις εκδόθηκε. Η έκδοση βιβλίου από τον Χάρη δεν είναι είδηση. Έχει στο ενεργητικό του περισσότερα από πενήντα βιβλία. Μάλιστα η αναζήτηση στον ηλεκτρονικό κατάλογο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Ρεθύμνης βρίσκει εβδομήντα πέντε (75) τίτλους κάτω από το όνομά του!!! Νομίζω ότι δικαιωματικά του ανήκει ο τίτλος του χαλκέντερου. 

Το βιβλίο έχει εκδοθεί από τη Γραφοτεχνική Κρήτης σε σχήμα 22Χ24 με σκληρό εξώφυλλο και 202 σελίδες. Πρόκειται για μια πολυτελή έκδοση με χαρτί βέλβετ 150 γραμμαρίων και πολλές έγχρωμες φωτογραφίες. Είναι εντυπωσιακό πώς ο συγγραφέας φέρνει σε πέρας ένα τέτοιο εγχείρημα με τέτοια πληρότητα, κάτι που απαιτεί τεράστια έρευνα, χωρίς μάλιστα να παραμελήσει τις άλλες του δραστηριότητας και χωρίς να γίνει αντιληπτός ακόμη και από τους φίλους και συνεργάτες του.

Ο συγγραφέας προτάσσει στο πρώτο κεφάλαιο τα Σπηλαιώδη ιερά ανά τον κόσμο με αναφορές, φωτογραφίες και παραδείγματα από σπηλαιώδη ιερά όλων των μεγάλων θρησκειών από όλον τον κόσμο.

Ακολουθεί αναφορά, με φωτογραφίες, σε σπηλαιώδεις ναούς και μονές ανά την Ελλάδα και έπονται οι σπηλαιώδεις ναοί στην Κρήτη, όπου επισημαίνεται και εξηγείται ο μεγάλος αριθμός τους που, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ανέρχονται σε 390.

Το δεύτερο και τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου είναι το εκτενέστερο και είναι αφιερωμένο στους σπηλαιώδεις ναούς του Ρεθύμνου. Γίνεται εξαντλητική παρουσίαση, αλφαβητικά κατά χωριό, 136 Ρεθεμνιώτικων βραχοκλησιών με φωτογραφική και άλλη λεπτομερή τεκμηρίωση. Το βιβλίο κλείνει με ένα παράρτημα στο οποίο περιλαμβάνονται παλαιότερες σχετικές δημοσιεύσεις του συγγραφέα και κατάλογοι των βραχοκλησιών των περιφερειακών ενοτήτων Ρεθύμνου, Χανίων, Ηρακλείου και Λασιθίου.

Συγχαίρω τον Χάρη Στρατιδάκη για το δώρο μας πρόσφερε τις φετινές γιορτές, το  οποίο πλουτίζει το οικοδόμημα της Ρεθεμνιώτικης και ευρύτερα της Κρητικής βιβλιογραφίας με ένα βιβλίο με πρωτότυπο θέμα και με πληροφορίες που σε μεγάλο βαθμό αγνοούσαμε.  Επίσης συγχαίρω τη Γραφοτεχνική Κρήτης για την εξαιρετική έκδοση.

    

Γιάννης Ζ. Παπιομύτογλου 

 

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΚΡΗΤΗΣ ΜΑΧΜΟΥΤ ΤΖΕΛΑΛΕΝΤΙΝ ΠΑΣΑ (1894).

 

Γιάννης Ζ. Παπιομύτογλου

  

Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΚΡΗΤΗΣ

ΜΑΧΜΟΥΤ ΤΖΕΛΑΛΕΝΤΙΝ ΠΑΣΑ (1894).

 

Ποιος ήταν ο Μαχμούτ πασάς

Ο Μαχμούντ Τζελαλεντίν Πασάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1839. Ανήκε στην υψηλή κοινωνική τάξη των Οθωμανών, γι’ αυτό έλαβε καλή μόρφωση σε ιδιωτικά σχολεία. Εκτός από Τουρκικά γνώριζε Αραβικά, Περσικά και Γαλλικά. Στις βιογραφίες του χαρακτηρίζεται πολιτικός, καλλιγράφος, μουσικοσυνθέτης και ποιητής.


Επομένως θα ανέμενε κανείς, αυτός ο μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος,  να είναι ευγενικός και ήπιος χαρακτήρας, όμως οι Κρητικοί είχαν τη χειρότερη γνώμη γι’ αυτόν και ήταν πολύ μισητός από τους χριστιανούς της Κρήτης. Υπηρέτησε σε πολύ υψηλές θέσεις του Οθωμανικού κράτους, όπως υπουργός Εμπορίου και Δημοσίων Έργων, πέφτοντας όμως συχνά σε δυσμένεια. Στην Κρήτη ήλθε αρκετές φορές με διάφορες αποστολές. Πρώτη φορά ήρθε το 1867, μεσούσης της Μεγάλης Κρητικής Επανάσταση, συνοδεύοντας τον Μεγάλο Βεζύρη Μεχμέτ Ααλή Πασά, ως Γραμματέας του. Δεύτερη φορά ήλθε στην Κρήτη το 1877 με αποστολή να ηρεμήσει τα οξυμένα πνεύματα στο Νησί, που βρισκόταν και πάλι στα πρόθυρα νέας επανάστασης. Το 1889 ήλθε στη Κρήτη για τρίτη φορά με αποστολή να καταστείλει την εξέγερση των διχασμένων Κρητικών. Τέταρτη και τελευταία φορά ήλθε το 1891, όταν με φιρμάνι του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ διορίστηκε, από 1 Σεπτεμβρίου 1891 Γενικός Διοικητής Κρήτης και παρέμεινε σ’ αυτήν τη θέση μέχρι τον Αύγουστο του 1894.

Ο ίδιος θεωρούσε την τοποθέτησή του στην Κρήτη ως εξορία και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ανακληθεί στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τη διάρκεια της θητείας του σ’ αυτήν τη θέση υπέβαλε πολλές παραιτήσεις, χωρίς καμιά να γίνει αποδεκτή. Μάλιστα σε μια που υπέβαλε τον Δεκέμβρη του 1893, επικαλέστηκε πρόβλημα υγείας στα μάτια του, αλλά ο Σουλτάνος αντί να τον ανακαλέσει του έστειλε, κατά μία εκδοχή, έναν οφθαλμίατρο κατά μίαν άλλη ένα ζεύγος γυαλιά. Ίσως αυτή η δυσμένεια εκ μέρους της Πύλης, να ήταν ο λόγος που η συσσωρευμένη του οργή ξεσπούσε πάνω στους χριστιανούς της Κρήτης, με αποκορύφωμα την εκτέλεση με απαγχονισμό πέντε Κρητικών τον Γενάρη του 1894[1].

Η Απόπειρα

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της Δευτέρας 16 Ιουλίου 1894 άγνωστοι αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον  Γενικό Διοικητή Κρήτης Μαχμούτ Τζελαλεντίν Πασά.


Αναλυτικά το περιστατικό έχει ως εξής: 
Ο Μαχμούτ διέμενε στη θερινή του κατοικία στη Χαλέπα Χανίων κοντά στα Ταμπακαριά, όπου είχε μεταφέρει και το γραφείο του. Αργά το βράδυ της 16ης προς 17η Ιουλίου ο Μαχμούτ βρισκόταν στο γραφείο του στο ισόγειο της κατοικίας και είχε συνάντηση με τον με τον Καδή (Ιεροδίκη) των Χανίων και ένα φίλο του Αρμένιο από την Προύσα της Τουρκίας. Το παράθυρο προς τον δρόμο ήταν ανοιχτό λόγω του καύσωνα. Ξαφνικά ακούστηκαν πυροβολισμοί από τον δρόμο και ο Μαχμούτ έγειρε αιμόφυρτος πάνω στο γραφείο του. Πάνω στον πανικό και την αναστάτωση που επικράτησε, ουδείς σκέφτηκε να σπεύσει προς αναζήτηση και σύλληψη των δραστών. Όταν αυτό έγινε ήταν πλέον αργά, οι δράστες είχαν εξαφανιστεί. Ο Μαχμούτ είχε τραυματιστεί στο μέτωπο, αλλά όχι πολύ σοβαρά. Το γεγονός κρατήθηκε μυστικό μέχρι την επομένη και μόνο στους Προξένους ανακοινώθηκε αμέσως, οι οποίοι έσπευσαν να επισκεφθούν τραυματία, αφού τηλεγράφησαν και ενημέρωσαν τις κυβερνήσεις τους σχετικά. Η πρόσκαιρη απόκρυψη της απόπειρας οφειλόταν στον φόβο εκδήλωσης ταραχών και πράξεων εκδίκησης εκ μέρους των Οθωμανών εις βάρος των Χριστιανών. Ο Μαχμούτ τηλεγράφησε αμέσως στην Πύλη ότι άγνωστοι επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν και ζήτησε να του επιτραπεί να αναχωρήσει από την Κρήτη για Κωνσταντινούπολη μόλις το επιτρέψει η υγεία του. Μόλις μια εβδομάδα αργότερα, τη Δευτέρα 24 Ιουλίου 1894, έφτασε στα Χανιά ο αντικαταστάτης του Τουρχάν Πασάς. Είναι πολύ πιθανό να είχε αποφασιστεί η αντικατάσταση του Μαχμούτ και απλώς συνέπεσε με την απόπειρα δολοφονίας του. Άλλωστε ήταν σε δυσμένεια και αυτό φαίνεται από το διάταγμα αντικατάστασής του, όπου χρησιμοποιείται ό όρος επαύθη αντί του συνήθους παρητήθη.  Ο Μαχμούτ αναχώρησε οικογενειακώς εσπευσμένα από την Κρήτη την επομένη της άφιξης του αντικαταστάτη του Τουρχάν Πασά, με το ίδιο πλοίο που ο τελευταίος έφτασε στα Χανιά.

Οι έρευνες και οι συλλήψεις

Όπως ήταν αναμενόμενο, το πρωτοφανές αυτό περιστατικό προκάλεσε αναστάτωση στην κοινή γνώμη των Χανίων και τη σφοδρή αντίδραση των Αρχών. Υπήρχε ο φόβος να ξεσπάσουν ταραχές με το μουσουλμανικό στοιχείο να καταφέρεται κατά του χριστιανικού, το οποίο θεωρούνταν υπεύθυνο για την απόπειρα. Η Αστυνομία και γενικότερα οι τουρκική διοίκηση δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι η απόπειρα δολοφονίας του Γεν. Διοικητή ήταν έργο χριστιανών. Ούτε στιγμή δεν απασχόλησε τις Αρχές το επιχείρημα ότι οι χριστιανοί δεν είχαν συμφέρον να πράξουν κάτι τέτοιο αφού ήταν σίγουρο ότι οι υπόνοιες θα έπεφταν πάνω τους και θα υφίσταντο τις συνέπειες.

Η τακτική δικαιοσύνη παραμερίστηκε και τις ανακρίσεις ανέλαβε τετραμελής επιτροπή, που αποτελούσαν ανώτεροι αξιωματικοί του στρατού και της χωροφυλακής, δηλαδή επρόκειτο για έκτακτο στρατοδικείο. Αμέσως άρχισαν συλλήψεις εκατοντάδων χριστιανών, ανδρών και γυναικών αδιακρίτως, κυρίως κατοίκων της Χαλέπας. Επειδή τα βυρσοδεψεία (ταμπακαριά) βρίσκονταν κοντά στην κατοικία του Μαχμούτ, συνελήφθησαν όλοι οι βυρσοδέψες το πρωί της Τρίτης (17/7) καθώς προσέρχονταν στη δουλειά τους. Ακολούθησε η σύλληψη και φυλάκιση των χριστιανών δημογερόντων της Χαλέπας και αρκετών χριστιανών της περιοχής με παράλληλη εξονυχιστική έρευνα των κατοικιών τους. Μεταξύ των άλλων κατοικιών διενεργήθηκε έρευνα  και στο σπίτι του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, πληρεξουσίου Χανίων, γεγονός που δυσαρέστησε και εξόργισε του χριστιανούς των Χανίων.

Στο σπίτι του Σοφοκλή Κουντάκη βρέθηκαν κρυμμένα όπλα, γεγονός που ήταν αρκετό για να οδηγηθεί όλη η οικογένεια στη φυλακή συμπεριλαμβανομένων των κοριτσιών και των μικρών παιδιών. Τον Σοφοκλή Κουντάκη ανέκρινε με άγριο ξυλοδαρμό ο ίδιος ο πρόεδρος του στρατοδικείου. Αφού δεν πέτυχε τίποτα διέταξε τους στρατιώτες να τον πάρουν και να τον οδηγήσουν δήθεν στην αγχόνη. Αφού και αυτό το τέχνασμα δεν έφερε αποτέλεσμα, τον επανάφεραν στη φυλακή.

Το ίδιο τέχνασμα εφαρμόστηκε και κατά του Χριστούλη Κτενιαδάκη, ο οποίος όμως πίστεψε ότι πάει για εκτέλεση και πάνω στην απελπισία του όρμησε σε έναν στρατιώτη και του απέσπασε το όπλο, το οποίο -δυστυχώς γι’ αυτόν- ήταν άδειο. Τότε οι στρατιώτες έπεσαν επάνω του και τον ξυλοκόπησαν τόσο άγρια, που τον άφησαν ημιθανή. Συνελήφθησαν επίσης όλα τα μέλη των οικογενειών Λαρεντζάκη και Παπαδάκη που απαγχονίσθηκαν αδίκως από τον Μαχμούτ τον Γενάρη του ίδιου έτους.


Μάλιστα ο πατέρας του απαγχονισθέντος Γ. Παπαδάκη ιερέας  Παπά-Πέτρος θεωρήθηκε ύποπτος επειδή μετά τον απαγχονισμό του γιου του, άφησε το χωριό του Λουτράκι Κυδωνίας και εγκαταστάθηκε στη Χαλέπα, όπου έγινε η απόπειρα.

Είναι προφανές ότι προκειμένου να αποσπάσουν ομολογίες χρησιμοποιούσαν όλα τα μέσα. Άγριοι βασανισμοί κατά πάντων, ανδρών και γυναικών και όχι μόνο των υπόπτων αλλά και των απλών μαρτύρων. Για να αντιληφθούν πληρέστερα οι αναγνώστες την αγριότητα της κατάστασης παραθέτω αυτολεξεί δύο αποσπάσματα από εφημερίδες των Αθηνών, τα οποία στηρίζονται σε επιστολές εκ Χανίων:

…Είνε δε φρικτά και αποτρόπαια τα βάσανα εις τα οποία τους υποβἀλλουσι. Τα της Ιεράς Εξετάσεως θα ωχρίων προ της αγριότητος τούτων. Τους τυραννούν διά να μαρτυρήσωσιν ό,τι δεν γνωρίζουσι. Αι ανηλεείς μαστιγώσεις είνε αι αβρότεραι θωπείαι διά τους δυστυχείς ανακρινομένους. Υποβάλλουν αυτούς εις φρικτά και άγρια βασανιστήρια απεριγράπτου θηριώδους επινοίας…

…Άνθρωποι ευυπόληπτοι, καταστηματάρχαι, κτηματίαι και γεωργοί, ως μάρτυρες και ύποπτοι συλληφθέντες, απολυόμενοι, -όσοι απολύονται- είνε ως τρελλοί, δι’ όσα είδον και έπαθον...

Η σύλληψη των δραστών

Πέρασε σχεδόν ένας μήνας από την ημέρα της απόπειρας και το αποτέλεσμα των συλλήψεων, ανακρίσεων και βασανισμών ήταν μηδενικό. Οι έρευνες είχαν φτάσει σε αδιέξοδο όταν στις 10 Αυγούστου κυκλοφόρησε η φήμη ότι συνελήφθησαν τρεις νεαροί ως δράστες της απόπειρας κατά του Μαχμούτ και ότι οι δύο ήταν από τον Αποκόρωνα και ο τρίτος από τη Χαλέπα. Πράγματι δυο τρεις μέρες μετά δημοσιεύθηκε σε εφημερίδες των Αθηνών η σύλληψη των δραστών με αναλυτικές πληροφορίες, που προέρχονταν από επιστολές εκ Χανίων. Σύμφωνα με αυτές οι τρεις νεαροί (κάτω των είκοσι ετών) κατοικούσαν στη Χαλέπα και μετά την απόπειρα αναχώρησαν από εκεί, κάτι που τους κατέστησε ύποπτους και άρχισε η αναζήτησή τους. Τελικά έφτασε στις Αρχές η πληροφορία ότι κρύβονταν στο χωριό Κεφαλάς Αποκορώνου, αλλά πριν τους συλλάβουν πρόλαβαν και αναχώρησαν από την Πλάκα Αποκορώνου με πλοιάριο ιδιοκτησίας κάποιου Όθωνα Αποκορωνιώτη. Αμέσως δόθηκε εντολή στο πολεμικό πλοίο «Ισμαήλ», που ναυλοχούσε στη Σούδα, να σπεύσει προς αναζήτησή τους. Σύντομα εντοπίστηκε το πλοιάριο να πλέει ανοιχτά της θέσης Σταυρός Ακρωτηρίου, οπότε και τούς συνέλαβαν μαζί με τον ιδιοκτήτη του πλοιαρίου και τον βοηθό του.. Επρόκειτο για νεαρά παιδιά, που ο μεγαλύτερος ήταν 18 ετών και τα ονόματά τους ήταν Ιωάννης Παπαδάκης ή Βολοσυράκης, Ηλίας Κουκλάκης και Ι. Γαλανάκης. Κλείστηκαν στις φυλακές και λίγες μέρες μετά έγινε γνωστό ότι ομολόγησαν. Ουδείς γνωρίζει αν η ομολογία ήταν αποτέλεσμα βασανισμού ή φόβου λόγω του νεαρού της ηλικίας.

Η δίκη και οι ποινές

Κάποια στιγμή έγινε η δίκη σε πρώτο βαθμό, πιθανόν τον Οκτώβριο, τόσο για τους τρεις κατηγορούμενους όσο και για τους δύο ναυτικούς, που τους βοήθησαν να αποδράσουν, αλλά δεν έχουμε πληροφορίες ούτε για το δικαστήριο ούτε για τις ποινές.  Έχουμε όμως πληροφορίες για τις δίκες σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο Χανίων. Το Εφετείο ήταν 5μελές με τρεις Χριστιανούς δικαστές και δύο Οθωμανούς. Προηγήθηκε η δίκη των δύο ναυτικών, η οποία έγινε στις αρχές Νοεμβρίου και καταδικάστηκαν, ο μεν πλοίαρχος Όθων Αποκορωνιώτης[2] σε φυλάκιση ενός έτους, ο δε ναύτης του σε φυλάκιση 6 μηνών.

Η δίκη των κατηγορουμένων για την απόπειρα δολοφονίας του Μαχμούτ Πασά έγινε στα μέσα Νοεμβρίου 1894. Η ανώτερη ποινή που προέβλεπε ο ποινικός νόμος εκείνης της εποχής, για απόπειρα δολοφονίας από πρόθεση ήταν 15 χρόνια κάθειρξη. Οι ποινές που επιβλήθηκαν ήταν: Στον τον Ηλία Κουκλάκη, ως φυσικό αυτουργό, 25 χρόνια και στους Ι. Γαλανάκη και Ι. Παπαδάκη, ως συνεργούς 15 και 10 χρόνια αντίστοιχα. Το δικαστήριο δικαιολόγησε την ποινή των 25 χρόνων, που ήταν πάνω από την προβλεπόμενη από τον νόμο, με το επιχείρημα ότι η απόπειρα στρεφόταν κατά κρατικού υπαλλήλου, ο οποίος βρισκόταν εν ώρα υπηρεσίας!

Η απόφαση προκάλεσε αγανάκτηση στους χριστιανούς των Χανίων και όχι μόνο. Η αγανάκτηση στρεφόταν κατά των τριών χριστιανών δικαστών, από τους οποίους ο χριστιανικός πληθυσμός περίμενε τουλάχιστον να τηρήσουν τον νόμο. Σε επιστολή εκ Χανίων δημοσιευμένη στην εφημερίδα Λευκά Όρη, που εκδιδόταν στην Αθήνα, εκφράζεται με σκληρά λόγια αυτή η αγανάκτηση κατά των χριστιανών δικαστών. Ιδού ένα απόσπασμα: …Άξιος ο μισθός των δικαστών, αι αραί δε των συγγενών των καταδικασθέντων να επιπέσωσιν επί της κεφαλής των δικαστών τούτων και επί των τέκνων των…

Βρισκόμαστε στο τέλος του 1894 και από το επόμενο έτος η Κρήτη εισέρχεται σε επαναστατική περίοδο (1895-1898), που καταλήγει στην Αυτονομία, οπότε βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι καταδικασθέντες απελευθερώθηκαν το αργότερο το 1898.

ΠΗΓΕΣ

·        Εφημερίδα «ΕΘΝΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ» Αθηνών, 1894.

·        Εφημερίδα «ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ» Αθηνών, 1894.

·        Εφημερίδα «ΛΕΥΚΑ ΟΡΗ» Αθηνών, 1894.



[1] Βλ. Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου, «Απαγχονισμοί στην Κρήτη το 1894, Χανια-Ρέθυμνο-Ηράκλειο», Χανιώτικα Νέα, 8-8-2025 και στο https://rethymniates.blogspot.com/2025/08/1894.html

[2] Δεν γνωρίζουμε αν το «Αποκορωνιώτης» δείχνει καταγωγή από τον Αποκόρωνα ή είναι επώνυμο.

Σάββατο 9 Αυγούστου 2025

ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ ΤΟ 1894

 Γιάννης Ζ. Παπιομύτογλου 

ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ ΤΟ 1894

Χανιά – Ρέθυμνο – Ηράκλειο

Μαχμούτ Τζελαλεντιν Πασάς
Το 1894, με το ξεκίνημα του νέου χρόνου και αφού είχαν περάσει οι γιορτές του δωδεκαημέρου, συνέβη ένα γεγονός που συντάραξε τους Κρητικούς. Τα ξημερώματα της 8ης Ιανουαρίου, ημέρα Δευτέρα, ταυτόχρονα και στις τρεις μεγάλες πόλεις της Κρήτης, απαγχονίστηκαν πέντε άνθρωποι. Δύο στα Χανιά, δύο στο Ρέθυμνο και ένας στο Ηράκλειο. Οι εκτελέσεις έγιναν με σουλτανικό διάταγμα, το οποίο σίγουρα προκλήθηκε ύστερα από εισήγηση του Γενικού Διοικητή Κρήτης Μαχμούτ Τζελαλεντίν Πασά. Το γεγονός προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στο χριστιανικό στοιχείο της Κρήτης επειδή η θανατική ποινή δεν είχε εκτελεστεί για πολλά χρόνια και στην ουσία είχε σιωπηρώς καταργηθεί. Από το τέλος της μεγάλης Κρητικής Επανάστασης (1866-1869) και καθ’ όλη την περίοδο της Σύμβασης της Χαλέπας (1878-1889), οι Γενικοί Διοικητές Κρήτης (κυρίως χριστιανοί) δεν αποφάσισαν την εκτέλεση κάποιου θανατοποινίτη, παρότι υπήρξαν αρκετές θανατικές καταδίκες. To 1889 με μια τελείως αψυχολόγητη ενέργεια η συντηρητική παράταξη της Κρήτης (οι λεγόμενοι Καραβανάδες), που έχασαν τις εκλογές στις 2 Απριλίου κήρυξαν την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα στις 6 Μαΐου. Την πράξη αυτή αποκήρυξε η Ελληνική Κυβέρνηση του Χαριλάου Τρικούπη, ενώ η Τουρκία εκμεταλλεύθηκε το γεγονός και ανακάλεσε όλα τα προνόμια που παραχωρούσε στους Κρητικούς η Σύμβαση της Χαλέπας και ανάμεσα σ’ αυτά αυτό που προέβλεπε τον ορισμό χριστιανού στη θέση του Γενικού Διοικητή Κρήτης.

Έτσι ενώ είχε προηγηθεί από το 1877 μια σειρά χριστιανών διοικητών, από το 1889 αρχίζει ο διορισμός Τούρκων διοικητών με τρίτον στη σειρά τον Μαχμούτ Τζελαλεντίν Πασά, ο οποίος παρέμεινε στη θέση του Γενικού Διοικητή από το 1891 έως τον Αύγουστο του 1894, οπότε αναχώρησε από την Κρήτη εσπευσμένα λόγω απόπειρας δολοφονίας και τραυματισμού του, γεγονός που τον έκανε να συνειδητοποιήσει ότι ήταν πολύ μισητός στους χριστιανούς της Κρήτης.

Η είδηση των απαγχονισμών στην εφ. Μεσόγειος
Οι πηγές για τη σύνταξη του παρόντος κειμένου είναι κυρίως Αθηναϊκές εφημερίδες, που δημοσίευαν, δίκην ανταποκρίσεων, επιστολές από την Κρήτη με ανώνυμους αποστολείς. Στην Κρήτη, από το 1889, είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία εφημερίδων με εξαίρεση τις εφημερίδες «Μεσόγειος» στα Χανιά και «Ηράκλειον» στο Ηράκλειο, οι οποίες όπως ήταν φυσικό, απέφευγαν τη δημοσίευση κειμένων και ειδήσεων ενοχλητικών για το καθεστώς. Έτσι βλέπουμε η «Μεσόγειος» ένα τόσο συνταρακτικό γεγονός της εκτέλεσης πέντε ανθρώπων, να το προσπερνάει με ένα μονόστηλο μόλις 30 λέξεων.
Στο ίδιο φύλλο (8/1/1894) η «Μεσόγειος» δημοσιεύει την είδηση της απονομής χάρης σε τέσσερις καταδίκους από τον Νομό Ηρακλείου, προφανώς για να ελαττώσει την αλγεινή εντύπωση που προκάλεσαν οι απαγχονισμοί.

Αντίθετα η εφημερίδα «Ηράκλειον» κάνει εκτεταμένη αναφορά στο γεγονός  του απαγχονισμού στο Ηράκλειο, απ’ όπου αντλούμε τις πληροφορίες που δημοσιεύουμε εδώ.

Στα Χανιά

Η Porta Retemniota των Βενετών ή Καλέ Καπισί των
Οθωμανών, όπως τη σχεδίασε ο G. Gerola (Monumenti
Veneti... vol. 1, p. 461).
Τη Δευτέρα το πρωί της 8ης Ιανουαρίου 1894 οι Χανιώτες βρέθηκαν μπροστά σε ένα αποτρόπαιο θέαμα. Έξω από την κεντρική πύλη της πόλης (Καλέ Καπισί) κρέμονταν δύο (ένας από κάθε πλευρά) απαγχονισμένοι. Όλες οι Αθηναϊκές εφημερίδες που δημοσίευσαν την είδηση του απαγχονισμού («Ακρόπολις», «Εθνική Σημαία», «Παλλιγγενεσία») γράφουν επί λέξει ότι ο απαγχονισμός έγινε «…ἐν ἑκατέρα τῶν θυρῶν της πόλεως…» και δημιουργείται η εντύπωση ότι έγιναν απαγχονισμοί και στις δύο βασικές πύλες της πόλης, Καλέ Καπισί και Κουμ Καπί. Το θέμα αποσαφηνίζεται από το εξής απόσπασμα της εφημερίδας «Εθνική Σημαία»: «…μετεφέρθησαν εἰς Καλεκαπησί ἔνθα εἶχε στηθεί ἀγχόνη καί ἀπηγχόνησαν αὐτούς τόν μέν ἕνα ἔξωθεν τοῦ ἑνός καλεκαπισιού τόν δέ ἔξωθεν τοῦ ἑτέρου».  Άρα εκατέρωθεν της κεντρικής πύλης υπήρχαν δύο μικρότερες βοηθητικές πυλίδες που η εφημερίδα ονομάζει καλεκαπισιά.

Οι εκτελέσεις δεν είχαν προαναγγελθεί και γι’ αυτό προκάλεσαν πολύ μεγάλη και δυσάρεστη έκπληξη στους χριστιανούς της πόλης. Λέγεται ότι την προηγουμένη των εκτελέσεων ο ίδιος ο Γενικός Διοικητής Κρήτης ο Μαχμούτ Τζελαλεντίν Πασάς επισκέφθηκε τον τόπο της εκτέλεσης και έδωσε σχετικές οδηγίες. Επίσης ο ίδιος στις τρεις η ώρα τα ξημερώματα της Δευτέρας, ηγούμενος τμήματος τακτικού στρατού και έφιππων χωροφυλάκων, παρέλαβε από τις φυλακές τους φυλακισμένους Γεώργιο Παπαδάκη και Ιωάννη Λαρεντζάκη και τους οδήγησε στον τόπο της εκτέλεσης, όπου παρακολούθησε τον απαγχονισμό. Λέγεται ότι ο ίδιος ο υπασπιστής του Μαχμούτ ανέλαβε ρόλο δημίου και πέρασε τη θηλιά στους λαιμούς των μελλοθάνατων και τους απαγχόνισε χωρίς να τους ανεβάσει σε κάποιο κάθισμα και να το τραβήξει απότομα επιφέροντας σύντομο θάνατο, αλλά τους ανέβασε σιγά-σιγά και βασανιστικά τραβώντας το σχοινί, με όσους Οθωμανούς παραβρέθηκαν να λοιδορούν και να υβρίζουν τους δυστυχείς Λαρεντζάκη και Παπαδάκη.

Οι Λαρεντζάκης και Παπαδάκης κατάγονταν από το χωριό Λουτράκι Κυδωνίας και είχαν καταδικαστεί σε θάνατο κατηγορούμενοι για τον φόνο ενός Οθωμανού ονόματι Τεφίκ Μπάτρης ή Μπετράκης ή Μπατράκης, αδελφού του Ανακριτή Ρεθύμνης. Υπήρχε μάλιστα η πεποίθηση στους Χανιώτες ότι αυτή η συγγένεια ήταν η αιτία των απαγχονισμών επειδή ο Ανακριτής Ρεθύμνης είχε στενές σχέσεις με υψηλά πρόσωπα στην Κωνσταντινούπολη και προκάλεσε τους απαγχονισμούς.

Οι δύο κατηγορούμενοι παρά τα φρικτά βασανιστήρια, ουδέποτε παραδέχτηκαν ότι αυτοί δολοφόνησαν τον Μπάτρη και φώναζαν ότι είναι αθώοι. Ακόμη και το δικαστήριο που τούς δίκασε με πρόεδρο τον Ν. Στρατουδάκη και δύο Οθωμανούς δικαστές, δεν πείσθηκε για την ενοχή τους, αλλά η Γεν. Διοίκηση απαίτησε την καταδίκη τους, όπερ και εγένετο. Είχε προηγηθεί καταγγελία κατά του του τρίτου αδελφού Μπάτρη, ότι πλήρωσε δολοφόνους να σκοτώσουν τον αδελφό του για κληρονομικές διαφορές, αλλά όπως ήταν αναμενόμενο η καταγγελία δεν είχε καμιά τύχη.

Οι απαγχονισθέντες παρέμειναν κρεμασμένοι  στην αγχόνη μέχρι το μεσημέρι, οπότε τους παρέλαβαν Χανιώτες χριστιανοί και τους μετέφεραν στον ναό του Αγίου Λουκά. Εκεί πλήθος αγανακτισμένων χριστιανών των Χανίων τους συντρόφευε μέχρι να έλθουν οι συγγενείς και συγχωριανοί τους να τους παραλάβουν. Όμως ο Τουρκικός στρατός είχε αποκλείσει όλες τις διόδους προς την πόλη και ήταν αδύνατη η προσέγγιση οποιουδήποτε. Η Διοίκηση ειδοποίησε ότι οι συγγενείς δεν πρόκειται να έλθουν και ζήτησε να ενταφιάσουν τους νεκρούς άμεσα, διαφορετικά θα τους έριχνε στη θάλασσα. Προ αυτού του ενδεχομένου οι χριστιανοί ενταφίασαν τους νεκρούς στο νεκροταφείο της πόλης.

Την Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 1894 τελέσθηκε στα Χανιά το μνημόσυνο των δύο απαγχονισθέντων Λαρεντζάκη και Παπαδάκη. Στο μνημόσυνο χοροστάτησε ο επίσκοπος Κυδωνίας Νικηφόρος παρά το γεγονός ότι του είχε διαμηνυθεί από τον Μαχμούτ να μην παραστεί. Το μνημόσυνο παρακολούθησε ἄπειρον πλῆθος ἐν δικαίᾳ ἐξάψει διατελοῦν. Τους συγγενείς και συγχωριανούς από το χωριό Λουτράκι στρατιωτική δύναμη εμπόδισε να παρευρεθούν.

Στο Ρέθυμνο

Το πρωί της 8ης Ιανουαρίου 1894 οι χωρικοί που έρχονταν από τα ανατολικά και δυτικά χωριά του Ρεθύμνου, βρήκαν κλειστές τις αντίστοιχες πύλες (την Πύλη της Άμμου στα ανατολικά και την Μαρμαρόπορτα στα δυτικά), γεγονός που τους οδηγούσε υποχρεωτικά στην Μεγάλη Πόρτα που αποτελούσε την κεντρική είσοδο της πόλης. Εκεί κατέφθαναν και οι χωρικοί που έρχονταν από τον Άη Βασίλη και από τα χωριά νότια του Ρεθύμνου, προκειμένου να μπουν στο Ρέθυμνο για τις δουλειές τους. Έτσι όλοι αυτοί, καθώς και όσοι έβγαιναν από την πόλη, βρέθηκαν μπροστά σε ένα φρικτό θέαμα. Δύο άνθρωποι κρέμονταν απαγχονισμένοι, με καρφιτσωμένη στο στήθος την απόφαση εκτέλεσης γραμμένη ελληνικά και τουρκικά, στον γνωστό πλάτανο που οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν ως αγχόνη και τον οποίο ο αείμνηστος γυμνασιάρχης Μιχαήλ Πρεβελάκις αποκαλεί «… ἡ παρά τον Ναόν των τεσσάρων Νεομαρτύρων κατηραμένη πλάτανος».

Η φωτογραφία είναι της δεκαετίας του 1880. Στο κέντρο 
ο μιναρές της Βαλιδέ Σουλτάνας, μέρος του χερσαίου
τείχουςτης πόλης και ο πλάτανος.

Επί Ενετοκρατίας οι απαγχονισμοί στο Ρέθυμνο γίνονταν στον λόφο του Τιμίου Σταυρού, ο οποίος για τον λόγο αυτόν, τότε λεγόταν Φουρκοκέφαλο (φούρκα=κρεμάλα, αγχόνη).

Όπως και στα Χανιά, το γεγονός προκάλεσε αίσθηση και οδυνηρή έκπληξη στους χριστιανούς, επειδή είχαν περάσει πάνω από σαράντα χρόνια από την τελευταία εκτέλεση. Με φρίκη και συγκίνηση ατένιζαν τους κρεμασμένους σε αντίθεση με τους Τούρκους που δεν έκρυβαν την ικανοποίησή τους. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η μυστικότητα που υπήρξε γύρω από το θέμα, καθώς κανείς δεν γνώριζε το παραμικρό. Ακόμη και ο εφημέριος της πόλης παπά Γεώργιος πού κλήθηκε να εξομολογήσει και κοινωνήσει τον δυστυχή Φουντουλάκη, μετά την εκτέλεση των ιερών του καθηκόντων, κρατήθηκε στο Διοικητήριο μέχρι που έγιναν οι απαγχονισμοί για να μη διαρρεύσει στην πόλη το μυστικό της εκτέλεσης.

Οι απαγχονισμένοι ήταν ο 24χρονος χριστιανός Εμμανουήλ Φουντουλάκης ή Φουντούλης από το χωριό Ρούστικα και ο 20χρονος μουσουλμάνος Ομέρ Κανελλάκης, από το χωριό Αμπελάκι. Είχαν καταδικαστεί σε θάνατο, ο πρώτος για τον φόνο του Μεχμέτ Φουρναράκη, κρεοπώλη από την Παλαίλιμνο στις 3 Ιουλίου του 1893 και ο δεύτερος για τον φόνο του εξηντάχρονου ιερέα των Μελάμπων Νικολάου Αυγουστάκη στις 22 του ίδιου μήνα.

Για την ενοχή του Φουντουλάκη δεν υπήρχαν αποδείξεις ούτε ομολογία του ίδιου. Εκείνο που κατά τις Τουρκικές Αρχές της πόλης ενοχοποιούσε τον Φουντουλάκη ήταν ότι πωλούσαν ζώα μαζί με τον Κανελλάκη και νυχτώθηκαν στο Ατσιπόπουλο, όπου αποφάσισαν να διανυκτερεύσουν. Ο Τούρκος ζωέμπορος έμεινε με τα ζώα του έξω από το χωριό, ενώ ο Φουντουλάκης πήγε στο χωριό για να κοιμηθεί. Το πρωί ο Φουρναράκης βρέθηκε σκοτωμένος και οι υποψίες έπεσαν στον Φουντουλάκη, ο οποίος συνελήφθη.

Αεροφωτογραφία του 1940 όπου διακρίνονται: 1. ο πλάτανος, 
2. ο παλαιός ναός των 4 Μαρτύρων, 3. τα χασαπιά, 4. το Τζαμί
της Βαλιδέ Σουλτάνας και 5. το Γυμνάσιο Θηλέων.

Για την υπόθεση του φόνου του Μελαμπιανού  ιερέα έγινε γνωστό ότι ο Κανελάκης μαζί με τον  50χρονο Αχμέτ Μαχμουτάκη από τη Γενή Αμαρίου, σε ενέδρα έξω από το χωριό Καρέ σκότωσαν τον ιερέα και τραυμάτισαν σοβαρά τον ανιψιό του Αλέξανδρο Μελιδονιώτη, μάλιστα ως απόδειξη του φόνου έκοψαν το αυτί του παπα Νικολή Αυγουστάκη. Οι ανακρίσεις κατέληξαν ότι ο φονιάς ήταν ο Κανελλάκης και ο Μαχμουτάκης ήταν συνεργός,

Το δικαστήριο, που έγινε στις 21 Αυγούστου καταδίκασε  τον μεν Κανελάκη σε θάνατο τον δε Μαχμουτάκη σε 15 χρόνια φυλάκιση. Η εφημερίδα «Εθνική Σημαία» σε ανταπόκρισή της από το Ρέθυμνο υποστηρίζει ότι και ο νεαρός Κανελλάκης ήταν αθώος και πραγματικός ένοχος  ήταν ο Μαχμουτάκης, ευνοούμενος του υποδιοικητή Ρεθύμνης.

Λέγεται ότι ο Κανελλάκης ήταν από χριστιανή μητέρα, γεγονός που οδήγησε τους Οθωμανούς να πανηγυρίζουν λέγοντας ότι, στους πέντε συνολικά απαγχονισθέντες στην Κρήτη, αυτοί έχασαν μόνο μισόν Τούρκον ενώ οι γκιαούριδες τεσσερισήμισι.

Περί το μεσημέρι τους κατέβασαν από τις κρεμάλες και επέτρεψαν στους συγγενείς του Φουντουλάκη, που είχαν ειδοποιηθεί, να τον παραλάβουν και να τον θάψουν στο νεκροταφείο της πόλης. Από εκεί, μετά την νεκρώσιμη ακολουθία, οι συγγενείς παρέλαβαν τον νεκρό με σκοπό να τον μεταφέρουν στα Ρούστικα για να ταφεί με τους προγόνους του. Αλλά ενώ είχε απομακρυνθεί ο νεκρός και η συνοδεία του περίπου ένα χιλιόμετρο, κατέφθασε στρατός και χωροφύλακες και τους υποχρέωσαν βιαίως να επιστρέψουν στο νεκροταφείο όπου και τον ενταφίασαν την επομένη παρουσία πλήθους αγανακτισμένων Ρεθεμνιωτών.

Όλες οι παραπάνω πληροφορίες έχουν αντληθεί από διάφορες πηγές που σε γενικές γραμμές ταυτίζονται. Υπάρχει όμως και μια άλλη πηγή, που λόγω της συντομίας της την παραθέτουμε αυτούσια. Είναι η έκθεση του Γεωργίου Χατζηγρηγοράκη, Υποπροξένου της Ρωσίας στο Ρέθυμνο προς τον Πρόξενο της Ρωσίας στα Χανιά, όπου λακωνικά και με αυστηρά υπηρεσιακή γλώσσα περιγράφει τα γεγονότα:

Έν Ρεθύμνῃ τῇ 10 Ιανουαρίου 1894

Ἐξοχώτατε,

Λαμβάνω την τιμήν νά ἀναφέρω πρός Ὑμᾶς ὅτι,

……………………………………………………………………………………………………………

Την 7ην πρός 8ην ἐνεστῶτος μηνός μετά τό  μεσονύκτιον ἀπηγχονίσθησαν ἐνταῦθα ὁ Φουντουλάκης, χριστιανός, ὅστις ἀδίκως ἄνευ μαρτυριῶν κατ’ αὐτοῦ, ἄνευ ἰδικῆς του καταθέσεως (σ.σ. ενν. ομολογίας) καί ἄνευ ἰσχυρῶν τεκμηρίων εἶχε καταδικασθῆ εἰς θάνατον παρά τοῦ ἐνταῦθα κακουργοδικείου διά τόν φόνον τοῦ Ὀθωμανοῦ φουρνάρη εἰς Ἀτσιπόπουλον καί ὁ Κανελλάκης, Τοῦρκος, ὅστις εἶχε καταδικασθῆ μετά πολλῶν ὅμως τεκμηρίων καί  ἰδικῆς του καταθέσεως διά τόν φόνον τοῦ ἐκ Μελάμπων Ἁγίου Βασιλείου ἱερέως. Φρίκη καί ἀγανάκτησις μεγίστη καί γενική κατήφεια παρουσιάζεται ένταῦθα εἰς πάντων τῶν χριστιανῶν τά πρόσωπα, αναλογιζομένων ὅτι ἀφοῦ ἅπαξ ἤρξατο ἡ ἀγχόνη λειτουργοῦσα καί  εἰς χεῖρας ἀδιστάκτως μεροληπτοῦσας ἀφεθεῖσα, θά  έπιφέρῃ μεγίστην καταστροφήν ὑπό τό  πρόσχημα τῆς δικαιοσύνης εἰς τό χριστιανικόν στοιχεῖον καί πάντες ἐν μιᾷ φωνῇ θρηνῶσι τόν  ἀδίκως καταδικασθέντα χριστιανόν Φουντουλάκην καί τήν τύχην πολλῶν χριστιανῶν οἵτινες θά  πάθωσιν εἰς τό μἐλλον.

Ταπεινός Ὑμῶν θεράπων

Γεώρ. Ἰω. Χατζηγρηγοράκης

 

Στο Ηράκλειο

Και στο Ηράκλειο έγινε ένας απαγχονισμός και, όπως και στις άλλες δυο πόλεις, την ίδια μέρα και ώρα. Και εδώ τηρήθηκε πλήρης μυστικότητα και έτσι όσοι Ηρακλειώτες ξύπνησαν πολύ πρωί και περνούσαν από την πλατεία Διοικητηρίου (σημερινό πάρκο Θεοτοκόπουλου) πηγαίνοντας στις δουλειές τους, ξαφνικά βρίσκονταν μπροστά σε ένα αποτρόπαιο θέαμα. Ένας νέος άνδρας κρεμόταν  κρεμόταν, πολύ πρόσφατα απαγχονισμένος, από τον γέρικο πλάτανο, υπήρχε μπροστά στο Διοικητήριο. Στο στήθος του ήταν καρφιτσωμένο χαρτί, που έγραφε στην Ελληνική και Τουρκική γλώσσα:

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΟΛΙΜΠΑΚΗΣ

Καταγόμενος ἐξ Ἐπάνω Χωρίου τῆς ἐπαρχίας Ἱεραπέτρου, κατηγορηθείς ἐπί τῷ φόνῳ τοῦ πάππου αὐτοῦ Ἰωάννου Μαρκουλάκη, δικασθείς δέ δημοσίᾳ ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου Χανίων και καταδικασθείς εἰς τήν ποινήν τοῦ θανάτου ὑπέστη ταύτην κατά τόν νόμον συνεπείᾳ τοῦ σχετκοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Διατάγματος.  
                      

Το Διοικητήριο Ηρακλείου μπροστά στο οποίο έγινε ο απαγχονισμός.
Η εφημερίδα «Ηράκλειον» αναφέρει ότι λίγη ώρα πριν τον απαγχονισμό τον μελλοθάνατο επισκέφτηκε ο ιερέας του μητροπολιτικού ναού πατήρ Τίτος, προκειμένου να τον εξομολογήσει και να τον κοινωνήσει. Ο ιερέας προσπάθησε να του αποκρύψει τον λόγο της κοινωνίας και εξομολόγησης μέσα στη νύχτα, όμως ο Μολιμπάκης κατάλαβε, αλλά παρέμεινε ψύχραιμος. Αμέσως μόλις αποχώρησε ο ιερέας, ο κατάδικος οδηγήθηκε στην αγχόνη, που είχε ετοιμαστεί στον πλάτανο μπροστά από το Διοικητήριο. Κάτω από τον πλάτανο υπήρχε ένα τραπέζι και πάνω στο τραπέζι ένα κάθισμα, στο οποίο υποχρεώθηκε ο κατάδικος να ανέβει. Ο δήμιος τράβηξε απότομα το κάθισμα και ο θάνατος επήλθε ακαριαία. Ο νεκρός παρέμεινε κρεμασμένος μέχρι το μεσημέρι, οπότε παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές στις χριστιανικές εκκλησιαστικές αρχές του Ηρακλείου, προκειμένου να ενταφιαστεί. Πράγματι μεταφέρθηκε και ενταφιάστηκε στο νεκροταφείο του Αγίου Κωνσταντίνου, το οποίο η εφημερίδα χαρακτηρίζει νέον έξω της Καινούργιας Πόρτας.

Ο Ιωάννης Μολιμπάκης κατά τον θάνατό του ήταν 28 ετών και καταγόταν από το Πάνω Χωριό Ιερἀπετρας. Λίγο μετά τη γέννησή του η μητέρα του πέθανε και την ανατροφή του ανέλαβε ο Ιωάννης Μαρκουλάκης, παππούς του από την πλευρά της μητέρας του. Για τον πατέρα του δεν υπάρχουν πληροφορίες. Ο παππούς του τον ανέθρεψε με επιμέλεια και στοργή και όταν έφτασε σε κατάλληλη ηλικία τον πάντρεψε το 1887 με μια χωριανή του, παραχωρώντας του μέρος της περιουσίας του. Μετά τον γάμο κατοίκησαν μαζί, δηλαδή ο παππούς με τη γυναίκα του και οι νιόπαντροι. Στην αρχή τα δυο ζευγάρια ζούσαν αρμονικά, αργότερα όμως οι γέροντες άρχισαν να παραπονούνται ότι δεν είχαν την απαραίτητη φροντίδα εκ μέρους του νεαρού ζεύγους. Οι σχέσεις των δύο ζευγαριών επιδεινώνονταν συνεχώς και τελικά οι γέροντες εγκαταστάθηκαν σε χωριστό οίκημα, όπου μετά από λίγο πέθανε η σύζυγος του παππού. Τα παράπονα του παππού εντάθηκαν μετά τον θάνατο της γυναίκας του, και άρχισε να απειλεί ότι θα αποκληρώσει τον εγγονό του. Η απειλή εν μέρει πραγματοποιήθηκε όταν πούλησε το σπίτι που έμενε το νεαρό ζεύγος και απείλησε τον εγγονό ότι θα τον αποκληρώσει και από την υπόλοιπη περιουσία. Αυτό εξόργισε τον νέο τόσο πολύ που τον οδήγησε στη σκέψη και στην απόφαση να σκοτώσει τον παππού του. Έτσι μια νύχτα του 1888 πραγματοποίησε την απόφασή του. Συνελήφθη ως κύριος ύποπτος και παρά την αρχική του άρνηση, τελικά ομολόγησε ότι αυτός ήταν ο δολοφόνος και το Κακουργιοδικείο Χανίων των καταδίκασε σε θάνατο.

Επίλογος

Εύλογα οι αναγνώστες θα αναρωτηθούν γιατί έγιναν αυτοί οι απαγχονισμοί και μάλιστα τόσο ξαφνικά και απροειδοποίητα. Η πιο λογική εξήγηση είναι ότι ο Μαχμούτ, βλέποντας ότι οι Κρητικοί είναι σε συνεχή αναβρασμό μετά το 1889, και θέλοντας να προλάβει όποια επαναστατική κίνηση, προχώρησε σε αυτήν την πράξη για εκφοβισμό και για να τους κλονίσει το ηθικό.

Βέβαια όχι μόνο δεν πέτυχε τον σκοπό του, αλλά αντιθέτως τους εξόργισε και χαλύβδωσε το επαναστατικό τους φρόνημα, γεγονός που οδήγησε σύντομα στην επανάσταση του 1895-1898, η οποία προσφυώς ονομάστηκε τυχερή, επειδή οδήγησε στην Αυτονομία της Κρήτης και αργότερα στην Ένωσή της με την Ελλάδα.

_____________________

ΠΗΓΕΣ

·        Αρχείο Ρωσικού Υποπροξενείου Ρεθύμνης (1893 & 1894).

·        Γρυντάκης Γιάννης, Το Ρέθυμνο μεταξύ δύο επαναστάσεων 1890-1894, Αθήνα 2001.

·        Εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» Αθηνών, φ. 14/1/1894.

·        Εφημερίδα «ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ» Ηρακλείου, φ. 13/1/1894.

·        Εφημερίδα «ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ» Χανίων, φ. 8/1/1894.

·        Εφημερίδα «ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ» Αθηνών, φ. 14 & 18/1/1894.

·        Εφημερίδα «ΕΘΝΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ» Αθηνών, φ. 15 & 23/1/1894, 2 & 28/2/1894.

·        Εφημερίδα «ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ» Αθηνών, φ. 16/1/1894.

·        Εφημερίδα «ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ» Ρεθύμνου, φ. 5/12/1934.

·        Κρήτη το Αφιέρωμα, τομ. 14, σ.41.