Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

ΔΥΟ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΑΡΙΝΑΚΗ

ΔΥΟ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ
ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΑΡΙΝΑΚΗ

Του Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου

Στή Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνης φυλάσσονται δύο ἐπιστολές τοῦ Γαβριήλ Μαρινάκη[1], τοῦ ἡρωϊκοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Ἀρκαδίου κατά τήν ἐπανάστάση τοῦ 1866. Οἱ ἐπιστολές καί κυρίως ἡ πρώτη δέν ἔχουν, κατά τή γνώμη μου, ἰδιαίτερη ἱστορική ἀξία, ὅμως ἔκρινα ὅτι εἶναι δημοσιεύσιμες καί μόνο γιά τό γεγονός ὅτι φέρουν τήν ὑπογραφή τοῦ Γαβριήλ[2].
Ἡ πρώτη ἀνήκει στό ἀρχεῖο Δ. Καλομενόπουλου[3] μέ οἰκονομικῆς φύσεως περιεχόμενο. Ἡ δεύτερη προέρχεται ἀπό τό αρχεῖο τοῦ Ρωσικοῦ Ὑποπρο­ξενείου Ρεθύμνης, ἀπευθύνεται στόν Ὑποπρόξενο Γ. Σκουλούδη[4] καί ἀναφέρεται σέ μιά ἐπιδρομή τῶν Τούρκων στό μοναστήρι Βένι[5].
Διατηρεῖται ἡ σύνταξη καί ἡ ὀρθογραφία τῶν ἐπιστολῶν.

ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

(Ι)
Πρός τόν Κύριον
Δημήτριον Καλομαινόπουλον
Εἰς Ρέθυμνον

Κύριε Δημήτριε ἐκ ψυχῆς Σέ εὔχομαι.
Πρῶτον ἐρωτῶ περί τῆς ὑγίας Σας. Δεύτερον Σᾶς παρακαλῶ νά ἐγχειρήσητε εἰς τόν ἐπιφέροντα τό ἡμέτερον Γληκέριον[6] μοναχόν τάς δύο χιλιάδας Ἀρ. 2.000 τά χρήματα περί τῶν ὁποίων Σᾶς εἶχα εἰπεῖ. καί ὅταν ἔλθω εἰς τό Ρέθυμνον θέλω Σᾶς κάμει τό χρεωστικόν.
Ταῦτα και μαίνω ὑπόχρεος.
Tῇ 15 8βρίου 1859
Ἐν Movῇ Ἀρκαδίου
Καθηγούμενος Γαβριήλ

Νοεμβρίου 13 ἔλαβα ἕτερα γρόσια πεντακόσια Ἀρ. 500 καί ὑποφένωμε
Καθηγούμενος Γαβριήλ

Νοεμβρ. 25 (λ. δυσανάγνωστη) κατά διαταγήν μου ἐμέτρισεν εἰς (λ. δυσα­νάγνωστη) γουργουθιανώ Γρ. 1000 καί εἰς Κ. Σαριδάκη Γρ. 622 καί ὑποφένωμε
Καθηγούμενος Γαβριήλ


(ΙΙ)
Ἐν Μονῇ Ἀρκαδίου
+ Ἀξιότιμε κύριε Γεώργιε Σκουλούδη ἐκ ψυχῆς Σέ εὔχομαι.
Ἀφοῦ πρῶτον ἐροτήσω περί τῆς μυριοποθήτου μοι υγείας Σας δηλοποιῶ ὅτι καί ἡμείς χάριτι θείᾳ καλῶς ἔχωμεν. Ἀκολούθως Σᾶς λέγω ὡς χριστιανός ὀρθόδοξος καί προξενικός πράκτωρ τοῦ τρισεβάστου ὀρθοδόξου Αὐτοκράτορος Ἀλεξάνδρου, κρίνω χρέος μου νά Σᾶς γράψω τά συμβάντα τοῦ ἱεροῦ Μονα­στηριοῦ Βένι. Κατά τήν 28 Ἰουλίου ὁ Μοτίρ ἀλή ἐφένδης τοῦ Ἁγ. Βασιλείου συνοδευόμενος ὑπό στρατιωτῶν καί ἰδιωτῶν ὠθομανῶν ἐπολιόρκησεν διά νυκτός τό μνησθέν Μοναστήριον. Ἑπομένως εἰσῆλθον εἰς τά δομάτια καί ἀνακάτοσαν ὅλα τά πράγματα τῶν καλογέρων, εἰσῆλθον εἰς τήν ἐκκλησίαν καί ἅναψαν λαμπάδας καί ἀνακάτωσαν τά ἱερά ὅλα τῆς ἐκκλησίας.
Ταῦτα παρακαλῶ κοινοποιήσατε ὅπου ἀνήκει ἵνα ἐπέλθῃ ἡ θεραπία, καί οὕτω ὑγίενε ἐν Κυρίῳ.
Τῇ 9 Αύγούστου 1861
Ὁ εὐχέτης Σας Καθηγούμενος Γαβριήλ
Ἡ δεύτερη ἐπιστολή


(Δημοσιεύθηκε στο περ. Νέα Χριστιανική Κρήτη, τχ. 3/1990)





[1] Γιά τήν προσωπικότητα τοῦ Ἡγουμένου Γαβριήλ βλ. Τιμοθέου Μ. Βενέρη, Τό Ἀρκάδι διά τῶν Αἰώνων, σ. 146 κ.ἑ.
[2] Οἱ μόνες γνωστές ἐπιστολές μέ τήν ὑπογραφή τοῦ Ἡγουμένου Γαβριήλ εἶναι οἱ δημοσιευμένες ἀπό τόν Τιμόθεο Βενέρη, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 247 καί 250, μέ τίς ὁποῖες ζητεῖται ἀπό τούς ὑπερασπιστές τοῦ Μοναστηριοῦ ἡ βοήθεια τοῦ Πάνου Κορωναίου.
[3] Γιά τόν Δημήτριο Γ. Καλομενόπουλο βλ. ἐφημ. «Ἀρκάδιον», φ. 4/20-10-1884.
[4] Γιά τόν Γεώργιο Σκουλούδη βλ. Τιμοθέου Μ. Βενέρη ἔνθ. ἀνωτ., σ. 207.
[5] Μετόχι τῆς Μονῆς Ἀρκαδίου.
[6] Πρόκειται πιθανότατα γιά τόν μοναχό Γλυκέριο Γουλιελμάκη, πού διασώθηκε ἀπό τήν καταστροφή τοῦ Ἀρκαδίου καί στήν ἀφήγηση τοῦ ὁποίου στήριξε μεγάλο μέρος τοῦ βιβλίου του ὁ Τιμόθεος Βενέρης.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

ΤΟ ΑΡΚΑΔΙ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΟΛΟΚΑΥΤΩΣΗΣ

ΤΟ ΑΡΚΑΔΙ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΟΛΟΚΑΥΤΩΣΗΣ
Δυο άγνωστα ιστορικά ντοκουμέντα.

Του Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου

Μπορεί το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου να αποτελεί την κορυφαία στιγμή της Μεγάλης Κρητικής Επανάστασης του 1866-1869, όμως αυτό δεν σημαίνει πως σε όλη αυτή τη μακρά επαναστατική περίοδο δεν υπήρξαν και άλλες στιγμές και επεισόδια άξια να να μνημονευτούν και να προβληθούν αναλόγως.
Φανταστική σκηνή από την πολιορκία
 του Αρκαδιού (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)
Κατά την Επανάσταση που μας απασχολεί, αλλά και στις άλλες Κρητικές επαναστάσεις του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, στέλνονταν ανώνυμες ανταποκρίσεις στις εφημερίδες των Αθηνών, όπου περιγράφονταν τα συμβαίνοντα στην Κρήτη κατά τις επαναστατικές περιόδους. Έτσι οι εφημερίδες αυτές αποτελούν ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών για τους ιστορικούς ερευνητές. Η ανωνυμία των επιστολών είναι αυτονόητη κάτω από καθεστώς σκλαβιάς, όμως είναι φανερό πως οι συντάκτες τους είναι διακεκριμένα πρόσωπα του απελευθερωτικού αγώνα του Κρητικού λαού, που είτε είναι εγγράμματοι και τις συντάσσουν οι ίδιοι, είτε τις υπαγορεύουν σε έμπιστους Γραμματείς. 
Το φύλλο της εφημ. ΑΙΩΝ,
στο οποίο δημοσιεύτηκαν οι επιστολές
Μια τέτοια ανταπόκριση δημοσιεύουμε σήμερα με την ευκαιρία της εφετινής επετείου της Αρκαδικής εθελοθυσίας. Η επιστολή είναι δημοσιευμένη στο φύλλο της 25ης Αυγούστου 1866 της αθηναϊκής εφημερίδας “Αιών”. Περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα μια επιδρομή τακτικού στρατού και ατάκτων Τούρκων κατά του μοναστηριού, δυόμισι μήνες πριν το Ολοκαύτωμα,  και τη βάρβαρη συμπεριφορά τους κατά των μοναχών και των χωρικών. Αιτία η συγκέντρωση επαναστατών στο Αρκάδι, το οποίο είχε καταστεί επαναστατικό κέντρο λόγω της θέσης της  στο κέντρο του νομού, όπου υπήρχε εύκολη πρόσβαση και από τις τέσσερις επαρχίες του νομού. Εκεί έδρευε η Επαναστατική Επιτροπή υπό τη προεδρία του Ηγουμένου Γαβριήλ.
Ο συντάκτης της επιστολής επισυνάπτει διαμαρτυρία-καταγγελία του Ηγουμένου προς τον Γεώργιο Σκουλούδη, Υποπρόξενο της Ρωσίας στο Ρέθυμνο, η οποία επίσης δημοσιεύεται πιο κάτω.  Από το γεγονός ότι μια επιστολή του Ηγουμένου Γαβριήλ, που απευθύνεται προσωπικά στον Προξενικό Πράκτορα της Ρωσίας στο Ρέθυμνο, φθάνει σε μια αθηναϊκή εφημερίδα, συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι αποστολέας είναι ο ίδιος ο Προξενικός Πράκτορας, δηλαδή ο Γεώργιος Ζ. Σκουλούδης[i]. Ο Σκουλούδης διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο υπέρ του αγώνα των Κρητών, παρά την επίσημη πολιτική της Ρωσίας, της οποίας ουσιαστικά ήταν διπλωματικός υπάλληλος, η οποία πολιτική ήταν υπέρ της ησυχίας και κατά των επαναστατικών κινήσεων.
Ακολουθούν οι δυο επιστολές για τις οποίες γίνεται λόγος:

Ἀξιότιμε κ. Συντάκτα τοῦ “Αἰῶνος”.
Ἐν Ρεθύμνῳ τῇ 17 Αὐγούστου 1866.
Δέν σᾶς ἔγραψα διά τοῦ τελευταίου ἀτμοπλοίου, διότι, ἀναγκασθείς ἕνεκα τῶν ἐμπορικῶν ὑποθέσεών μου νά μεταβῶ διά ξηρᾶς ἐνταῦθα, δέν εὑρέθην οὔτε εἰς Χανιά οὔτε εἰς Ρέθυμνον, κατά τήν ἀναχώρησιν τοῦ ἀτμοπλοίου. Ἀλλ᾽ ἡ περίστασις αὕτη ὑπῆρξεν ὠφέλιμος πολλαχῶς. Διελθών διά πολλών χωρίων ἐχάρην, διότι εἶδον, ὅτι σύμπας ὁ λαός των ἐπαρχιῶν ὡς εἷς ἄνθρωπος ἕν μόνον αἴσθημα τήν στιγμήν ταύτην ἔχει, τό αἴσθημα τοῦ ν᾿ ἀνακτήσῃ τήν ἀνεξαρτησίαν του, καί μίαν γενναίαν άπόφασιν τοῦ νά ὑποστῇ πρός πραγματοποίησιν αὐτῆς πᾶσαν δοκιμασίαν. Ἀξιοπαρατήρητος δ᾿ εἶναι καί ἡ πρός τά θεῖα πίστις τοῦ γενναίου τούτου λαοῦ. “Πολλάς θυσίας”, ἀφελῶς λέγουσι, “μέχρι τοῦδε ἐκάμαμεν, πλήν ὁ Θεός δέν ἤθελε νά ἐλευθερωθῶμεν ἀκόμη. Ἀπαιτεῖ ἴσως νά θυσιάσωμεν νέας ἑκατόμβας, διότι ἔχομεν πολλάς ἁμαρτίας. Γενηθήτω τό θέλημά του! Γάμος χωρίς σφαχτά δέν γίνεται.”. Ἀλλά, καίτοι πλήρης χαράς γενόμενος ἐπί τούτῳ, κατελήφθην ὑπό θλίψεως ἰδών ὁποίας καταστροφάς ὁ ὡραῖος οὗτος τόπος ὑπέστη, πρίν ἤ εἰσέτι ἠχήσῃ τό πυροβόλον, καί ἔκλαυσα ἀναλογισθείς ὁποίας θέλει πάθει μετ’ ὀλίγον[ii].
Πορτραίτο του Γεωργίου Ζ. Σκουλούδη
Οἱ κάτοικοι τῶν πεδινῶν μερῶν, ἀναμιμνησκόμενοι ἐποχάς προγενεστέρας, καί οὐδεμίαν πίστιν παρέχοντες εἰς τόν αὐτοκρατορικόν στρατόν, οὗ τινος τήν φημιζομένην πειθαρχίαν εἰσέτι δέν εἶδον,  μεταφέρουσι τάς οἰκογενείας καί τά πολύτιμα πράγματά των εἰς τά ὀρεινά μέρη, ὁ δέ “γενναῖος στρατός”, ὅστις κατ’ οὐδέν διαφέρει τοῦ στρατοῦ τοῦ Δράμαλη, εἰμή κατά τήν ἐνδυμασίαν καί τόν ὁπλισμόν, διερχόμενος τῶν ἐρήμων χωρίων διαρρηγνύει τάς θύρας, είσέρχεται εἰς τάς οἰκίας καί καταστρέφει πᾶν ὅ,τι δέν δύναται ν’ ἁρπάσῃ· ὅπου δ᾿ ἄν εὕρῃ Χριστιανούς τοῖς ἀφαιρεῖ τά ζῶα των, τούς ὑποβάλλει διά ραβδισμῶν εἰς ἀγγαρίας πρός μεταφοράν τῶν σκευῶν του κλπ. Ἐπειδή δέ οἱ δυστυχεῖς Χριστιανοί κακοποιοῦνται ἤ ὑβρίζονται, εἴτε ἀπό τούς ὀθωμανούς, οἵτινες ὅλοι περιφέρονται ἔνοπλοι, εἴτε ἀπό τούς στρατιώτας, πᾶσα σχεδόν συγκοινωνία μεταξύ τῶν Χριστιανῶν εἶναι διακεκομμένη.
Καί ὅσον μέν ἀφορᾷ τάς τοιαύτας ἀταξίας, οἱ Χριστιανοί δέν ἐνοχλοῦνται τόσον, γνωρίζοντες τήν ἔμφυτον βαρβαρότητα τοῦ Τούρκου· ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ δέν ἀνέχονται, καί τούς κάμνει νά κλαίωσιν ὡς παιδία ἀπό ἀγανάκτησιν, εἶναι αἱ βεβηλώσεις τῶν ναῶν. Ἐκτός τῶν βεβηλώσεων, τῶν γενομένων εἰς τήν ἐπαρχίαν Κυδωνίας, ἐγένονοντο καί αἱ ἑξῆς εἰς τό τμῆμα ἡμῶν. Κατά τάς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ἰουλίου, ἀναχωρήσας ἐκ Ρεθύμνης ὁ στρατός, ἵνα μεταβῇ εἰς τήν ἱεράν Μονήν Ἀρκαδίου, ὅπου ἦσαν ἱκανοί Χριστιανοί ἔνοπλοι, διέβη διά τοῦ χωρίου Ἅγιος Δημήτριος καί ἐβεβήλωσε τήν ὁμώνυμον ἐκκλησίαν, συντρίψας καί κανδύλας καί ἁγίας εἰκόνας καί ἄλλα ἱερά σκεύη· φθάς δ᾿ εἰς τήν Μονήν τοῦ Ἀρκαδίου, ἀφοῦ δέν ἠδυνήθη νά συλλάβῃ τούς διωκομένους, ἐξεδικήθη κατά τῶν ἱερῶν πραγμάτων, καύσας τάς ἱεράς εἰκόνας καί ρίψας χαμαί τήν Ἁγίαν Τράπεζαν τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Ἵνα δέ πεισθῇ καί ὁ πλέον δύσπιστος τῶν ἀναγνωστῶν σας, παραθέτω ἀμέσως ἐνταῦθα ἀντίγραφον τῆς διαμαρτυρήσεως τοῦ Ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ταύτης. Ἐν τῇ διαμαρτυρήσει ταύτη περιέχονται αἱ λεπτομέρειαι τῶν βαρβαροτήτων τούτων καί περιττόν θεωρῶ να προσθέσω ἐγώ ἰδιαίτερον τι. Ἀς ὁμιλήσῃ ἀντ᾿ ἐμοῦ ἡ διαμαρτύρησις, ἔχουσα ὡς ἕπεται:


Ἀριθ. 115
Πρός το Αὐτοκρατορικόν Πρακτορεῖον τῆς Ρωσσίας ἐν Ρεθύμνῃ.
Ἀξιότιμε Κύριε Πράκτορ,

Ὁ ὑποφαινόμενος εὐσεβάστως, Ἡγούμενος τῆς ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἐπιλεγομένης “Αρκάδιος”, ἐκθέτω ὑπ᾿ ὄψιν Ὑμῶν, ὅτι έλθών καί κατασκηνώσας ὁ Β[ασιλικός] Ὀθωμανικός στρατός πλησίον της Μονῆς, οὔτε ἐντός τῆς περιοχῆς ἄφησαν ὕδωρ εἰς τά ὀλίγα φρέατα διά να πίωσιν οἱ διαμένοντες ἱκανοί κατά τόν ἀριθμόν Πατέρες και μοναχοί, μολονότι τοῖς ἔκαμον τάς παρατηρήσεις. Μετατεθέντες δ᾿ ἔσωθεν τῆς Μονῆς μετά δύο ἡμέρας, ἤρχισαν τάς βεβηλώσεις ναῶν και κακουργίας. Τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς[iii] θλάσαντες τάς θύρας, ρίψαντες χαμαί τήν Ἁγίαν Τράπεζαν, ἔκαυσαν εἰκόνας, ἔξυσαν πρόσωπα ἁγίων, ἤνοιξαν τήν θύραν τοῦ νερομύλου μας, ἔρριψαν τούς λίθους, ἔσχισαν τούς σάκκους πλήρεις ὄντας σίτου καί κριθῆς καί ἀλεύρου καί τά κατεσκόρπισαν , ἔσφαξαν τέσσαρα μοσχάρια καί πενῆντα πρόβατα. 
Ο Ηγούμενος Γαβριήλ
στη μοναδική φωτογραφία του
Τοιαύτην διαγωγήν και συμπεριφοράν ἔχει ὁ βασιλικός στρατός. Ἀφοῦ δέ τοῖς ἔγινεν ἡ παρατήρησις ἀπό τούς Μοναστηριανούς, εὐταξίας δῆθεν χάριν ἔστειλαν δύο φύλακας.
Οὗτος ὁ στρατός ἦλθε μέ σκοπόν, δια νά συλλάβῃ κατ᾿ αὐτάς εὑρεθέντας Πληρεξουσίους τοῦ λαοῦ, τούς ὁποίους ἐγώ δέν ἠδυνάμην νά διώξω· άφοῦ δ᾿ ἔφυγαν οὗτοι ἐντεῦθεν, πράττει τάς τοιαύτας βεβηλώσεις τῶν ἱερῶν ναῶν καί ληστρικῶς κατεσθίει, κατασπαταλῶν πάντα τά τῶν φιλησύχων. Ἐπικαλοῦμαι λοιπόν μάρτυρα Ὑμᾶς Κύριε Πράκτορ, δι᾿ ὅλα τά διαληφθέντα ταῦτα, καί τάς περαιτέρω συνεπείας, καί διαμαρτύρομαι ὅπου ἀνήκει, ἀπαιτῶν νά ἐνεργηθῇ ἡ ἀνήκουσα ἱκανοποίησις. Τινές μάλιστα τῶν μοναχῶν φοβηθέντες ἔφυγον, καταλιπόντες τάς ὑπηρεσίας των. Τά ζῶα ἡμῶν πάντα ἔμειναν ἔρημα προστατῶν, φοβουμένων μή ἐπιβουλευθῇ ἡ ζωή αὐτῶν. Εἶμαι εἰς ὑποψίας, μή πράξωσι τά αὐτά καί εἰς τάς μεγάλας ἐκκλησίας. Διό παρακαλῶ νά γίνῃ τρόπος δι᾿ Ὑμῶν ν᾿ ἀφαιρέσωμεν πάσας τας εἰκόνας καί λοιπά.
Δέξασθε τά σεβάσματά μου, ἀξιότιμε Κύριε καί τήν τελείαν ἀφοσίωσίν μου. Ἐξαιτούμενος δέ ὅπως κοινοποιήσητε τήν παροῦσαν μου, ὑποσημειοῦμαι.
                                                                Ἐν Βένῃ (Βήνῃ)[iv] τήν 1 Αὐγούστου 1866.
                                                                               Ἐκ τῆς Μονῆς Αρκαδίου
                                                                             Ὁ Καθηγούμενος ΓΑΒΡΙΗΛ





[i]     Για τον Γεώργιο Ζ, Σκουλούδη βλ. α) Τιμόθεου Μ. Βενέρη, Το Αρκάδι δια των αιώνων, Αθήναι 1938 και β) Δ. Γ. Στεργίου – Χρ. Γ. Ζαχαράκι, Διπλωματία και πόλεμος, Ρέθυμνο 2008.
[ii]    Εδώ ο συντάκτης αποδεικνύεται προφητικός.
[iii]   Η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής βρίσκεται ΒΑ του μοναστηριού στον δρόμο προς Βιράν Επισκοπή.
[iv]   Πρόκειται για το Βένι, μετόχι της Μονής Αρκαδίου, απ᾿ όπου ο Ηγούμενος Γαβριήλ γράφει την επιστολή.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΒΕΒΕΛΑΚΗΣ

ΕΝΑΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΒΕΒΕΛΑΚΗ

Ως συνταξιούχος τον τελευταίο καιρό περνάω την ώρα μου αναδιφώντας παλαιές εφημερίδες, κυρίως του 19ου αιώνα, εκμεταλλευόμενος τη δυνατότητα που μας παρέχουν σήμερα οι νέες τεχνολογίες και συγκεκριμένα το internet και η ψηφιοποίηση παντός είδους τεκμηρίων. Έτσι «ξεφυλλίζοντας» από το σπίτι κάθε είδους και κάθε εποχής έντυπα, συχνά συναντά κανείς πληροφορίες παντελώς άγνωστες για πρόσωπα και γεγονότα.
Στο έγγραφο αυτό κάποιος Α.
Βεβελάκης εμφανίζεται ως Δή-
μαρχος Χρωμοναστηρίου το 1881,
Να είναι άραγε ο Αντ. Βεβελάκης;
Τελευταίο μου αλίευμα μια μικρή αγγελία από την εφημερίδα των Αθηνών «Παλιγγενεσία» της 5ης Ιανουαρίου 1868. Η αγγελία ήταν του Ρεθεμνιώτη αγιογράφου και ζωγράφου Αντωνίου Βεβελάκη (1819-1914), ο οποίος ανακοινώνει ότι εκθέτει σε λαχειοφόρο αγορά στην Αθήνα και στη Σύρο ζωγραφικό του πίνακα που εικονίζει τον ηρωικό ηγούμενο του Αρκαδίου Γαβριήλ Μαρινάκη. Ο Αντώνιος Βεβελάκης ήταν ίσως ο σημαντικότερος αγιογράφος του Ρεθύμνου του 19ου αιώνα, ο οποίος όμως δεν ακολούθησε την Κρητική Σχολή όσον αφορά στην τεχνοτροπία, αλλά επηρεάστηκε από τη ζωγραφική της Δύσης και διαμόρφωσε ένα αξιοπρόσεκτο προσωπικό ύφος. Ο π. Χαράλαμπος Καμηλάκης τον ανέσυρε από τη λήθη με δύο σημαντικά βιβλία το ένα εκ των οποίων μάλιστα είναι διδακτορική διατριβή[1]. Στη μακρόχρονη και επίπονη έρευνά του ο π. Χαράλαμπος κατόρθωσε να εντοπίσει και στη συνέχεια να δημοσιεύσει πάνω από 200 εικόνες κατεσπαρμένες όχι μόνο στο νομό Ρεθύμνης, αλλά και εκτός Κρήτης, όπως στην Αθήνα, στην Πάτρα στη Σύρο στη Νάξο κ.α.
Η αγγελία που προαναφέρθηκε αναφέρει επί λέξει:
Ὁ ὑποφαινόμενος ἐκθέσας εἰς λαχεῖον τὴν ὑπ’ ἐμοῦ ζωγραφηθεῖσαν εἰκόνα τοῦ ἀοιδίμου Γαβριήλ ἡγουμένου Ἀρκαδίου, ἐν Σύρῳ καὶ ἐνταῦθα, εἰδοποιῶ τὸ κοινὸν ὅτι ἡ ἐκκύβευσις αὐτῆς θέλει γίνει τὸ προσεχὲς σάββατον 6 ἱσταμένου 1 μ.μ. έν τῇ ἐμπορικῇ λέσχῃ ἄνωθεν τοῦ καφενείου τῆς «Ὡραίας Ἑλλάδος».
Ἀθῆναι, 4 ἰανουαρίου 1868.                   ΑΝΤ. ΒΕΒΕΛΑΚΗΣ
Η εικόνα είναι από το βιβλίο Το Αρκάδι 
δια των αιώνων του Τιμόθεου Βενέρη. 
Ανυπόγραφη. Να είναι άραγεαυτή που 
αναφέρεται στο κείμενο ότι ζωγράφισε
ο Βεβελάκης;
Η παραπάνω αγγελία μας οδηγεί σε κάποια συμπεράσματα και διαπιστώσεις. Διαπιστώνουμε ότι μεσούσης της μεγάλης Κρητικής Επανάστασης (1866-1869) ο Βεβελάκης βρίσκεται στην Αθήνα. Ήταν φαινόμενο σύνηθες σε περιόδους επαναστάσεων πολλοί Κρητικοί, κυρίως των πόλεων, να καταφεύγουν στην Αθήνα ή σε νησιά των Κυκλάδων και όταν ηρεμούσαν τα πράγματα, επέστρεφαν πίσω στην Κρήτη. Υποθέτουμε λοιπόν ότι ο Βεβελάκης, ως κάτοικος της πόλης του Ρεθύμνου, διέτρεχε τους κινδύνους και υφίστατο της απειλές των εξαγριωμένων Οθωμανών της πόλης, γεγονός που τον οδήγησε να επιδιώξει και να επιτύχει την αναχώρησή του από το Ρέθυμνο για ασφαλέστερα μέρη. Το γεγονός ότι στην αγγελία αναφέρει και τη Σύρο ίσως σημαίνει ότι πριν καταλήξει στην Αθήνα πιθανόν να πέρασε και από το νησί αυτό, με το οποίο πρέπει να είχε ιδιαίτερες σχέσεις, αφού στη Σύρο έχουν εντοπιστεί αρκετές δικές του εικόνες.
Φαίνεται πως η παραμονή του στη Αθήνα για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα τον έφερε σε άσχημη οικονομική κατάσταση, γεγονός που τον οδήγησε στο να εκθέσει σε λαχειοφόρο αγορά έναν ζωγραφικό του πίνακα με τη μορφή του ηγουμένου Γαβριήλ.  Ο πίνακας είναι τελείως άγνωστος και πρώτη φορά γνωστοποιείται η ύπαρξή του. Δεν γνωρίζουμε αν τον ζωγράφισε στην Αθήνα η αν τον έφερε από το Ρέθυμνο. Πάντως όποια εκδοχή και αν ισχύει ο πίνακας θα πρέπει να απέδιδε πιστά την εικόνα του Γαβριήλ, δεδομένης της ζωγραφικής δεξιότητας του Βεβελάκη. Άλλωστε πιστεύω ότι ο Βεβελάκης γνώριζε την μορφή του Γαβριήλ, αφού θεωρώ απίθανο να μην γνωρίζονταν ο ηγούμενος του ιστορικότερου μοναστηριού του Ρεθύμνου και ο σημαντικότερος σύγχρονός του Ρεθύμνιος αγιογράφος.
Τα ερωτήματα που τίθενται τελικά και μέχρι τώρα παραμένουν αναπάντητα είναι:
Ποιός κέρδισε τον πίνακα; Σώζεται σήμερα ο πίνακας και, αν ναι, πού βρίσκεται;

Γιάννης Ζ. Παπιομύτογλου



(Δημοσιεύθηκε στο περ. Ενοριακή Παρουσία, τχ. 58 Απρίλιος 2012)




[1] α) Χαράλαμπου Καμηλάκη, Αντώνιος Χατζή Γεωργίου Βεβελάκης Ρεθύμνιος Κρης ζωγράφος (1819-1914), Διδακτορική Διατριβή, Ρέθυμνο 2003 και β) Του ίδιου, Τα Εισόδια και η Κοίμηση της Θεοτόκου στο εικονογραφικό έργο του Ρεθύμνιου ζωγράφου Αντωνίου Χ. Γ. Βεβελάκη (1819-1914) : συμβολή στη μελέτη της νεοελληνικής εκκλησιαστικής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Κρήτη, Ρέθυμνο 2008.