Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Χάρη Στρατιδάκη "ΤΩ ΚΑΙΡΩ ΕΚΕΙΝΩ" (Βιβλιοπαρουσίαση)

Αν επιχειρήσουμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω και περπατήσουμε στο Ρέθυμνο των δεκαετιών του 1950, ‘60 και ‘70, θα βρεθούμε σε μια πόλη διαφορετική, που δεν είχε καμιά σχέση με το σήμερα. Το Ρέθυμνο εκείνης της εποχής αριθμούσε λίγες χιλιάδες κατοίκους. Ήταν μια πόλη που βρισκόταν σε παρακμή και οι κάτοικοί της προσφυώς την είχαν ονομάσει «παντέρμο Ρέθεμνος». Η εικόνα της πόλης ήταν καταθλιπτική. Σπίτια και μαγαζιά, ιδιαίτερα στην παλιά πόλη, ασυντήρητα και παρατημένα στην τύχη τους. Η οικονομία του νομού στηριζόταν κυρίως στο μικροεμπόριο, στη γεωργία και την κτηνοτροφία με κυριότερα προϊόντα το λάδι, το κρασί και τα χαρούπια. Η ύπαιθρος έσφυζε από ζωή. Τα χωριά ήταν ζωντανά, πολυπληθή και με έντονη κοινωνική συνοχή, όμως το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων τους ήταν πολύ χαμηλό και πάντως χαμηλότερο από εκείνο της πόλης. Οι αγροτικές εργασίες ήταν κοπιαστικές και σε μεγάλο βαθμό χειρωνακτικές.

Η οικονομία της πόλης ήταν μικρής κλίμακας, με μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις κυρίως  καφενεία, μπακάλικα, ραφεία, κουρεία, ζαχαροπλαστεία κ.ά. Υπήρχαν και λίγες μεταποιητικές επιχειρήσεις, που στηρίζονταν στο λάδι, όπως τα σαπουναριά, αλλά σιγά-σιγά έσβησαν και αυτά. Η τοπική αγορά λειτουργούσε με προσωπικές σχέσεις εμπιστοσύνης και η πίστωση βασιζόταν στον λόγο και την τιμή.

Βέβαια όσο περνούσαν τα χρόνια η κατάσταση σταδιακά βελτιωνόταν με τον τουρισμό να κάνει τα πρώτα του βήματα. Τα πρώτα μικρά ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια έκαναν δειλά την εμφάνισή τους. Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι λίγες δεκαετίες αργότερα ο τουρισμός θα αποτελούσε τον βασικό οικονομικό πυλώνα της περιοχής.

Κοινωνικά, το Ρέθυμνο του ’60 χαρακτηριζόταν από ισχυρούς δεσμούς. Η γειτονιά λειτουργούσε σαν προέκταση της οικογένειας. Τα σπίτια ήταν ανοιχτά, οι δρόμοι και οι αλάνες γεμάτες παιδιά, που έπαιζαν ανέμελα. Οι κοινωνικές εκδηλώσεις –γάμοι, βαφτίσια, πανηγύρια– είχαν έντονο κοινοτικό χαρακτήρα.

Η εκπαίδευση βρισκόταν σε διαφορετικό επίπεδο. Τα σχολεία ήταν λιγότερα σε αριθμό, αλλά γεμάτα ασφυκτικά από μαθητές. Οι δρόμοι γεμάτοι με πηλήκια και μαθητικές ποδιές. Δεν υπήρχε ακόμη πανεπιστήμιο στην πόλη, αφού θα ιδρυθεί το 1973 και θα αλλάξει ριζικά τη φυσιογνωμία του Ρεθύμνου. Πολλοί νέοι αναγκάζονταν να μεταναστεύσουν, είτε στην Αθήνα είτε στο εξωτερικό, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής.

Παρότι περιγράφω ένα όχι και τόσο ειδυλλιακό Ρέθυμνο, υποθέτω ότι όλους εμάς, που μαζευτήκαμε εδώ απόψε, μας ενώνουν τα ίδια συναισθήματα αγάπης και νοσταλγίας για την πόλη των νεανικών μας χρόνων, που όσο περνάει ο καιρός τα συναισθήματα αυτά γίνονται όλο και ισχυρότερα.

Η σύγκριση του τότε με το τώρα δεν έχει στόχο να εξιδανικεύσει το παρελθόν ούτε να αποθεώσει το παρόν. Το Ρέθυμνο του ’60 είχε περισσότερη απλότητα αλλά και περισσότερες στερήσεις. Το Ρέθυμνο του σήμερα έχει περισσότερες ευκαιρίες αλλά και μεγαλύτερες προκλήσεις.

Όλες αυτές τις σκέψεις τις προκάλεσε το βιβλίο του Χάρη Στρατιδάκη, που παρουσιάζουμε απόψε. Η έκδοση ενός βιβλίου από τον Χάρη δεν αποτελεί είδηση. Έχει πλέον στο ενεργητικό του πάνω από πενήντα τίτλους και συνεχίζει ακάθεκτος. Μόλις πριν λίγο καιρό μας έδωσε τη θαυμάσια έκδοση με τις Βραχοκλησιές του Ρεθύμνου, η οποία αποτελεί κόσμημα για τη Ρεθεμνιώτικη βιβλιογραφία. Το περίεργο και πλέον ασύνηθες φαινόμενο είναι ότι αυτή η συνεχής συγγραφική και εκδοτική του δραστηριότητα δεν αποβαίνει σε βάρος της ποιότητας, αλλά αντίθετα βαίνει συνεχώς βελτιούμενη με αποτέλεσμα να κληροδοτεί στη γενέτειρά του θαυμάσιες εκδόσεις με πρωτότυπα θέματα. Το τελευταίο του βιβλίο, για το οποίο συγκεντρωθήκαμε εδώ απόψε, έχει τίτλο «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ» και αναφέρεται στη δεκαετία του 1960, που εκείνος ονομάζει Μακρά Δεκαετία και την εκτείνει από το 1956 μέχρι το 1974. Ακόμη και ο πολυτονικός τίτλος με τις δοτικές, τις περισπωμένες και τις υπογεγραμμένες βάζει τον αναγνώστη στο κλίμα εκείνης της εποχής. Εκδόθηκε στα Χανιά με τη φροντίδα του Ματθαίου Φραντζεσκάκη, ο οποίος είναι εδώ απόψε και συντονίζει την εκδήλωση.

Είναι ένα βιβλίο απολαυστικό, γραμμένο με πολύ χιούμορ και νοσταλγία και είναι ιδιαίτερα οικείο σε όσους Ρεθεμνιώτες γεννήθηκαν εκείνη την εποχή, επειδή τους ανακαλεί μνήμες για γεγονότα και καταστάσεις που οι ίδιοι έζησαν και άρα τους αγγίζει συναισθηματικά και τους προκαλεί νοσταλγικές αναπολήσεις.  

Ο συγγραφέας δεν έχει αφήσει εικόνα ή λεπτομέρεια από την εποχή εκείνη που να μην την αναφέρει στο βιβλίο, πράγμα που επιτρέπει στους νεότερους και στους μη Ρεθεμνιώτες, που θα το διαβάσουν, να αισθάνονται ότι έχουν ζήσει στο Ρέθυμνο που περιγράφει.

Δεν εξιδανικεύει το Ρέθυμνο εκείνων των χρόνων, αντίθετα συχνά δεν διστάζει να αναφέρει και να περιγράψει δυσάρεστες καταστάσεις και να υπονοήσει σαφώς ή και να ονοματίσει τους πρωταγωνιστές τους.

Πολλές φορές εντυπωσιάζομαι και εκπλήσσομαι από τοπωνύμια, ονόματα και γεγονότα που θυμάται και αναφέρει ο Χάρης. Και λέω εκπλήσσομαι επειδή εγώ, αν και αρκετά μεγαλύτερός του ούτε τα γνωρίζω ούτε τα θυμάμαι. Παράδειγμα ο Τενεκέ Μαχαλάς στην περιοχή της Καλλιθέας, τον οποίο δεν γνώριζα παρότι ήμουν κάτοικος της περιοχής όταν πήγαινα στο δημοτικό.

Επίσης αναφέρει το ακάλυπτο ρέμα Συνατσάκη ως το ανατολικό όριο της πόλης, που σήμερα έχει σκεπαστεί και ονομάζεται οδός Γεωργίου Παπανδρέου και βγαίνει στο Δελφίνι. Αυτή η αναφορά μου έφερε στη μνήμη ένα περιστατικό από τα παιδικά μου χρόνια. Μέναμε τότε στην περιοχή και κάθε μέρα διασχίζαμε το ρέμα πηγαίνοντας στο 5ο Δημοτικό δίπλα στο Ορφανοτροφείο. Μια μέρα που παίζαμε ρίχνοντας πέτρες στο νερό του ρέματος κάποιος με έσπρωξε από πίσω και με έριξε μέσα στα νερά. Ήταν ο Αντώνης ο Ζεμπίλης, που οι Ρεθεμνιώτες με πολλή αγάπη και πολλή τρυφερότητα αποκαλούσαν «Μπουλιό». Ας είναι αιωνία του η μνήμη.

Και ο Χάρης αναφέρει στο βιβλίο αρκετά ευτράπελα περιστατικά, όπως εκείνο με την υπηρέτρια που ψεύδιζε και ανήγγειλε στον πατέρα, που είχε ήδη εφτά κόρες, ότι απέκτησε «δυό», λέξη που ο πατέρας εξέλαβε ως «γυιό», αλλά εκείνη εννοούσε δύο, τσούπρες φυσικά. Ή το άλλο με τον θεολόγο που υποστήριζε ότι οι λεχώνες δεν πρέπει να θηλάζουν Τετάρτη και Παρασκευή, επειδή αυτές είναι μέρες νηστείας!

Στο κεφάλαιο για τη στέγαση είναι παραστατική η περιγραφή των κατοικιών και η εξέλιξή τους, τόσο από οικοδομική άποψη, όσο και από την άποψη των λειτουργιών που λάμβαναν χώρα μέσα ή έξω από αυτές. Επιλέγω να αναφερθώ στην εξέλιξη των καμπινέδων, από τους υπαίθριους αποπάτους μέχρι τους λουτροκαμπινέδες με μπανιέρα, η οποία πολλές φορές οδηγούσε σε εξαρθρώσεις ή σπασίματα των άκρων και τελικά κατέληγε να χρησιμοποιείται για το πλύσιμο των φλοκάτων και των κουβερτών. Ακόμη γίνεται εκτενής αναφορά στην εξέλιξη του εξοπλισμού των κατοικιών. Το μαγείρεμα είχε περάσει από εκείνο με ξύλα στις γκαζιέρες με πετρέλαιο και αργότερα σε συσκευές υγραερίου. Η θέρμανση γινόταν με μαγκάλια που έκαιγαν πυρηνίδι ή με σόμπες πετρελαίου. Τα ψυγεία ήταν με πάγο και τα σίδερα σιδερώματος με κάρβουνα. Για ψυχαγωγία υπήρχε το ραδιόφωνο και αυτό όχι σε όλα τα σπίτια. Η πόλη ήταν οικολογική κατ’ ανάγκη. Τα πλαστικά και οι συσκευασίες τροφίμων σπάνιζαν και κατά συνέπεια τα απορρίμματα ήταν ελάχιστα και η αποκομιδή τους γινόταν αρχικά με ένα κάρο και αργότερα με ένα μικρό φορτηγό.

Είναι εντυπωσιακό από πόσες πλευρές προσέγγισε το θέμα του ο συγγραφέας. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας στη πόλη που δεν τη θίγει το βιβλίο. Στην εισαγωγή περιγράφονται συνοπτικά τα κυριότερα γεγονότα της περιόδου 1958-1972, τόσο σε ελληνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, ιδωμένα με τα μάτια ενός παιδιού που όσο μεγαλώνει αντιλαμβάνεται όλο και περισσότερα, με μερικά γεγονότα να σφραγίζουν τη μνήμη του και την ψυχοσύνθεση του. Τέτοια γεγονότα ήταν το ναυάγιο του "Ηράκλειον" το 1966, η επιβολή της δικτατορίας το 1967 και η συντριβή του αεροπλάνου της πτήσης Χανιά - Αθήνα το 1969. 

Επίσης αναφέρεται σε γεγονότα και καταστάσεις -κυρίως των δεκαετιών του ΄50 και του ΄60- που εμείς, λόγω του νεαρού της ηλικίας, δεν είχαμε πλήρη συνείδηση. Όπως στους συχνούς μετακατοχικούς θανάτους και τραυματισμούς από πυρομαχικά του πολέμου και της κατοχής. Ή στην μετεμφυλιακή πολιτική κατάσταση με τη διάκριση των πολιτών σε αριστερούς και δεξιούς και τις διώξεις των πρώτων. Ο Χάρης δεν μασάει τα λόγια του όταν περιγράφει γεγονότα και ονοματίζει πρόσωπα που διαδραμάτισαν αρνητικό ρόλο εκείνη την εποχή.

Η μετακίνηση του πληθυσμού από τα χωριά στην πρωτεύουσα του νομού και στην πρωτεύουσα κράτους, καθώς και η μετανάστευση στο εξωτερικό είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των δεκαετιών.

Τη Ρεθεμνιώτικη κοινωνία χαρακτήριζαν ισχυροί δεσμοί τόσο στην οικογένεια όσο και ευρύτερα. Σχεδόν όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους και όταν κατέβαινες  στην αγορά οι εννιά στους δέκα σου ήταν γνωστοί.  Για να συνεννοηθείς δεν έλεγες οδό και αριθμό, αλλά έλεγες στου τάδε δίπλα ή στου δείνα απέναντι. Οι μανάδες μας, μας έστελναν σε παραγγελιές σε όλη την πόλη χωρίς φόβο και άγχος ότι μπορεί να μας συμβεί κάτι κακό. Η φράση προς τον μπακάλη της γειτονιάς ήταν συνήθης: «Θείε η μαμά μου μου είπε να μου δώσεις εκατό δράμια μπελτέ και ένα χαρτί μακαρόνια και να τα γράψεις». 

Τα παιδιά έπαιζαν αλίμπερτα στους δρόμους και στις αλάνες και τα καλοκαίρια στις φτωχογειτονιές τις περισσότερες φορές ξυπόλυτα. Έπαιζαν παιχνίδια που στους σημερινούς νέους είναι άγνωστα, όπως γυαλένια, σβούρες, τσέρκια, ξυλίκι κ.ά. Στις σκανταλιές μας η μόνιμη μισοτελειωμένη απειλητική φράση των μανάδων μας ήταν «δεν θα γυρίσει ο πατέρας σου…». Απειλή όμως που δεν υλοποιούνταν ποτέ.

Υπήρχε σεβασμός στην τροφή ιδιαίτερα στο ψωμί που, όταν έπεφτε κάτω, το σηκώναμε, το φυσούσαμε, το σταυρώναμε και το τρώγαμε. Εντύπωση μου προκαλεί η αναφορά του Χάρη σε τεράστιο πλήθος τροφών και εδεσμάτων, καθώς και επαγγελματιών σχετικών με τη διατροφή. Με εκπλήσσει επίσης η αναφορά του σε προϊόντα και πρόσωπα που, εγώ αν και μεγαλύτερός του, δεν τα θυμάμαι.

Εμείς, που γεννηθήκαμε μετά τον πόλεμο, είμαστε οι μόνοι στην ανθρώπινη ιστορία που ζήσαμε τόσες αλλαγές σε κοινωνικό και τεχνολογικό επίπεδο, γεγονός που διαμόρφωσε τους χαρακτήρες μας και που οδήγησε κάποιον στο fb γράψει ότι είμαστε σκληροί σαν μπαγιάτικο ψωμί και γρήγοροι σαν την παντόφλα της μαμάς.

Ο συγγραφέας αφιερώνει ένα κεφάλαιο του βιβλίου στην εκπαίδευση εκείνων των χρόνων και δικαιολογημένα αφού οι περισσότερες και οι ζωντανότερες μνήμες μας είναι από τα μαθητικά μας χρόνια. Η εκπαίδευση (Στοιχειώδης και Μέση) εκείνη την εποχή είχε πολλές φαιδρές πτυχές, αλλά και πολλές δυσάρεστες. Τα παιδαγωγικά πρότυπα ήταν τελείως διαφορετικά από τα σημερινά με κυρίαρχη την πεποίθηση ότι το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο. Οι δυσκολίες ήταν πολλές ειδικά για τα χωριατόπαιδα που έρχονταν στην πόλη για να μάθουν γράμματα μένοντας σε ένα νοικιασμένο δωμάτιο δύο και τρία μαζί.

Αν αναφερθώ σε όλα τα κεφάλαια του βιβλίου αφενός θα σας κουράσω και αφετέρου θα διαψεύσω τον Χάρη, που μάλλον με επέλεξε ως ομιλητή λόγω του λιγόλογου χαρακτήρα μου. Έτσι θα τελειώσω κάνοντας μόνο μια αναφορά στο κεφάλαιο που αναφέρεται στη ζωή στο χωριό, που την έζησε αποσπασματικά κατά τις περιόδους των διακοπών. Αφού περιγράψει τη ζωή στο χωριό, τη γλώσσα των χωρικών και τη ζωή των παιδιών εκεί, ο συγγραφέας καταλήγει κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό με πικρία αλλά και ελπίδα. Γράφει: «Ο κόσμος αυτός πεθαίνει κάθε μέρα μαζί με τις τελευταίες καβουρομάνες στα ολοένα και περισσότερο ρυπασμένα νερά από τους κατσίγαρους και τις αποχετεύσεις των χωριών. Ίσως η νέα γενιά όσων παραμένουν στην ύπαιθρο να καταφέρει να δημιουργήσει έναν καινούριο πολιτισμό, που δεν θα στηρίζεται στις επιδοτήσεις, αλλά στην παραγωγή εκλεκτών προϊόντων. Η γενιά μας του 1960 δεν θα ζει για να το δει, ίσως όμως να έχουν την τύχη αυτή τα παιδιά και τα εγγόνια μας.

Έχουν περάσει από τα χέρια μου δεκάδες -για να μην πω εκατοντάδες- βιβλία Ρεθεμνιωτών συγγραφέων, τα οποία έχω διαβάσει με πολύ ενδιαφέρον. Όμως το βιβλίο που παρουσιάζομε σήμερα το διάβασα απνευστί και με πραγματική ευχαρίστηση. Ζητώ συγγνώμη από τον Χάρη αν αδικώ άλλα του πονήματα, αλλά το θεωρώ από τα καλύτερα αν όχι το καλύτερό του. Είναι ένα βιβλίο μόνο κείμενο, χωρίς την υποστήριξη φωτογραφικού και εικονογραφικού υλικού, το οποίο όμως αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη και του δίνει μια αδρή εικόνα τριών δεκαετιών του Ρεθύμνου, που ξαναζούμε εμείς οι παλαιότεροι και μέσα από αυτό μπορούν να το γνωρίσουν και οι νεότεροι.