Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΡΗΤΙΚΑ ΒΑΠΤΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟΚΟΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥΣ (Από το αρχείο του Παύλου Βλαστού)

 Γιάννης Ζ. Παπιομύτογλου

                                    ΚΡΗΤΙΚΑ ΒΑΠΤΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟΚΟΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥΣ

Από το αρχείο του Παύλου Βλαστού

 Αναδιφώντας το τεράστιο αρχείο του Παύλου Βλαστού, ο οποίος ήρθε στην επικαιρότητα με τον εορτασμό των εκατό χρόνων από τον θάνατό του και την κήρυξη του 2026 ως έτος Παύλου Βλαστού, εντόπισα τρεις σελίδες αφιερωμένες στα ιδιαίτερα βαπτιστικά Κρητικά ονόματα και τα υποκοριστικά τους, ανδρικά και γυναικεία, που ήταν σε χρήση τον 19ο αιώνα.

Από τη γενικότερη εικόνα του συγκεκριμένου χειρόγραφου κειμένου προκύπτει ότι δεν είναι το τελικό αποτέλεσμα της επεξεργασίας μιας συλλογής, αλλά ότι είναι η εικόνα μιας προσπάθειας που δεν έχει ολοκληρωθεί και βρίσκεται εν εξελίξει. Έτσι μπορεί οι αναγνώστες να παρατηρήσουν ότι κάποια ονόματα λείπουν από τον κατάλογο. Όμως, επαναλαμβάνω ότι η προσπάθεια του Βλαστού για τη συλλογή του συγκεκριμένου υλικού φαίνεται ότι δεν είχε ολοκληρωθεί. Παρόλα αυτά νομίζω ότι αξίζει να δημοσιευτεί ως έχει χωρίς επεμβάσεις στην ορθογραφία και στον τονισμό

ΣΗΜ. Στα υποκοριστικά των γυναικείων ονομάτων ο Βλαστός επιλέγει το ουδέτερο αντί του θηλυκού, π.χ. Βαγγελιό (το) αντί Βαγγελιώ (η).


Ἀρσενικά

Ἀγγελῆς (Ἄγγελος), Ἀετός, Ἀθανάσης & Θανάσης (Ἀθανάσιος), Ἀλεβίζος (Ἀλοΐσιος), Ἀνάστος (Ἀναστάσιος), Ἀνδρακός & Ἀντρῖκος & Ἀντρουλιός & Ἀντρουλής (Ἀνδρέας), Ἀρετᾶς ἤ Ἀρετίνης, Ἀρτέμης (Ἀρτέμιος), Ἀστρινός, Βαρδῆς (Βάρδας), Βέκος & Βέκιος, Βελόνης (Ρουμπάδο Ρεθύμνης), Βλάσης (Βλάσιος), Γερώνυμος (Ἱερώνυμος), Γιακουμῆς & Κουμῆς (Ἰάκωβος), Γιαννακός (Ιωάννης), Διαμαντῆς & Διαμαντάρης & Διωμαντάρης (Ἀδαμάντιος), Διονύσης (Διονύσιος), Δράκος & Δρακάκης, Ευαγγελινός (Εὐάγγελος), Εὐθύμης (Εὐθύμιος), Ζαχάρης (Ζαχαρίας), Ζωήδης, Θοδωρῆς (Θεόδωρος), Κανάκης, Κίσανδρος, Κοκόλης & Κοκολάκης (Νικόλαος), Κωστῆς & Κωσταδιός & Κωσταρός (Κωνσταντῖνος), Λαμπής (Χαράλαμπος), Λαμπρινός (Λάμπρος), Λουλούδης (Κάμπου Μετόχια Μυλοποτάμου), Μανιᾶς, Μανοῦσος (Ἐμμανουήλ), Μηνᾶς, Δημητρός (Δημήτριος), Μίνως Μόσχος, Μποτόνης (Άντώνιος), Μῦρος (Μύρων), Ντομένικος (Κυριάκος), Ξηρούχης (σύνηθες παρά Σφακιωτῶν), Πάνος (Παναγιώτης), Παντελῆς & Παντελιός & Πανταλός (Παντελεήμων), Πατοῦ (όνομα κύριο Σφακιωτῶν), Πέρος (Πέτρος), Πολυζώης, Πῶλος (Παῦλος), Ροῦσος = κόκκινος, Σαρακηνός, Σαράντος (Ἐκ τῶν Ἁγ. 40 μαρτύρων), Σήφης (Ἰωσήφ), Σπῦρος & Σπυρίδος (Σπυρίδων), Στάθης & Σταθώρης (Εὐστάθιος), Σταυριανός & Σταυρούλης (Σταῦρος), Στελῆς & Στελιανός (Στυλιανός), Στέργιος & Στέριος (έκ τοῦ Στέρεος ἤ ἴσως έκ τοῦ Σέργιος), Στεφανῆς (Στέφανος), Στρατῆς  (Εὐστράτιος), Τίτος, Φανούρης (Φανούριος), Φώτης (Φώτιος), Χαρίτος, Χρόνης (Πολυχρόνης).

Θυλικά (sic)

Ἀθανασά (Ἀθανασία), Άλισαβιά & Ἀλισάβη (Έλισάβετ), Ἀνεζήνα & Ἀνεζηνιό & Ἀνέζα & Ζηζήνα & Ἀννίκα (Ἄννα), Ἀνθή & Ἀνθία & Ἀνθουλιά & Ἀνθουλιό & Ἀνθοῦσα (Εὐανθία), Ἀννίκα (Ἄννα), Ἀντιόπη, Ἀντωνοῦσα (Ἀντωνία), Ἀργυρὠ & Ἀργυρή, Ἀρχοντία & Αρχοντική, Ἀσημένια, Αὐγενιά & Βγενιό (Εὐγενία), Βαγγελιά & Βαγγέλα & Βαγγέλω & Βαγγελιτσα & Βαγγελιό, (Εὐαγγελία), Βαγιονιά, Βασιλικώ (Βασιλική), Βδοκιά & Βδοκιό (Εὐδοκία), Βενετία & Βενέτα, Βιόλα (ἄνθος), Γλυκερή (Γλυκερία), Γαρεφαλιά & Γαρεφαλιώ, Γραμματική, Δαμασκηνή & Δαμασκηνιά, Δεσποινιό & Δεσποινιά, Διαμάντα & Διαμάντη (Ἀδαμαντία), Δόμνα & Ντὀμνα & Ντομινίκα (Κυριακή), Δοξανιά (Δόξα), Ἐλενιά & Λενιό (Ἐλένη), Ἐληά & Λιά (Ἑλένη), Ἐργίνα & Ἐργινοῦσα (ὑποθέτω έκ τοῦ Ρεγγίνα παρεφθάρη) Ἐρωμφίλη & Νερομφίλη (Ἐρωφίλη), Ζαμπία & Ζαμπιά & Ζαμπιό & Ζαμπέτα (Ζηνοβία), Ζαφείρα, Ζαχαρένια & Ζαχάρω, Ζουμπουλιά, Ζωγραφινιά & Σγουραφιά (Ζωγραφιά), Ζωΐτσα & Ζωϊτσάκι (Ζωή), Θοδώρα (Θεοδώρα), Καδιανή (Κανδιανή), Καλή & Καληό & Καλήτσα, Καλομοῖρα, Κατεργιά & Κατερίνη (Αἰκατερίνη), Κιουράνα = Κυράννα = Κυρία Ἄννα, Κοκώνα, Κορήνα, Κορναρόλα (ἴσως ἀπό τό Κορνηλία), Κρουσταλιά, Κυριακιό & Κυριακοῦλα (Κυριακή), Λαμπρινή & Λαμπρινιά, Μαγδαληνιό (Μαγδαληνή), Μαλαματένια, Μαρούλη (Μαρία), Μηλιά & Μηλιό, Ξανθή & Ξανθούλα, Ξένη & Ξενιώ (Πολυξένη), Ὄρησα & Ὄρσα, Παγώνη (Παγώνα), Πανώρια & Πανωραία, Παρακαλετή (εἰς Άδελε), Παρασκιό (Παρασκευή), Πάτρα (Κλεοπάτρα), Παυλίνα, Πελαγιό & Πελαγίτσα (Πελαγία), Πετρούλα, Ρεβέντα (εἰς Μέρωνα), Ρεγγίνα, Ροδαμιά,Ροδοῦσα & Ροδαρά, Ρουμπινιά (Ρουμπίνι), Ρουντζινιά = πορφυρά-κόκκινη, Ρούσα = κόκκινη-κοκκινομάλλα, Σμαράγδη, Σούσα (;), Σοφουλιά & Σοφίτσα (Σοφία), Τσιτσινιά (ἴσως Τσικινιά), Σωσάννα & Σωσανιό, Σταμάτα (Σταματία), Σταυρωτή (Σταυρούλα), Στεφανιά & Στεφανιό, Συρμαλένια, Τριανταφυλλιά, Ὑακίνθη, Φιλιά & Φιλιώ (Θεοφίλη), Φιόρε (Ἰταλ. ἄνθος), Φλουρή (ἐκ τοῦ φλωρίου), Φραντζολιά (Φραντζέσκα), Φώτω & Φωτεινιό & Φωτεινάκι (Φωτεινή), Χαριστώ & Χαριστή, Χριστινιό (Χριστίνα), Χρυσἀνθη, Χρυσή & Χρυσἀκι (Χρυσούλα).

 (Δημοσιεύθηκε στα Ρεο. Νέα 8/9/2026


Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Χάρη Στρατιδάκη "ΤΩ ΚΑΙΡΩ ΕΚΕΙΝΩ" (Βιβλιοπαρουσίαση)

Χάρη Στρατιδάκη "ΤΩ ΚΑΙΡΩ ΕΚΕΙΝΩ" (Βιβλιοπαρουσίαση)

Αν επιχειρήσουμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω και περπατήσουμε στο Ρέθυμνο των δεκαετιών του 1950, ‘60 και ‘70, θα βρεθούμε σε μια πόλη διαφορετική, που δεν είχε καμιά σχέση με το σήμερα. Το Ρέθυμνο εκείνης της εποχής αριθμούσε λίγες χιλιάδες κατοίκους. Ήταν μια πόλη που βρισκόταν σε παρακμή και οι κάτοικοί της προσφυώς την είχαν ονομάσει «παντέρμο Ρέθεμνος». Η εικόνα της πόλης ήταν καταθλιπτική. Σπίτια και μαγαζιά, ιδιαίτερα στην παλιά πόλη, ασυντήρητα και παρατημένα στην τύχη τους. Η οικονομία του νομού στηριζόταν κυρίως στο μικροεμπόριο, στη γεωργία και την κτηνοτροφία με κυριότερα προϊόντα το λάδι, το κρασί και τα χαρούπια. Η ύπαιθρος έσφυζε από ζωή. Τα χωριά ήταν ζωντανά, πολυπληθή και με έντονη κοινωνική συνοχή, όμως το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων τους ήταν πολύ χαμηλό και πάντως χαμηλότερο από εκείνο της πόλης. Οι αγροτικές εργασίες ήταν κοπιαστικές και σε μεγάλο βαθμό χειρωνακτικές.

Η οικονομία της πόλης ήταν μικρής κλίμακας, με μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις κυρίως  καφενεία, μπακάλικα, ραφεία, κουρεία, ζαχαροπλαστεία κ.ά. Υπήρχαν και λίγες μεταποιητικές επιχειρήσεις, που στηρίζονταν στο λάδι, όπως τα σαπουναριά, αλλά σιγά-σιγά έσβησαν και αυτά. Η τοπική αγορά λειτουργούσε με προσωπικές σχέσεις εμπιστοσύνης και η πίστωση βασιζόταν στον λόγο και την τιμή.

Βέβαια όσο περνούσαν τα χρόνια η κατάσταση σταδιακά βελτιωνόταν με τον τουρισμό να κάνει τα πρώτα του βήματα. Τα πρώτα μικρά ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια έκαναν δειλά την εμφάνισή τους. Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι λίγες δεκαετίες αργότερα ο τουρισμός θα αποτελούσε τον βασικό οικονομικό πυλώνα της περιοχής.

Κοινωνικά, το Ρέθυμνο του ’60 χαρακτηριζόταν από ισχυρούς δεσμούς. Η γειτονιά λειτουργούσε σαν προέκταση της οικογένειας. Τα σπίτια ήταν ανοιχτά, οι δρόμοι και οι αλάνες γεμάτες παιδιά, που έπαιζαν ανέμελα. Οι κοινωνικές εκδηλώσεις –γάμοι, βαφτίσια, πανηγύρια– είχαν έντονο κοινοτικό χαρακτήρα.

Η εκπαίδευση βρισκόταν σε διαφορετικό επίπεδο. Τα σχολεία ήταν λιγότερα σε αριθμό, αλλά γεμάτα ασφυκτικά από μαθητές. Οι δρόμοι γεμάτοι με πηλήκια και μαθητικές ποδιές. Δεν υπήρχε ακόμη πανεπιστήμιο στην πόλη, αφού θα ιδρυθεί το 1973 και θα αλλάξει ριζικά τη φυσιογνωμία του Ρεθύμνου. Πολλοί νέοι αναγκάζονταν να μεταναστεύσουν, είτε στην Αθήνα είτε στο εξωτερικό, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής.

Παρότι περιγράφω ένα όχι και τόσο ειδυλλιακό Ρέθυμνο, υποθέτω ότι όλους εμάς, που μαζευτήκαμε εδώ απόψε, μας ενώνουν τα ίδια συναισθήματα αγάπης και νοσταλγίας για την πόλη των νεανικών μας χρόνων, που όσο περνάει ο καιρός τα συναισθήματα αυτά γίνονται όλο και ισχυρότερα.

Η σύγκριση του τότε με το τώρα δεν έχει στόχο να εξιδανικεύσει το παρελθόν ούτε να αποθεώσει το παρόν. Το Ρέθυμνο του ’60 είχε περισσότερη απλότητα αλλά και περισσότερες στερήσεις. Το Ρέθυμνο του σήμερα έχει περισσότερες ευκαιρίες αλλά και μεγαλύτερες προκλήσεις.

Όλες αυτές τις σκέψεις τις προκάλεσε το βιβλίο του Χάρη Στρατιδάκη, που παρουσιάζουμε απόψε. Η έκδοση ενός βιβλίου από τον Χάρη δεν αποτελεί είδηση. Έχει πλέον στο ενεργητικό του πάνω από πενήντα τίτλους και συνεχίζει ακάθεκτος. Μόλις πριν λίγο καιρό μας έδωσε τη θαυμάσια έκδοση με τις Βραχοκλησιές του Ρεθύμνου, η οποία αποτελεί κόσμημα για τη Ρεθεμνιώτικη βιβλιογραφία. Το περίεργο και πλέον ασύνηθες φαινόμενο είναι ότι αυτή η συνεχής συγγραφική και εκδοτική του δραστηριότητα δεν αποβαίνει σε βάρος της ποιότητας, αλλά αντίθετα βαίνει συνεχώς βελτιούμενη με αποτέλεσμα να κληροδοτεί στη γενέτειρά του θαυμάσιες εκδόσεις με πρωτότυπα θέματα. Το τελευταίο του βιβλίο, για το οποίο συγκεντρωθήκαμε εδώ απόψε, έχει τίτλο «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ» και αναφέρεται στη δεκαετία του 1960, που εκείνος ονομάζει Μακρά Δεκαετία και την εκτείνει από το 1956 μέχρι το 1974. Ακόμη και ο πολυτονικός τίτλος με τις δοτικές, τις περισπωμένες και τις υπογεγραμμένες βάζει τον αναγνώστη στο κλίμα εκείνης της εποχής. Εκδόθηκε στα Χανιά με τη φροντίδα του Ματθαίου Φραντζεσκάκη, ο οποίος είναι εδώ απόψε και συντονίζει την εκδήλωση.

Είναι ένα βιβλίο απολαυστικό, γραμμένο με πολύ χιούμορ και νοσταλγία και είναι ιδιαίτερα οικείο σε όσους Ρεθεμνιώτες γεννήθηκαν εκείνη την εποχή, επειδή τους ανακαλεί μνήμες για γεγονότα και καταστάσεις που οι ίδιοι έζησαν και άρα τους αγγίζει συναισθηματικά και τους προκαλεί νοσταλγικές αναπολήσεις.  

Ο συγγραφέας δεν έχει αφήσει εικόνα ή λεπτομέρεια από την εποχή εκείνη που να μην την αναφέρει στο βιβλίο, πράγμα που επιτρέπει στους νεότερους και στους μη Ρεθεμνιώτες, που θα το διαβάσουν, να αισθάνονται ότι έχουν ζήσει στο Ρέθυμνο που περιγράφει.

Δεν εξιδανικεύει το Ρέθυμνο εκείνων των χρόνων, αντίθετα συχνά δεν διστάζει να αναφέρει και να περιγράψει δυσάρεστες καταστάσεις και να υπονοήσει σαφώς ή και να ονοματίσει τους πρωταγωνιστές τους.

Πολλές φορές εντυπωσιάζομαι και εκπλήσσομαι από τοπωνύμια, ονόματα και γεγονότα που θυμάται και αναφέρει ο Χάρης. Και λέω εκπλήσσομαι επειδή εγώ, αν και αρκετά μεγαλύτερός του ούτε τα γνωρίζω ούτε τα θυμάμαι. Παράδειγμα ο Τενεκέ Μαχαλάς στην περιοχή της Καλλιθέας, τον οποίο δεν γνώριζα παρότι ήμουν κάτοικος της περιοχής όταν πήγαινα στο δημοτικό.

Επίσης αναφέρει το ακάλυπτο ρέμα Συνατσάκη ως το ανατολικό όριο της πόλης, που σήμερα έχει σκεπαστεί και ονομάζεται οδός Γεωργίου Παπανδρέου και βγαίνει στο Δελφίνι. Αυτή η αναφορά μου έφερε στη μνήμη ένα περιστατικό από τα παιδικά μου χρόνια. Μέναμε τότε στην περιοχή και κάθε μέρα διασχίζαμε το ρέμα πηγαίνοντας στο 5ο Δημοτικό δίπλα στο Ορφανοτροφείο. Μια μέρα που παίζαμε ρίχνοντας πέτρες στο νερό του ρέματος κάποιος με έσπρωξε από πίσω και με έριξε μέσα στα νερά. Ήταν ο Αντώνης ο Ζεμπίλης, που οι Ρεθεμνιώτες με πολλή αγάπη και πολλή τρυφερότητα αποκαλούσαν «Μπουλιό». Ας είναι αιωνία του η μνήμη.

Και ο Χάρης αναφέρει στο βιβλίο αρκετά ευτράπελα περιστατικά, όπως εκείνο με την υπηρέτρια που ψεύδιζε και ανήγγειλε στον πατέρα, που είχε ήδη εφτά κόρες, ότι απέκτησε «δυό», λέξη που ο πατέρας εξέλαβε ως «γυιό», αλλά εκείνη εννοούσε δύο, τσούπρες φυσικά. Ή το άλλο με τον θεολόγο που υποστήριζε ότι οι λεχώνες δεν πρέπει να θηλάζουν Τετάρτη και Παρασκευή, επειδή αυτές είναι μέρες νηστείας!

Στο κεφάλαιο για τη στέγαση είναι παραστατική η περιγραφή των κατοικιών και η εξέλιξή τους, τόσο από οικοδομική άποψη, όσο και από την άποψη των λειτουργιών που λάμβαναν χώρα μέσα ή έξω από αυτές. Επιλέγω να αναφερθώ στην εξέλιξη των καμπινέδων, από τους υπαίθριους αποπάτους μέχρι τους λουτροκαμπινέδες με μπανιέρα, η οποία πολλές φορές οδηγούσε σε εξαρθρώσεις ή σπασίματα των άκρων και τελικά κατέληγε να χρησιμοποιείται για το πλύσιμο των φλοκάτων και των κουβερτών. Ακόμη γίνεται εκτενής αναφορά στην εξέλιξη του εξοπλισμού των κατοικιών. Το μαγείρεμα είχε περάσει από εκείνο με ξύλα στις γκαζιέρες με πετρέλαιο και αργότερα σε συσκευές υγραερίου. Η θέρμανση γινόταν με μαγκάλια που έκαιγαν πυρηνίδι ή με σόμπες πετρελαίου. Τα ψυγεία ήταν με πάγο και τα σίδερα σιδερώματος με κάρβουνα. Για ψυχαγωγία υπήρχε το ραδιόφωνο και αυτό όχι σε όλα τα σπίτια. Η πόλη ήταν οικολογική κατ’ ανάγκη. Τα πλαστικά και οι συσκευασίες τροφίμων σπάνιζαν και κατά συνέπεια τα απορρίμματα ήταν ελάχιστα και η αποκομιδή τους γινόταν αρχικά με ένα κάρο και αργότερα με ένα μικρό φορτηγό.

Είναι εντυπωσιακό από πόσες πλευρές προσέγγισε το θέμα του ο συγγραφέας. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας στη πόλη που δεν τη θίγει το βιβλίο. Στην εισαγωγή περιγράφονται συνοπτικά τα κυριότερα γεγονότα της περιόδου 1958-1972, τόσο σε ελληνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, ιδωμένα με τα μάτια ενός παιδιού που όσο μεγαλώνει αντιλαμβάνεται όλο και περισσότερα, με μερικά γεγονότα να σφραγίζουν τη μνήμη του και την ψυχοσύνθεση του. Τέτοια γεγονότα ήταν το ναυάγιο του "Ηράκλειον" το 1966, η επιβολή της δικτατορίας το 1967 και η συντριβή του αεροπλάνου της πτήσης Χανιά - Αθήνα το 1969. 

Επίσης αναφέρεται σε γεγονότα και καταστάσεις -κυρίως των δεκαετιών του ΄50 και του ΄60- που εμείς, λόγω του νεαρού της ηλικίας, δεν είχαμε πλήρη συνείδηση. Όπως στους συχνούς μετακατοχικούς θανάτους και τραυματισμούς από πυρομαχικά του πολέμου και της κατοχής. Ή στην μετεμφυλιακή πολιτική κατάσταση με τη διάκριση των πολιτών σε αριστερούς και δεξιούς και τις διώξεις των πρώτων. Ο Χάρης δεν μασάει τα λόγια του όταν περιγράφει γεγονότα και ονοματίζει πρόσωπα που διαδραμάτισαν αρνητικό ρόλο εκείνη την εποχή.

Η μετακίνηση του πληθυσμού από τα χωριά στην πρωτεύουσα του νομού και στην πρωτεύουσα κράτους, καθώς και η μετανάστευση στο εξωτερικό είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των δεκαετιών.

Τη Ρεθεμνιώτικη κοινωνία χαρακτήριζαν ισχυροί δεσμοί τόσο στην οικογένεια όσο και ευρύτερα. Σχεδόν όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους και όταν κατέβαινες  στην αγορά οι εννιά στους δέκα σου ήταν γνωστοί.  Για να συνεννοηθείς δεν έλεγες οδό και αριθμό, αλλά έλεγες στου τάδε δίπλα ή στου δείνα απέναντι. Οι μανάδες μας, μας έστελναν σε παραγγελιές σε όλη την πόλη χωρίς φόβο και άγχος ότι μπορεί να μας συμβεί κάτι κακό. Η φράση προς τον μπακάλη της γειτονιάς ήταν συνήθης: «Θείε η μαμά μου μου είπε να μου δώσεις εκατό δράμια μπελτέ και ένα χαρτί μακαρόνια και να τα γράψεις». 

Τα παιδιά έπαιζαν αλίμπερτα στους δρόμους και στις αλάνες και τα καλοκαίρια στις φτωχογειτονιές τις περισσότερες φορές ξυπόλυτα. Έπαιζαν παιχνίδια που στους σημερινούς νέους είναι άγνωστα, όπως γυαλένια, σβούρες, τσέρκια, ξυλίκι κ.ά. Στις σκανταλιές μας η μόνιμη μισοτελειωμένη απειλητική φράση των μανάδων μας ήταν «δεν θα γυρίσει ο πατέρας σου…». Απειλή όμως που δεν υλοποιούνταν ποτέ.

Υπήρχε σεβασμός στην τροφή ιδιαίτερα στο ψωμί που, όταν έπεφτε κάτω, το σηκώναμε, το φυσούσαμε, το σταυρώναμε και το τρώγαμε. Εντύπωση μου προκαλεί η αναφορά του Χάρη σε τεράστιο πλήθος τροφών και εδεσμάτων, καθώς και επαγγελματιών σχετικών με τη διατροφή. Με εκπλήσσει επίσης η αναφορά του σε προϊόντα και πρόσωπα που, εγώ αν και μεγαλύτερός του, δεν τα θυμάμαι.

Εμείς, που γεννηθήκαμε μετά τον πόλεμο, είμαστε οι μόνοι στην ανθρώπινη ιστορία που ζήσαμε τόσες αλλαγές σε κοινωνικό και τεχνολογικό επίπεδο, γεγονός που διαμόρφωσε τους χαρακτήρες μας και που οδήγησε κάποιον στο fb γράψει ότι είμαστε σκληροί σαν μπαγιάτικο ψωμί και γρήγοροι σαν την παντόφλα της μαμάς.

Ο συγγραφέας αφιερώνει ένα κεφάλαιο του βιβλίου στην εκπαίδευση εκείνων των χρόνων και δικαιολογημένα αφού οι περισσότερες και οι ζωντανότερες μνήμες μας είναι από τα μαθητικά μας χρόνια. Η εκπαίδευση (Στοιχειώδης και Μέση) εκείνη την εποχή είχε πολλές φαιδρές πτυχές, αλλά και πολλές δυσάρεστες. Τα παιδαγωγικά πρότυπα ήταν τελείως διαφορετικά από τα σημερινά με κυρίαρχη την πεποίθηση ότι το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο. Οι δυσκολίες ήταν πολλές ειδικά για τα χωριατόπαιδα που έρχονταν στην πόλη για να μάθουν γράμματα μένοντας σε ένα νοικιασμένο δωμάτιο δύο και τρία μαζί.

Αν αναφερθώ σε όλα τα κεφάλαια του βιβλίου αφενός θα σας κουράσω και αφετέρου θα διαψεύσω τον Χάρη, που μάλλον με επέλεξε ως ομιλητή λόγω του λιγόλογου χαρακτήρα μου. Έτσι θα τελειώσω κάνοντας μόνο μια αναφορά στο κεφάλαιο που αναφέρεται στη ζωή στο χωριό, που την έζησε αποσπασματικά κατά τις περιόδους των διακοπών. Αφού περιγράψει τη ζωή στο χωριό, τη γλώσσα των χωρικών και τη ζωή των παιδιών εκεί, ο συγγραφέας καταλήγει κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό με πικρία αλλά και ελπίδα. Γράφει: «Ο κόσμος αυτός πεθαίνει κάθε μέρα μαζί με τις τελευταίες καβουρομάνες στα ολοένα και περισσότερο ρυπασμένα νερά από τους κατσίγαρους και τις αποχετεύσεις των χωριών. Ίσως η νέα γενιά όσων παραμένουν στην ύπαιθρο να καταφέρει να δημιουργήσει έναν καινούριο πολιτισμό, που δεν θα στηρίζεται στις επιδοτήσεις, αλλά στην παραγωγή εκλεκτών προϊόντων. Η γενιά μας του 1960 δεν θα ζει για να το δει, ίσως όμως να έχουν την τύχη αυτή τα παιδιά και τα εγγόνια μας.

Έχουν περάσει από τα χέρια μου δεκάδες -για να μην πω εκατοντάδες- βιβλία Ρεθεμνιωτών συγγραφέων, τα οποία έχω διαβάσει με πολύ ενδιαφέρον. Όμως το βιβλίο που παρουσιάζομε σήμερα το διάβασα απνευστί και με πραγματική ευχαρίστηση. Ζητώ συγγνώμη από τον Χάρη αν αδικώ άλλα του πονήματα, αλλά το θεωρώ από τα καλύτερα αν όχι το καλύτερό του. Είναι ένα βιβλίο μόνο κείμενο, χωρίς την υποστήριξη φωτογραφικού και εικονογραφικού υλικού, το οποίο όμως αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη και του δίνει μια αδρή εικόνα τριών δεκαετιών του Ρεθύμνου, που ξαναζούμε εμείς οι παλαιότεροι και μέσα από αυτό μπορούν να το γνωρίσουν και οι νεότεροι.

Γιάννης Ζ. Παπιομύτογλου

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Οι βραχοκλησιές του Ρεθύμνου (Βιβλιοπαρουσίαση)

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

 

Χάρη Κ. Στρατιδάκη

Οι βραχοκλησιές του Ρεθύμνου

Από πολύ παλιά ο άνθρωπος αναζητούσε τρόπους να εκφράσει την πίστη του όχι μόνο με λόγια, αλλά και με έργα. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα αυτής της έκφρασης είναι τα ιερά που χτίστηκαν πάνω ή μέσα σε βράχους, ως μνημεία πίστης, αντοχής και πνευματικής ανάτασης. Στον χριστιανισμό, από τα πρώτα του βήματα, υπήρξαν πολλά παραδείγματα εκκλησιών σε βράχους σε απόκρημνα και δύσβατα σημεία. Ο βράχος θεωρείται σύμβολο σταθερότητας και αιωνιότητας, παραπέμπει στον ίδιο τον Χριστό, όπως αναφέρεται στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: «ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν». Η προσέγγιση σε αυτές τις εκκλησίες είναι δύσκολη όχι μόνο σωματικά, αλλά και πνευματικά. Ο προσκυνητής καλείται να κοπιάσει, να αφήσει πίσω του την καθημερινότητα και να στραφεί προς το θείο και την εσωτερική του γαλήνη.

Στην Ελλάδα υπάρχουν μοναδικά παραδείγματα τέτοιων ναών. Τα Μετέωρα, με τα μοναστήρια τους νααιωρούνται ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, αποτελούν παγκόσμιο σύμβολο ορθόδοξης πνευματικότητας. Η Παναγία η Χοζοβιώτισσα στην Αμοργό, χτισμένη κυριολεκτικά μέσα στον βράχο, προκαλεί δέος με την απλότητά της και τη θέα στο απέραντο γαλάζιο. Η Μονεμβασιά με εκκλησίες σμιλεμένες πάνω στον βράχο μαρτυρούν αιώνες πίστης, αγώνων και ιστορίας. Σήμερα, οι εκκλησίες σε βράχο αποτελούν πολύτιμα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς που μας υπενθυμίζουν ότι η πίστη μπορεί να υπερνικήσει δυσκολίες, ότι η ομορφιά γεννιέται συχνά μέσα από τον κόπο δημιουργώντας έργα που αντέχουν στον χρόνο.

Η Κρήτη δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτό το φαινόμενο, αλλά αντίθετα είναι ένας τόπος όπου η φύση και η πίστη συναντιούνται με τρόπο εντυπωσιακό. Ανάμεσα στα φαράγγια, τους απόκρημνους βράχους και τα άγρια βουνά της, ο κρητικός έχτισε  και πολλές φορές σμίλεψε ναούς και μοναστήρια, πάνω στην πέτρα. Οι εκκλησίες αυτές δεν αποτελούν απλώς αρχιτεκτονικά επιτεύγματα. Είναι μνημεία πίστης, αντοχής και πνευματικής αναζήτησης. Η επιλογή των δυσπρόσιτων αυτών σημείων δεν ήταν τυχαία. Οι άνθρωποι αναζητούσαν την απομόνωση, τη σιωπή και την εγγύτητα με τον Θεό, μακριά από τον θόρυβο του κόσμου.

Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις είναι το βιβλίο του Χάρη Στρατιδάκη «Οι βραχοκλησιές του Ρεθύμνου», που μόλις εκδόθηκε. Η έκδοση βιβλίου από τον Χάρη δεν είναι είδηση. Έχει στο ενεργητικό του περισσότερα από πενήντα βιβλία. Μάλιστα η αναζήτηση στον ηλεκτρονικό κατάλογο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Ρεθύμνης βρίσκει εβδομήντα πέντε (75) τίτλους κάτω από το όνομά του!!! Νομίζω ότι δικαιωματικά του ανήκει ο τίτλος του χαλκέντερου. 

Το βιβλίο έχει εκδοθεί από τη Γραφοτεχνική Κρήτης σε σχήμα 22Χ24 με σκληρό εξώφυλλο και 202 σελίδες. Πρόκειται για μια πολυτελή έκδοση με χαρτί βέλβετ 150 γραμμαρίων και πολλές έγχρωμες φωτογραφίες. Είναι εντυπωσιακό πώς ο συγγραφέας φέρνει σε πέρας ένα τέτοιο εγχείρημα με τέτοια πληρότητα, κάτι που απαιτεί τεράστια έρευνα, χωρίς μάλιστα να παραμελήσει τις άλλες του δραστηριότητας και χωρίς να γίνει αντιληπτός ακόμη και από τους φίλους και συνεργάτες του.

Ο συγγραφέας προτάσσει στο πρώτο κεφάλαιο τα Σπηλαιώδη ιερά ανά τον κόσμο με αναφορές, φωτογραφίες και παραδείγματα από σπηλαιώδη ιερά όλων των μεγάλων θρησκειών από όλον τον κόσμο.

Ακολουθεί αναφορά, με φωτογραφίες, σε σπηλαιώδεις ναούς και μονές ανά την Ελλάδα και έπονται οι σπηλαιώδεις ναοί στην Κρήτη, όπου επισημαίνεται και εξηγείται ο μεγάλος αριθμός τους που, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ανέρχονται σε 390.

Το δεύτερο και τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου είναι το εκτενέστερο και είναι αφιερωμένο στους σπηλαιώδεις ναούς του Ρεθύμνου. Γίνεται εξαντλητική παρουσίαση, αλφαβητικά κατά χωριό, 136 Ρεθεμνιώτικων βραχοκλησιών με φωτογραφική και άλλη λεπτομερή τεκμηρίωση. Το βιβλίο κλείνει με ένα παράρτημα στο οποίο περιλαμβάνονται παλαιότερες σχετικές δημοσιεύσεις του συγγραφέα και κατάλογοι των βραχοκλησιών των περιφερειακών ενοτήτων Ρεθύμνου, Χανίων, Ηρακλείου και Λασιθίου.

Συγχαίρω τον Χάρη Στρατιδάκη για το δώρο μας πρόσφερε τις φετινές γιορτές, το  οποίο πλουτίζει το οικοδόμημα της Ρεθεμνιώτικης και ευρύτερα της Κρητικής βιβλιογραφίας με ένα βιβλίο με πρωτότυπο θέμα και με πληροφορίες που σε μεγάλο βαθμό αγνοούσαμε.  Επίσης συγχαίρω τη Γραφοτεχνική Κρήτης για την εξαιρετική έκδοση.

    

Γιάννης Ζ. Παπιομύτογλου 

 (Δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ρεθ. Νέα της 7/1/2026)