Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

ΣΤΗ ΝΕΑΠΟΛΗ ΛΑΣΙΘΙΟΥ ΤΟΥ 1886/1887


Στὴ Νεάπολη τοῦ 1886/1887

Tου Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου

(Δημοσιεύθηκε στην Επιστημονική Επετηρίδα της Ι.Μ.Πέτρας, τομ. 1/2010).

Περίληψη
Ἡ παροῦσα δημοσίευση ἀναφέρεται σὲ καταστάσεις και γεγονότα ποὺ ἔλαβαν χώρα στὴ Νεάπολη Μεραμπέλου κατὰ τὸ σχολικὸ ἔτος 1886/1887, ὅπως αὐτὰ προκύπτουν μέσα ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη αὐτοβιογραφία καὶ τὶς ἀνταποκρίσεις σὲ ἐφημερίδες τοῦ Ρεθύμνου τοῦ Ἐμμανουὴλ Γενεράλι, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε ὡς φιλόλογος στὸ Γυμνάσιο Νεαπόλεως κατὰ τὸ σχολικὸ ἔτος αυτό.


Ἐμμανουὴλ Γενεράλις (1860-1943)
Ὁ Ἐμμανουὴλ Γ. Γενεράλις[1] ὑπῆρξε ἐπιφανὴς φιλόλογος μὲ πολυσχιδῆ ὑπερπεντηκονταετῆ δράση. Γεννήθηκε στὸ Γερακάρι Ἀμαρίου τοῦ νομοῦ Ρεθύμνης. Τὰ στοιχειώδη γράμματα τὰ ἄκουσε στὸ χωριό του, τὰ δὲ γυμνασιακὰ στὸ Β΄ Γυμνάσιο Ἀθηνῶν. Ἀκολούθως γράφτηκε στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, τῆς ὁποἰας  ἀνακηρύχθηκε διδάκτορας το 1886.
Ὑπηρέτησε ὡς καθηγητὴς φιλόλογος διαδοχικὰ στὰ Γυμνάσια Ρεθύμνου, Νεαπόλεως, Ρεθύμνου καὶ Χανίων. Γυμνασιάρχης στὸ Ρέθυμνο καὶ στὰ Χανιὰ ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν. Ὡς Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τῆς Παιδείας (1910-1911) καθιέρωσε στὴν Κρήτη τὸ ἑξατάξιο Δημοτικὸ καὶ Γυμνάσιο, σύστημα ποὺ πολὺ ἀργότερα ἐφαρμόσθηκε στὴν ἄλλη Ἑλλάδα. Πληρεξούσιος Ἀμαρίου στὴν Κρητικὴ Βουλὴ τὸ 1889 καὶ τὸ 1894 μὲ τὸ κόμμα τῶν «Καραβανάδων».
Παράλληλα μὲ τὴν ἄσκηση τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ του ἔργου καὶ τὴν πολιτική του δραστηριότητα, ἀνέπτυξε καὶ ἀξιόλογη πολιτιστικὴ καὶ κοινωνικὴ δράση. Διετέλεσε πρόεδρος τοῦ Θεατρικού Συλλόγου Ρεθύμνης «Αἱ Μοῦσαι», γραμματέας τοῦ Φιλεκπαιδευτικοῦ Συλλόγου Ρεθύμνης, γραμματέας τῆς Κεντρικῆς τῶν Κρητῶν Ἐπιτροπῆς στὴν Άθήνα (1895-1897), πρόεδρος τοῦ Γυμναστικοῦ Συλλόγου Ρεθύμνης καὶ τοῦ Φιλολογικού Συλλόγου Χανίων «Ὁ Χρυσόστομος», διευθυντὴς τοῦ ἑβδομαδιαίου περιοδικοῦ τῶν Χανίων «Χριστιανικὸν Φῶς» καὶ πρόεδρος τῆς Διοικούσας Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἱστορικοῦ Ἀρχείου Κρήτης.
Δημοσίευσε ἑκατοντάδες ἄρθρα ποικίλου περιεχομένου σὲ ἐφημερίδες καὶ περιοδικά καὶ συνέγραψε καὶ ἐξέδωσε δέκα αὐτοτελῆ ἔργα[2]. Πέθανε στὰ Χανιὰ τὸ 1943.
Ἡ παροῦσα δημοσίευση στηρίζεται κατὰ μέγα μέρος στὴν ἀνέκδοτη αὐτοβιογραφία του, ἀντίγραφο τῆς ὁποίας εἶχε τὴν καλοσύνη νὰ μοῦ παραχωρήσει πρὸ δεκαπενταετίας περίπου ὁ ἀείμνηστος μελετητὴς τοῦ ἔργου του καὶ συγχωριανός του Σπῦρος Ἀπ. Μαρνιέρος.

Γενεράλις – Γραμματικάκης – Ξανθουδίδης
Δὲν εἶναι εὐρύτερα γνωστὸ ὅτι οἱ παραπάνω τρεῖς διακεκριμένοι Κρῆτες φιλολόγοι, ποὺ ἦταν σχεδὸν συνομήλικοι[3], εἶχαν ὑπάρξει συμφοιτητὲς στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Μάλιστα τὸ 1882 εἶχαν συμμετάσχει καὶ οἱ τρεῖς, οἱ δύο πρῶτοι ὡς δευτεροετεῖς καὶ ὁ τρίτος ὡς πρωτοετής, σὲ γραπτὸ διαγωνισμὸ γιὰ τὴν ὑποτροφία τοῦ κληροδοτήματος Άντωνίου Παπαδάκη[4], ἡ ὁποία διδόταν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ δίδεται μέχρι σήμερα σὲ Κρήτες φοιτητές. Τὸν διαγωνισμὸ ἐκέρδησε ὁ Νικόλαος Ἐμμ. Γραμματικάκης (1862-1926)[5], τοῦ ὁποίου τὴν ἀνωτερότητα παραδέχεται ὁ Γενεράλις[6]. Αὐτὴ ἡ γνωριμία τους ἐξηγεῖ τὸ πῶς βρέθηκαν καὶ οἱ τρεῖς νὰ ὑπηρετοῦν στὸ Γυμνάσιο Νεαπόλεως σχεδὸν ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποφοίτησὴ τους. Ὁ Γενεράλις καὶ ὁ Γραμματικάκης ἀποφοίτησαν καὶ ἀνακηρύχθηκαν διδάκτορες τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1886[7], ὁ δὲ Στέφανος Ξανθουδίδης (1864-1928) τὸ 1887. Ὁ Γραμματικάκης εἶχε ἀρχίσει νὰ διδάσκει στὸ Γυμνάσιο Νεαπόλεως[8] ἤδη ἀπὸ τὸ σχολικὸ ἔτος 1885/1886, δηλαδὴ ἕνα ἔτος πρὶν τὴν ἀποφοίτησή του, ὅπως ἄλλωστε συνέβη καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Εμμανουὴλ Γενεράλι, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ τὸ Γυμνάσιο Νεαπόλεως ὑπηρέτησε γιὰ ἕνα ἔτος στὸ Γυμνάσιο Ρεθύμνου.
Ὁ Γενεράλις ἀναφέρει στὴν αὐτοβιογραφία του ὅτι προσελήφθη ὑπὸ τοῦ άντιπροσωπεύοντος ἐν Ἀθήναις τὴν Τμηματικὴν Ἐφορείαν Λασιθίου Γεωργίου Ν. Χατζιδάκι[9], ὅμως πιστεύω πὼς ἡ πρόσληψή του ἔγινε μὲ τὴ μεσολάβηση καὶ παρότρυνση τοῦ Γραμματικάκη, ὁ ὁποῖος ἤθελε στὸ Γυμνάσιο τῆς ἰδιαίτερης πατρίδας του ἄξιους καθηγητὲς.

Στο Γυμνάσιο Νεαπόλεως
Ὁ Γενεράλις μὲ τὸν Γραμματικάκη ταξίδεψαν μαζὶ ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ στὴν Κρήτη καὶ ἀποβιβάστηκαν στὸ λιμάνι τοῦ Ἁγίου Νικολάου τὴν 1η Ὀκτωβρίου 1886, ὅμως ὁ διορισμός τους ἀνέτρεχε ἀπὸ τὴν 1η Σεπτεμβρίου, σύμφωνα μὲ τὸ συμβόλαιο ποὺ εἶχαν ὑπογράψει. Οὐσιαστικὰ ἀνέλαβαν ὑπηρεσία τὴν ἡμέρα τῆς ἄφιξής τους.
Ὁ Γενεράλις ἀναφέρει ὀνομαστικὰ τοὺς συναδέλφους του καθηγητὲς στὸ Γυμνάσιο Νεαπόλεως, οἱ ὁποῖοι -πέραν τοῦ Γραμματικάκη- ἦταν: Ὁ φιλόλογος Φίλιππος Δημάρατος ἀπὸ τὴ Βούρμπιανη Ἰωαννίνων, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε καὶ τὴ διεύθυνση τοῦ σχολείου. Ὁ ἐπίσης φιλόλογος Γεώργιος Μουσαῖος ἀπὸ τὴ Στενήμαχο τῆς Μακεδονίας[10]. Ὁ μαθηματικὸς καὶ φυσικὸς Κωνσταντῖνος Σπ. Περιστερίδης (1855-1828) ἀπὸ τὸ Ἡράκλειο. Ὁ καθηγητὴς τῶν Γαλλικῶν Ἰωάννης Γ. Διαλυνάκης καὶ τέλος τῶν Θρησκευτικῶν ὁ ἀρχιμανδρίτης-θεολόγος Νικόδημος Κατσαράκης. Μάλιστα ὁ τελευταῖος κατὰ τὴ διάρκεια αὐτοῦ τοῦ σχολικοῦ ἔτους ἐξελέγη καὶ χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Ἀρκαδίας[11]. Ὁ Γενεράλις ἀναφέρει ὅτι οἱ συνάδελφοί του καθηγητὲς ἑόρτασαν …τὴν ἀνάρρησιν ταύτην μεταβάντες εἰς τὸ χωρίον τῆς γεννήσεώς του Μίλατον[12], ἔνθα ἐλειτούργησεν ὡς ἐπίσκοπος.
Ἡ σύντομη θητεία τοῦ Ἐμμανουὴλ Γενεράλι στὸ Γυμνάσιο τῆς Νεάπολης σὲ γενικὲς γραμμὲς  κύλησε ὁμαλὰ καὶ χωρὶς ἰδιαίτερα προβλήματα. Μόνο ἕνα μικρὸ ἐπεισόδιο, ποὺ κατὰ τὴν ἄποψή του ὀφειλόταν στὸν καθηγητὴ τῶν Γαλλικῶν, παρ᾿ ὀλίγο νὰ τὸν ὁδηγήσει σὲ  παραίτηση. Ἰδοῦ πῶς περιγράφει ὁ ἴδιος τὸ περιστατικὸ: …Ἀδυνατῶν νὰ ἐπιβάλλεται ὁ Διαλυνάκις προεκάλεσεν ἀταξίας ἐν τῇ δευτέρᾳ τάξει, αἵτινες ἀπεδόθησαν εἰς Ρεθυμνίους μαθητάς, διατελοῦντας ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν μου καὶ οἵτινες ἐξ αἰτίας μου εἶχον ἔλθει ἐκ Ρεθύμνης, ἀφ᾿ οὗ ἐγώ δὲν ἔμεινα ἐκεῖ καθηγητὴς. Ἐτιμωρήθησαν δὲ δι᾿ ἀποβολῆς μεγάλης, δι᾿ ἥν ἐνόμισα ἐγὼ ὅτι προσεβαλλόμην καὶ ἀπέσχον τοῦ Γυμνασίου ἀνενεχθεὶς πρὸς τὴν Τμηματικὴν Ἐφορείαν καὶ δηλώσας παραίτησιν. Ἡ ἐπέμβασις αὐτῆς ἀποκατέστησε τὰ πράγματα μετριάσασα την ποινὴν καὶ ἐπαναγαγοῦσα με εἰς τὸ ἔργον μου.

Ἡ ἑορτὴ τῆς ἐνηλικίωσης τοῦ Διαδόχου[13]
Τὴν 1η Δεκεμβρίου 1886 γιορτάσθηκε σὲ ὅλη τὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα ἡ ἐνηλικίωση τοῦ Κωνσταντίνου, διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Μὲ δεδομένο ὅτι ἡ Κρήτη ἦταν ἀκόμη ὑπὸ Τουρκικὴ κυριαρχία, προκαλεῖ ἐντύπωση τὸ γεγονὸς ὅτι ἀντίστοιχος ἑορτασμὸς ἔγινε καὶ στὴν Κρήτη. Ὁ ἑορτασμὸς στὴ Νεάπολη ἔγινε τὴν 5η Δεκεμβρίου ἀντὶ τῆς 1ης, λόγω ἀπουσίας τοῦ Ἐπισκόπου Πέτρας Μελετίου Χλαπουτάκη[14], ὅμως ἀπὸ τὴν 1η τοῦ μήνα ἡ γαλανόλευκη κυμάτιζε στὸ κτήριο τοῦ Γυμνασίου καὶ τῆς Δημοτικῆς Σχολῆς. Τὴν 5η Δεκεμβρίου καὶ ἀφοῦ εἶχε ἐπιστρέψει ὁ Ἐπίσκοπος, ἡ ἡμέρα ἄρχισε μὲ κανονιοβολισμοὺς μὲ κανόνι λάφυρο τῆς ἐπανάστασης του 1866, τὸ ὁποῖο χειριζόταν ἐπιδεξιότατα ὁ πλειστάκις τοὺς πολεμίους ἀντιμετωπίσας ἐν τῷ πεδίῳ τῆς τιμῆς Ἐμμ. Κριτσοτάκης. Ἀκολούθησε θεία λειτουργία κατὰ τὴν ὁποία μνημονεύθηκε ἡ βασιλικὴ οἰκογένεια τῶν Ἑλλήνων καὶ ἰδιαίτερα ὁ διάδοχος Κωνσταντῖνος. Μετὰ τὴ λειτουργία ἡ καμπάνα τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ ἄρχισε νὰ καλεῖ τὸν λαὸ στὴν δοξολογία. Πράγματι μὲ παλλομένην τὴν καρδίαν ἔτρεχον πάντες καὶ μὲ πλήρεις ἐκ συγκινήσεως τοὺς ὀφθαλμοὺς δακρύων… Στὴ δοξολογία παρέστησαν τὰ μέλη τῆς Τμηματικῆς Ἐφορείας καὶ τῆς Δημογεροντίας, οἱ καθηγητὲς καὶ δάσκαλοι οἱ δήμαρχοι Μεραμπέλου[15], οἱ δικηγορούντες, οἱ χριστιανοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ἀγωνιστὲς, ἄνθρωποι κάθε ἡλικίας καὶ τάξεως καὶ ἱκανὸς ἀριθμὸς ἐκ τοῦ ὡραίου φύλου. Στὴ δοξολογία χοροστάτησε ὁ Ἐπίσκοπος Πέτρας Μελέτιος, ἐνῶ ἔψαλαν ὁ καθηγητὴς Κων. Περιστερἰδης, ὁ Ν. Πολυχρονίδης, ὁ Ν. Γιαμαλάκης καὶ ὁ Ἰ. Ζωγραφάκης. Μετὰ τὸ πέρας τῆς δοξολογίας ἡ χορωδία τῆς Δημοτικῆς Σχολής ἔψαλε ἐμβατήρια καὶ στὴ συνέχεια ὅλος ὁ κόσμος μὲ μυρσίνες στὰ χέρια κατευθύνθηκε στὴν πλατεία τοῦ Γυμνασίου, ὅπου ὁ καθηγητὴς Νικ. Γραμματικάκης ἐκφώνησε πατριωτικὸ λόγο, ὁ ὁποῖος ἔγινε δεκτὸς μὲ παρατεταμένα χειροκροτήματα. Ἐπίσης μίλησαν ὁ δικηγόρος Κ.Δ. Μηνδρινός καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς Δημοτικῆς Σχολῆς Ν. Πολυχρονίδης. Στὴ συνέχεια στὴ μεγάλη αἴθουσα τοῦ Γυμνασίου προσφέρθηκε ἀναψυκτικὸ καὶ ὅλοι συνέχαιραν ἀλλήλους ἐνῶ ἡ χορωδία τῆς Δημοτικῆς Σχολῆς τραγουδοῦσε συνεχῶς πατριωτικά ἄσματα. Σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας πολλὰ καταστήματα ἦταν στολισμένα μὲ σημαῖες, μυρσίνες καὶ εἰκόνες τῆς βασιλικῆς οἰκογένειας. Τὴν ἑσπέραν ἐγένετο λαμπαδηδρομία ἀνὰ τὰς ὁδοὺς τῆς πόλεως παριστώσης οὕτω λαμπρότατον καὶ γραφικώτατον πανόραμα, μέχρι βαθείας δὲ νυκτὸς αἱ ὁδοὶ ἔβριθον ζητωκραυγοῦντος ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου τῆς ἑνώσεως καὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ πλήθους.
Ἡ λαμπαδηδρομία ξεκίνησε ἀπὸ τὴν πλατεία τῶν Πλατανακιῶν. Προηγοῦντο δύο Ἑλληνικὲς σημαῖες καὶ ἀκολουθοῦσαν οἱ μαθητὲς τοῦ Δημοτικοῦ καὶ τοῦ Γυμνασίου, πιὸ πίσω οἱ καθηγητὲς, οἱ δάσκαλοι, οἱ Δήμαρχοι, οἱ Δημογέροντες, οἱ Ἔφοροι καὶ πλῆθος κόσμου μὲ τὶς δᾶδες στὰ χέρια. Σὰν φωτεινὸ ποτάμι πλῆθος πλέον τῶν χιλίων ἀτόμων διέτρεξε τὶς ὁδοὺς τῆς Νεάπολης καὶ συνέχισε μέχρι τὴν παρακείμενη Βουλισμένη, ἀπ᾽ ὅπου ἐπέστρεψε μετὰ τὸ μεσονύκτιο[16].

Θεατρικὲς παραστάσεις στὴ Νεάπολη
Μετὰ τὴ Σύμβαση τῆς Χαλέπας (1878), τὸ ἄρθρο 15 τῆς ὁποίας ἐπέτρεπε τὴ σύσταση φιλεκπαιδευτικῶν συλλόγων, ἕνας ἄνεμος πολιτιστικῶν δραστηριοτήτων ἔπνευσε σὲ ὅλη τὴν Κρήτη. Ἱδρύθηκαν σύλλογοι μὲ πλούσια καὶ πολυσχιδῆ δράση, σὲ τομεῖς ὅπως τὸ θέατρο, οἱ ἀρχαιολογικές ἀνασκαφὲς, ἡ ἵδρυση μουσείων καὶ φιλαρμονικῶν, ἡ συντήρηση σχολείων, ἡ ἔκδοση βιβλίων κλπ.
Καὶ στὴ Νεάπολη ὑπῆρξε μιὰ τέτοια κίνηση, ὅπως προκύπτει ἀπὸ δημοσιεύματα τῆς ἐποχῆς[17]. Τὴν Κυριακὴ 26-12-1886 συγκεντρώθηκαν στὰ γραφεῖα τῆς Δημογεροντίας οἱ φιλοπρόοδοι κάτοικοι τῆς πόλης καὶ ἐξέλεξαν πενταμελῆ ἐπιτροπὴ μὲ ἀποστολὴ νὰ ὀργανώσει σειρὰ παραστάσεων στὴν αἴθουσα τῆς Δημοτικῆς Σχολῆς, ἡ ὁποία εἶχε διαμορφωθεῖ καταλλήλως ἀπὸ τριετίας. Τὰ ἔσοδα τῶν παραστάσεων θὰ διετίθεντο ὑπὲρ κοινωφελῶν σκοπῶν. Τὴν ἐπιτροπὴ ἀποτέλεσαν ὁ Β. Φανδρίδης δικηγόρος, ὁ Ἐμμ. Λυδάκης τμηματικὸς ἔφορος, ὁ Γ. Μαρῆς γραμματέας τῆς Διοικήσεως, ὁ Κ. Διαλυνάκης σχολάρχης καὶ ὁ Κ. Χριστινάκης δικηγόρος. Ἡ ἐπιτροπή σὲ σύντομο χρόνο ἐπέλεξε τρεῖς κωμωδίες τὶς ὁποῖες ἔκρινε κατάλληλες καὶ σχεδὸν ἀμέσως ἄρχισαν οἱ σχετικὲς πρόβες.
Ἡ παράσταση δόθηκε τὴν Κυριακὴ 18 Ἰανουαρίου 1887 καὶ εἶχε μεγάλη ἐπιτυχία. Ὁ Γενεράλις γράφει ἐνθουσιώδη λόγια, μέρος τῶν ὁποίων παραθέτω αὐτολεξεί: Ἐν μέσῳ ἀνύδρου ἐρήμου πνευματικῶν  ψυχαγωγιῶν εἴχομεν ὡς χλοάζουσαν ὄασιν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πόλει τὴν παρελθοῦσαν Κυριακὴν τὴν προαγγελθεῖσαν παράστασιν. Οἱ φιλοπάτριδες ἐρασταὶ τῆς διονυσιακῆς θυμέλης νέοι τῆς μικρᾶς κοινότητος ἡμῶν δὲν ἐφείσθησαν κόπων ἵνα παρασκευασθῶσι δεόντως δι᾽ ἱκανῶν προδοκιμασιῶν, ὥστε ἡ ἐπιτυχία ἦτο πληρεστάτη, ἰδίᾳ δὲ τινα πρόσωπα ὑπεκρίθησαν ὡσεὶ μακρὸν χρόνον ἐν τῇ σκηνῇ διέτριψαν, ἐπανειλημμένως δὲ ἐχειροκρότησε τὸ θέατρον, ὁπερ ἦτο μεστὸν ἐξ ἀμφοτέρων τῶν φύλων…
Παραστάθηκαν οἱ κωμωδίες «Οἱ τρεῖς δεκανεῖς», «Τρεῖς γαμβροὶ καὶ μία νύμφη» και «Τὰ κόκκινα παντελόνια»[18]. Τοὺς ρόλους ἑρμήνευσαν οἱ Ν. Γιαμαλάκης τμηματικὸς ἔφορος καὶ βουλευτὴς, Β. Φανδρίδης δικηγόρος, Κ. Χριστινάκης δικηγόρος, Δ. Πεδιωτίδης συμβολαιογράφος, Κ. Διαλυνάκης σχολάρχης, Λ. Λυδάκης γραμματεύς τῆς Δημογεροντίας, Ἰ. Ζωγραφάκης ἑλληνοδιδάσκαλος καὶ τρεῖς μαθητὲς τοῦ Γυμνασίου.
Τὴν παράσταση τίμησε μὲ τὴν παρουσία του ὁ Διοικητής, τὰ δὲ ἔσοδα διατέθηκαν γιὰ τὸν ἐμπλουτισμὸ τῆς νεοσύστατης βιβλιοθήκης τοῦ Γυμνασίου. Ἀμέσως τὴν ἑπομένη οἱ συντελεστὲς τῆς προσπάθειας ἄρχισαν νὰ προετοιμάζονται γιὰ νέα παράσταση, ποὺ θὰ ἦταν «ὁ Αρχοντοχωριάτης» του Μολιέρου, γιὰ τὴν ὁποία δυστυχῶς δὲν ἔχουμε πληροφορίες.

Μαθητικὴ ἐκδρομή
Στὸ ἴδιο φύλλο[19] ποὺ περιγράφει ὁ Γενεράλις τὴ θεατρικὴ παράσταση, περιγράφει καὶ μιὰ μαθητικὴ ἐκδρομὴ ποὺ ἔλαβε χώρα τὴν Τρίτη 27 Ἰανουαρίου 1887.
Ἡ ἐκδρομὴ ἦταν κοινὴ γιὰ ὅλα τὰ σχολεῖα τῆς Νεάπολης. Στὶς 8 τὸ πρωὶ ξεκίνησαν οἱ μαθητὲς παρατεταγμένοι «στρατιωτικῶς» σὲ τρία τμήματα καὶ συνοδευόμενοι ἀπὸ τοὺς καθηγητὲς καὶ τοὺς δασκάλους. Σὲ κάθε τμῆμα προηγεῖτο ἡ Ἑλληνικὴ σημαία. Στὴ διαδρομὴ δωδεκαμελὴς χορωδία μαθητῶν τραγουδοῦσε πατριωτικὰ ἄσματα καὶ μὲ στρατιωτικὸ βηματισμὸ ἔφτασαν στὴ Φουρνή, ὅπου περέμειναν μέχρι τὴ 1μ.μ. καὶ ὅπου γευμάτισαν οἱ δάσκαλοι καὶ οἱ καθηγητὲς στὴν ὕπαιθρο «ὁμηρικώτατα». Μετὰ τὸ γεῦμα ἄρχισε ἡ ἐπιστροφὴ ἀπὸ ἄλλη διαδρομή. Διασχίζοντας γραφικὰ τοπία ἔφτασαν στὸ χωριὸ Λίμνες, ὅπου τοὺς ὑποδέχθηκαν ὁ δάσκαλος τοῦ χωριοῦ μὲ τοὺς μαθητές του, οἱ ὁποῖοι ἔψαλαν πατριωτικὰ ἄσματα. Τὰ  δώματα τῶν σπιτιῶν ἦταν γεμάτα κόσμο καὶ οἱ καμπάνες χτυποῦσαν ἀδιάκοπα ὅπως προηγουμένως στὴ Φουρνὴ καὶ κατόπιν στὸν Χουμεριάκο. Ἀπὸ ἐκεῖ ἡ πορεία στράφηκε πρὸς Πλατυπόδι καὶ τέλος κατὰ τὴ δύση τοῦ ἥλιου ἔφτασαν στὴ Νεάπολη τὴν ὁποία διέσχισαν περνὠντας ἀπὸ τὴν  άγορὰ καὶ τὴν  πλατεία. Ἡ ἐκδρομή ὁλοκληρώθηκε μὲ μεγάλη τάξη καὶ προκάλεσε τὴ δυσαρέσκεια τῶν Ὀθωμανῶν τῆς Νεάπολης, οἱ ὁποῖοι τηλεγράφησαν γιὰ τὸ γεγονὸς ἐπανειλημμένως στὴ Γενικὴ Διοίκηση. Ὡς ἀξιομνημόνευτο περιστατικὸ μπορεῖ νὰ άναφερθεῖ τὸ ἑξῆς: Ὅταν οἱ μαθητὲς πλησίαζαν τραγουδώντας στὴ Φουρνὴ, κάποιος χωρικὸς ποὺ ἐργαζόταν δίπλα στὸν δρόμο, ἐνθουσιασμένος ἀπὸ τὰ τραγούδια ἄρχισε νὰ ζητωκραυγάζει καὶ ἀπήγγειλε τὸ ἀκόλουθο δίστιχο:
Ὀμπρὸς ὁ Τίμιος Σταυρὸς κι᾽ ὀπίσω τὸ σπαθί μου
νὰ λευθερώσω χριστιανοὺς κι᾽ ἄς χάσω τὴ ζωή μου.

Ὁ ἑορτασμὸς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν
Ἡ ἑορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν γιορταζόταν πανηγυρικὰ καὶ στὴ Νεάπολη ὅπως  ἄλλωστε καὶ σὲ ὅλα τὰ σχολεῖα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀπὸ τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς τὸ  Γυμνάσιο ἦταν στολισμένο μὲ μυρσίνες, τὸ δὲ σύνηθες πυροβόλο ἀνήγγειλε τὸ ἐπίσημο τῆς ἡμέρας. Πάνω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εἴσοδο εἶχε γραφεῖ μὲ μεγάλα χρυσὰ γράμματα: «Ζήτωσαν οἱ προστάται τῆς παιδείας. Στὴ μέση τῆς αὐλῆς τοῦ κτιρίου ποὺ στέγαζε τὸ Γυμνάσιο καὶ τὸ Ἑλληνικὸ Σχολεῖο καὶ τὸ ὁποῖο ὅταν χτιζόταν προοριζόταν γιὰ νοσοκομεῖο, εἶχε στηθεῖ ἐξέδρα ἐπίσης στολισμένη μὲ μυρτιὲς καὶ πολλὲς σημαίες καὶ μὲ τὴν ἴδια ἐπιγραφὴ μὲ ἐκείνη τῆς κεντρικῆς εἰσόδου. Τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς (30η Ἰανουαρίου 1887) τὸ πρωὶ μετὰ τὴν ἀρχιερατικὴ λειτουργία, κατὰ τὴν ὁποία μίλησε ὁ ἀρχιμανδρίτης Νικόδημος Κατσαράκης, τὸ πλῆθος ἔσπευσε στὸν περίβολο τοῦ Γυμνασίου, ὅπου ὅλοι οἱ μαθητὲς τῶν σχολείων τῆς Νεάπολης εἶχαν συγκεντρωθεῖ καὶ παραταχθεῖ γύρω ἀπὸ τὴν ἐξέδρα. Στὴν ἐξέδρα εἶχαν ἀναρτηθεῖ δύο στεφάνια ποὺ ἔφεραν ταινίες ποὺ ἔγραφαν μὲ χρυσὰ γράμματα στὸ μὲν ἕνα «Οἱ μαθηταὶ τοῦ Γυμνασίου τῷ συλλόγῳ τῶν καθηγητῶν», στὸ δὲ ἄλλο «Οἱ μαθηταὶ τοῦ Γυμνασίου τῇ Σεβαστῇ Δημογεροντίᾳ».  Πάνω στὴν ἐξέδρα εἶχαν ἀνέβει οἱ καθηγητές, οἱ δάσκαλοι, οἱ ἔφοροι, οἱ δημογέροντες, οἱ δήμαρχοι Μεραμπέλου καὶ ὁ κλῆρος. Τὸν ἁγιασμό ἐτέλεσε, ἄν καὶ ἡλικιωμένος καὶ ἀσθενὴς, ὁ Ἐπίσκοπος Πέτρας Μελέτιος, ὁ ὁποῖος διέμενε συνήθως στὸ μονύδριο Κουφὴ Πέτρα. Τὰ τροπάρια ἔψαλε ὁ καθηγητὴς Περιστερίδης μὲ χορωδία ποὺ εἶχε καταρτίσει καὶ διδάξει ὁ ἴδιος.
Τὸν πανηγυρικὸ τῆς ἡμέρας ἐκφώνησε ὁ Ἐμμανουὴλ Γενεράλις, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἀναφέρει ὅτι ἦταν ὁ πρῶτος του λόγος ὡς διδάκτωρ. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ λόγος ἐκφωνεῖται σὲ μιὰ θρησκευτικὴ σχολικὴ ἑορτὴ, ἐντούτοις εἶναι κατὰ μέγα μέρος ἐθνικοπατριωτικός μὲ πολλὲς ἀναφορὲς στοὺς ἡρωϊκοὺς προγόνους  καὶ στὰ πάθη τῶν Ἑλλήνων[20].

Ἡ πλατεῖα τῆς Νεάπολης
Ο Γενεράλις ἀναφέρεται μὲ θαυμασμὸ στὴ Νεάπολη, ἡ ὁποία πρὶν ὀνομαζόταν Καινούριο Χωριὸ καὶ ὅταν τὸ 1868 ὁρίσθηκε πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ Λασιθίου, μετονομάσθηκε σὲ Νεάπολις. Μετὰ τὸν ὁρισμό της σὲ πρωτεύουσα προχώρησε ἁλματωδῶς πρὸς τὴν πρόοδο. Εἶχε τὴν τύχη νὰ ἔχει φιλοπρόοδους καὶ δραστήριους διοικητὲς, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐκόσμησαν μὲ εὐπρεπῆ κτήρια δημοσίων ὑπηρεσιῶν, μὲ στρατῶνα καὶ νοσοκομεῖο. Ἐπίσης ἀπέκτησε ὡραία πλατανόφυτη πλατεῖα, τὴν ὁποία οἱ ντόπιοι ὀνόμαζαν Πλατανάκια[21]. Ἀρχικὰ στὸ κέντρο τῆς πλατείας ὑπῆρχε ὀγκώδης καὶ λίγο ἀκαλαίσθητη[22] κρήνη χτισμένη μὲ «πελεκητοὺς λίθους», ἡ ὁποία εἶχε χτιστεῖ ἐπὶ διοικήσεως Κωστάκη Αδοσίδη πασά. Ἀργότερα, ἐπὶ διοικήσεως Κωνσταντίνου Ἀξελοῦ, ἡ κρήνη γκρεμίστηκε ἐπειδὴ ἐμπόδιζε τὴ θέα τῆς πλατείας καὶ σὲ ἀντικατάστασή της κατασκευάστηκε στὸ ἄκρο τῆς πλατείας νέα μικρότερη καὶ κομψότερη κατὰ τὸν Γενεράλι[23]. Ἡ κρήνη ἔφερε καὶ ἐπιγραφὴ λαξευμένη σὲ πέτρα, ἡ ὁποία προερχόταν ἀπὸ τὴν πρώτη. Ἡ ἐπιγραφὴ ἦταν τὸ παρακάτω ἐπίγραμμα τὸ ὁποῖο λέγεται ὅτι συνέθεσε ὁ Ἠλίας Τανταλίδης[24]:
Πίνετ᾽ ἐμεῦ, νίζεσθ᾽, ὑδρεύεσθ᾽∙ οὔτι μεγαίρω.
Μέμνησθ᾽ ἀλλ᾽ ἔμπης καὶ θεὸν εὐλογέειν.
Κεῖνος ὕδωρ ἵησιν, ἐγὼ δ᾽ ὑμῖν καταλείβω.
Ἀέναος κεῖνος, νῶϊ δ᾽ ἀπορρέομεν[25].
Δηλαδὴ
Να με πίνετε, νὰ πλένεστε, νὰ ὑδρεύεστε· δὲν σᾶς κρατῶ κακία.
Ἀλλὰ ὅμως να θυμᾶστε ὁπωσδήποτε νὰ εὐλογεῖτε τον θεό.
Ἐκεῖνος ρίχνει τὸ νερό, καὶ ἐγὼ τὸ δίνω σὲ σᾶς.
Ἐκεῖνος αἰώνια (ρίχνει τὸ νερό), κι ἐμεῖς οἱ δύο τὸ παρέχουμε[26].
Γύρω ἀπὸ τὴν πλατεῖα, ἐκτὸς τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς, ὑπῆρχαν καφενεῖα, μαγαζιὰ καὶ ἄλλα εὐπρόσωπα οἰκοδομήματα.
Στὴ συνέχεια ὁ Γενεράλις περιγράφει μὲ θαυμασμὸ τὸ φυσικὸ περιβάλλον τῆς Νεάπολης, τὸ ὁποῖο νομίζω ὅτι ἀξίζει νὰ μεταφερθεῖ αὐτολεξεὶ ἐδῶ: …Καὶ τὰ πέριξ τῆς Νεαπόλεως ἦσαν ὡραῖα τοπία, ῥωμαντικαὶ δὲ αἱ τοποθεσίαι Φραρὸ, Πασχαλίγο, Κρεμαστὰ καὶ Κουφὴ Πέτρα, κατάρρυτοι καὶ κατάφυτοι. Ἀμυγδαλεῶνες δὲ στολίζουν τοὺς πρὸς Β καὶ ΒΑ βουνολόφους Σταυρὸν καὶ Χῶρες (Δρῆρος). Ἡ δὲ ἐλαιοπληθής κοιλὰς εἶναι ἐκ τῶν ὡραιοτέρων τῆς ὅλης Κρήτης τοποθεσιῶν, ὁμοιάζουσα πρὸς τὰς δύο κοιλάδας τοῦ Ἀμαρίου καὶ τὴν τοῦ Ἕλους τῆς Κισάμου. Καθ᾽ ὅν δὲ χρόνον ἀνθοῦν αἱ ἀμυγδαλέαι παρέχουν ἀνέκφραστον χάρμα τῶν ὀφθαλμῶν. Ἡ φυσικὴ αὕτη ὡραιότης καθιστᾷ εὐχάριστον τὸν βίον εἰς τοὺς λατρεύοντας τὴν φύσιν ἀποστρεφομένους δὲ τὸν ἔκλυτον βίον τῶν πόλεων καὶ μεγάλων κέντρων.
Κοινωνικὲς σχέσεις στὴ Νεάπολη
Ἀλλὰ καὶ στὸ κοινωνικὸ ἐπίπεδο ὁ Γενεράλις θεωροῦσε ἀνεπτυγμένη τὴ Νεάπολη, στὴν ὁποία ὑπῆρχαν πολλὲς οἰκογένειες καλλιεργημένες μὲ ἀνεπιτήδευτη εὐγένεια. Διαχωρίζει τὶς οἰκογένειες ἀνάλογα μὲ τὶς πολιτικές τους πεποιθήσεις σὲ Καραβανάδες καὶ Ξυπόλυτους[27]. Στοὺς πρώτους, οἱ ὁποῖοι ἦταν τότε ἡ κυβερνῶσα παράταξη, συγκαταλέγει τὶς οἰκογένειες Λυδάκη, Τοράκη, Ζωγραφάκη, Πεδιωτίδη, Διαμαντάκη, Φανδρίδη Βάσου (Χάλη), Χατζῆ Λουμπούνη, Μιχαὴλ Σφακιανάκη κ.ἄ. Στοὺς δεύτερους ἀναφέρει τὶς οἰκογένειες Χουρδάκη, Σεργάκη, Λιμνιωτάκη, Σεργίου, Περιστερίδη, Διαλυνᾶ καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ Ἐμμανουὴλ Κοκκίνη. Γι αὐτὸν τὸν τελευταῖο ὁ Γενεράλις ἀναφέρει ὅτι ἦταν ἐκ τῶν πρώτων τῆς Κρήτης πατριωτῶν. Ὡς ἰδιαίτερη ὁμάδα μέσα στὴν κοινωνία τῆς Νεάπολης ἀναφέρει τοὺς ξένους ποὺ ὑπηρετοῦσαν σὲ διάφορες δημόσιες ὑπηρεσίες τῆς τότε πρωτεύουσας τοῦ νομοῦ Λασιθίου. Πέρα ἀπὸ τοὺς καθηγητὲς ἀναφέρει ὀνομαστικὰ τὸν τότε διοικητὴ (πασσᾶ) Νικόλαο Καλεμικεράκη, τὸν γιατρὸ Συγκελλάκη, τὸν Γραμματέα τῆς Διοίκησης Γεώργιο Μαρῆ καὶ τὸν Εἰσαγγελέα Πρωτοδικῶν Ἰωάννη Κριάρη.
Στὰ σπίτια τῶν ἐξεχουσῶν οἰκογενειῶν τῆς Νεάπολης καὶ ἰδιαίτερα ἐκεῖνα τῶν Καραβανάδων λάμβαναν χώρα συχνὰ ἑσπερίδες, χοροὶ καὶ ἄλλες κοινωνικὲς ἐκδηλώσεις, στὶς ὁποῖες ἔπαιρνε μέρος ὁ Γενεράλις καὶ οἱ ἄλλοι κρατικοὶ ἀξιωματοῦχοι ποὺ ὑπηρετοῦσαν στὴ Νεάπολη καὶ ἔτσι εἶχαν τὴν εὐκαιρία να σπάζουν τὴν μονοτονία τῆς ζωῆς. Ὁ Γενεράλις ἀναφέρει ὅτι  συχνὰ διασκέδαζαν στὰ σπίτια τῶν Καραβανάδων, μὲ τοὺς ὁποίους εἶχαν σχετισθεῖ καὶ εἶχαν ἀναπτύξει φιλίες[28]. Στὸ σπίτι τοῦ διοικητῆ γινόταν συχνὰ ἑσπερίδες ποὺ συνοδεύονταν ἀπὸ χαρτοπαίγνιο. Οἱ χοροὶ ἦταν κυρίως κρητικοὶ καὶ γίνονταν μὲ τὴ συνοδεία τῆς γλυκυτάτης λύρας τοῦ διασήμου τότε λυράρη Μπερτσίκουρα.
Πολιτικὰ πάθη στὴ Νεάπολη
Τὸ ἔτος 1887 ἦταν χρονιὰ ἐκλογῶν. Πρῶτα διενεργήθηκαν οἱ ἐκλογὲς τῶν δημογερόντων καὶ ἀκολούθησαν τῶν βουλευτῶν. Οἱ δημογέροντες ἐκλέγονταν ἀπὸ τοὺς πολίτες μὲ ἄμεση ψηφοφορία ἐνῶ τοὺς βουλευτὲς ἐξέλεγαν οἱ δημογέροντες. Ὁ πολιτικὸς πυρετὸς καὶ οἱ κομματικὲς ἀντιπαραθέσεις ἦταν σύνηθες φαινόμενο καὶ πολλὲς φορὲς ἔφταναν στὰ ἄκρα. Ὁ Γενεράλις άναφέρει στὴν αὐτοβιογραφία του ὅτι στὴ Νεάπολη …τὰ κόμματα ἐμαίνοντο κυριολεκτικῶς κατ’ ἀλλήλων. Ἀγριωτέραν ἐμπάθειαν καὶ λύσσαν οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ τῆς Κρήτης ἠδύνατό τις νὰ συναντήσῃ.
Οἱ ἐκλογὲς των δημογερόντων ἔγιναν τὴν Κυριακὴ 8-2-1887, ὅμως ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα δὲν συμφωνοῦν οἱ πηγές. Ἡ μὲν ἐφημερίδα Μίνως[29] τοῦ Ἡρακλείου ὑποστηρίζει ὅτι τὶς ἐκλογὲς ἐκέρδησαν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι «Ξυπόλυτοι», ὁ δὲ Γενεράλις σὲ ἀνταπόκρισή του στὴν ἐφημερίδα Αρκάδιον[30] του Ρεθύμνου ὑποστηρίζει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Βέβαια ὁ Γενεράλις ἦταν δηλωμένος «Καραβανᾶς», ὁ δὲ Μίνως εἶχε ταχθεῖ ἀναφανδὸν ὑπὲρ τῶν «Ξυπόλυτων». Γιὰ τὴν ἱστορία ἀναδημοσιεύουμε, ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα Μίνως, τὸν κατάλογο τῶν 64 ἐπιτυχόντων στὴν ἐπαρχία Μεραμπέλου, οἱ 54 ἀπὸ τοὺς ὁποίους, κατὰ τὴν ἐφημερίδα, ἀνήκουν στοὺς ἀντιπολιτευόμενους:
Δῆμος Νεαπόλεως: Καπετὰν Ἐμμ. Δ. Κοκκίνης, Χ"Μιχ. Σαρρῆς, Ἐμμ. Τζ. Κοκκίνης, Μιχ. Γ. Τσαγκαράκης, Ἐμμ. Γ. Ταμπουρατζῆς, Δημ. Ν. Καφετζάκης. —Δῆμος Χουμεριάκου: Νικόλ. Γ. Σηφάκης, Κων. Γ. Κριτσωτάκης,  Δημ. Ν. Μουρελάκης, Μάρκος Ἀλεξανδράκης, Ἰω. Στρατάκης. —Χωρίον Βρύσαις: Γεώργ. Βεληβασάκης, Γεώργ. Ρουμπελάκης, Νικ. Μαράκης, Νικ. Πατεράκης, Κωνστ. Ρουσάκης. —Χωρίον Λίμναις: Μιχ. Πατεράκης, Ἐμμ. Κ. Πεδιαδίτης, Γ. Χειμωνάκης, Γεώργ. Λαζαράκης, Ἰωσήφ Κοκκολάκης. —Μετόχια Λιμνῶν: Γεώργ. Ντινέρης, Γεώργ. Δεμέτζος. —Χωρίον Νικητιανό: Ἠλίας Λυράκης, Χ"Μανώλης Ζαβαλάκης, Κυριάκος Φραγκάκης. —Χωρίον Πλατυπόδι: Ἰω. Καλαϊτζάκης, Νικ. Κ. Χουρδάκης. —Λιμὴν Ἁγίου Νικολάου: Σταῦρος Μουρελάκης, Στ. Τσαρδῆς, Γεώργ. Κουνδουράκης. —Χωρίον Λακώνια: Χ" Ἐμμ. Φιερέντζης, Γεώργ. Μιχ. Μαρνελάκης, Κωνστ. Καραβελάκης. —Δῆμος Φουρνῆς (Καστέλλι): Νικήτας Λυράκης, Παῦλος Μαυροφοράκης, Χ"Νικ. Σταυρακάκης, Χ" Ἰω. Δρακόνας. —Κάτω Χωριό: Μύρων Μαυρικάκης, Χ"Γεώργ. Κανακάκης, Χ"Μανώλης Φαλκώνης. —Ἐπάνω Χωριό: Χ"Νικ. Δρακόνας, Ἰ. Ραπτόπουλος. —Ἐλούντα: Χ" Κ. Ἀρναούτης, Κωνστ. Αμαριώτης, Θεοχ. Πουλάκης, Ἀντών. Κοκκολάκης, Δημ. Καπετανάκης. —Πηνές: Ἐμμ. Παπαδάκης, Νικ. Ἀγγελάκης, Μιχ. Δρακόνας. —Λοῦμα: Γεώργ. Μπατουβάκης, Τζανῆς Μπατουβάκης, Νικ. Σουσουλάκης. —Σχοινιᾶς: Γιαννακός Φωτάκης, Ἰωσὴφ Βασιλάκης, Ἐμμ. Π. Ἀμαριώτης, Γεώργ. Δασκαλάκης. —Λατσίδας: Κωνστ. Παπαδάκης, Ἰω. Χαρ. Γεωργακάκης, Ἰω. Ἐμμ. Διαλυνάκης, Ἰω. Π.Ν. Ἀνδρουλάκης, Γεώργ. Παπαντωνάκης.
Τὸ ἀποτέλεσμα φαίνεται πὼς δὲν ἄρεσε στὴν συμπολιτευόμενη παράταξη καὶ διὰ τοῦ Γενικοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἀκύρωσε τὶς ἐκλογὲς καὶ προκήρυξε νέες. Ἀντίθετα ἐπεκύρωσε τὰ ἀποτελέσματα ἄλλων περιοχῶν, ποὺ ἦταν σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιθυμίες της. Ἀνάλογο κλίμα ἐπικράτησε καὶ κατὰ τὶς βουλευτικὲς ἐκλογὲς τῆς 7ης Ἀπριλίου 1887, κατὰ ἐξελέγησαν βουλευτὲς Μεραμπέλου οἱ Έμμ. Περοδασκαλάκης καὶ Μιχ. Παναγιωτάκης[31]. Τὰ πνεύματα εἶχαν ὀξυνθεῖ στὴ Νεάπολη καὶ στὴν εὐρύτερη περιοχὴ ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ λόγω τῆς μεροληπτικῆς στάσης τοῦ Εἰσαγγελέα Πρωτοδικῶν Λασιθίου Ιωάννη Κριάρη ὑπέρ τῶν «Καραβανάδων»[32]. Πολλὰ ἐπεισόδια βίας ἔλαβαν χώρα ἀπό ὑποστηρικτὲς καὶ τῶν δύο παρατάξεων μὲ ἀποκορύφωμα τὴν ἐπίθεση τοῦ Κριάρη με μαχαίρι καὶ πιστόλι κατὰ ὀπαδοῦ τῆς ἀντίπαλης παράταξης, γεγονὸς ποὺ εἶχε ὡς συνέπεια τὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὴ Νεάπολη[33].  

Μὲ τὸ πέρας τοῦ σχολικοῦ ἔτους ὁ Γενεράλις ἐπέστρεψε στὸ Ρέθυμνο. Σχεδὸν πενήντα χρόνια μετὰ γράφοντας τὰ ἀπομνημονεύματά του ἀναφέρει: Ἀφῆκα μὲν τὴν Νεάπολιν καὶ τὸ Γυμνάσιον τοῦ Λασιθίου, ἀλλὰ θὰ διατηρῶ ὡς εὐάρεστον ἀνάμνησιν τὴν ἐννεάμηνον ἐκεῖ ὑπηρεσίαν μου.




[1] Γιὰ τὸν Ἐμμανουὴλ Γενεράλι βλ. ἐνδεικτικά: α) Έμμ. Γ. Γενεράλις (Νεκρολογία), ἐφημ. Παρατηρητὴς Χανίων, φ. 369/21-1-1943. β) Σπύρου Ἀπ. Μαρνιέρου, Εμμανουὴλ Γ. Γενεράλις (1860-1943), Ἑλλωτία, 6 (1997), 335-340. γ) Χριστόφορου Χαραλαμπάκη, Κρητολογικὰ Μελετήματα, Πανεπιστημιακὲς Έκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 2001, 327-333.
[2] α) Ἐπίτομος γεωγραφία τῆς νήσου Κρήτης, Ἐν Ἀθήναις, 1891 (1η ἔκδοση, ἀκολούθησαν ἄλλες 15). β) Γραμματικὴ τῆς νέας ἑλληνικῆς γλώσσης  μετὰ πρακτικῶν γυμνασμάτων πρὸς χρῆσιν τῆς ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολεῖοις σπουδαζούσης νεότητος ἀμφοτέρων τῶν φύλων, Ἐν Ἀθήναις, 1902. γ) Ἐπί τῇ τετάρτῃ ἐπετείῳ τῶν Κρητικῶν Ἐλευθερίων, 9η Δεκεμβρίου 1902: πανηγυρικὸς, Ἐν Ἀθήναις, 1903. δ) Γραμματικὴ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης πρὸς χρῆσιν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ παρθεναγωγείων, Ἐν Ἀθήναις, 1905. ε) Ἐπί τῇ 88ῃ ἀμφιετηρίδι τῶν Ἐλευθερίων: πανηγυρικός, Ἐν Χανίοις, 1909. στ) Ἡ νέα γραμματικὴ Ἀντ. Γιάνναρι, Ἐν Χανίοις, 1909. ζ) Συνοπτικὴ γραμματικὴ τῆς ὁμηρικῆς διαλέκτου, Ἐν Ἀθήναις, 1913. η) Τὰ διδασκόμενα ἐν τῷ γυμνασίῳ βουκολικὰ εἰδύλλια τοῦ Θεοκρίτου, Ἐν Ἀθήναις, 1915. θ) Ἐκλογαὶ ἐκ τῶν παραλλήλων βίων τοῦ Πλουτάρχου, Ἐν Ἀθήναις, 1917. ι) Παλμοὶ τῆς Κρήτης δούλης, αὐτονόμου, ἐλευθέρας 1885-1925, Ἐν Χανίοις, 1926.
[3] Ὁ Γενεράλις γεννήθηκε τὸ 1860, ὁ Νικόλαος Ἐμμ. Γραμματικάκης τὸ 1862 στὴ Φουρνὴ Μεραμπέλου καὶ ὁ Στέφανος Ξανθουδίδης τὸ 1864 στὸ Ἀβδού Πεδιάδος.
[4] Ὁ Ἀντώνιος Φ. Παπαδάκης καταγόταν ἀπὸ τὸ Ψυχρὸ Ὀροπεδίου Λασιθίου καὶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους εὐεργέτες τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
[5] Ὁ Γραμματικάκης βαθμολογήθηκε μὲ 100/100, ὁ Γενεράλις μὲ 99/100 καὶ ὁ Ξανθουδίδης μὲ 97/100.
[6] Γιὰ τὸ περιστατικὸ τοῦ διαγωνισμοῦ τῆς ὑποτροφίας βλ. Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου, Μια ἀνέκδοτη ἐπιστολὴ τοῦ Στ. Ξανθουδίδη πρὸς τὸν Ἐμμ. Γενεράλι καὶ ἕνα ἄγνωστο περιστατικὸ τῶν φοιτητικῶν τους χρόνων, Κρητολογικὰ Γράμματα, 5/6 (1992), 65-68.
[7] Ὁ Γραμματικάκης ἀπεφοίτησε μὲ τὸν βαθμὸ «Λίαν Καλῶς» ἐνῶ ὁ Γενεράλις μὲ τὸν βαθμὸ «Καλῶς».
[8] Γιὰ τὸ Γυμνάσιο Νεαπόλεως βλ. Γεωργίου Μαμάκη, Τὸ Μεραμβἐλλον ἐν παιδείᾳ φθεγγόμενον, Ἅγιος Νικόλαος 2003, 289-293.
[9] Πρόκειται γιὰ τὸν Ρεθύμνιο μεγάλο γλωσσολόγο.
[10] Σήμερα βρίσκεται στὴν ἐπικράτεια τῆς Βουλγαρίας.
[11] Χειροτονήθηκε τὴν 26 Απριλίου 1887 καὶ παρέμεινε στὸν θρόνο τῆς Ἐπισκοπῆς Ἀρκαδίας μέχρι τὴν 12 Δεκεμβρίου 1900.
[12] Ὁ Νικ. Σταυράκης στην Στατιστικὴ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Κρήτης (Ἀθήνησι , 1890, 182),  ἀναφέρει ὡς τόπο καταγωγῆς του τὴ Βιάννο, κάτι  ποὺ ἐπαναλαμβάνει ὁ Ν.Β. Τωμαδάκης, (Ἔλεγχος τῶν ἐν Κρήτῃ ἀρχιερατευσάντων ἐπὶ Τουρκοκρατίας (1645-1898),  ΕΕΚΣ, Γ’, 1940, 137).
[13] Ὁ ἑορτασμὸς περιγράφεται ἀπὸ τὸν Γενεράλι σὲ δύο ἐκτενεῖς ἀνταποκρίσεις του πρὸς τὴν ἐφημερίδα τοῦ Ρεθύμνου Παρρησία, στὰ φύλλα 35/13-12-1886 καὶ 37/20-12-1886.
[14] Ὁ Μελέτιος Χλαπουτάκης καταγόταν ἀπὸ τὶς Βρύσες Μεραμπέλου καὶ ἀρχιεράτευσε στὴν Ἐπισκοπὴ Πέτρας ἀπὸ τὸ 1855 ἕως τὸ 1889.
[15] Ἐμμ. Ἰ. Διαλυνάκης, Ν.Μ. Γραμματικάκης, Δημ. Χουρδάκης καὶ Κ. Μουρελάκης.
[16] Ὁ Γενεράλις στὴν άνταπόκρισή του ἀναφέρει ἕνα στιγμιότυπο τὸ ὁποῖο ἀξίζει νὰ μεταφερθεῖ αὐτολεξεὶ: Ἐν τῷ κέντρῳ τῆς ἀγορᾶς παρετηρήθη ὑπερεβδομηκοντούτης γηραιὸς ἀγωνιστὴς δακρύων ἐκ χαρᾶς καὶ συγκινήσεως, ὁ δὲ Δήμαρχος Νεαπόλεως πάνυ δικαίως εἶπεν εἰς αὐτὸν, ἄλλοτε βασανισθέντα ὑπὸ τῶν Τούρκων, «οἱ ξυλιὲς ἀποῦ ᾽φαες μιὰ φορὰ τὰ φέρανε δὰ τουτανὰ».
[17] Ἀνταποκρίσεις τοῦ Ἐμμ. Γενεράλι στὰ φύλλα 37/1-1-1887 καὶ 67/7-2-1887 τῆς ἐφημερίδας Παρρησία τοῦ Ρεθύμνου.
[18] Δὲν ἀναφέρονται οἱ συγγραφεὶς, ἀλλά εἶναι προφανὲς ὅτι πρόκειται γιὰ κείμενα μικρῆς ἔκτασης, ἀφοῦ παρουσιάστηκαν καὶ τὰ τρία σὲ μιὰ παράσταση.
[19] Παρρησία Ρεθύμνου, φ. 67/7-2-1887.
[20] Βλ. Ἐμμ. Γενεράλι, Παλμοί τῆς Κρήτης,  Ἐν Χανίοις 1926, 51-61, ὅπου δημοσιεύεται ὁ λόγος ὑπό τὸν τίτλο «Ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν 1887».
[21] Δὲν γνωρίζω ἄν σήμερα ἐπιβιώνει το τοπωνύμιο.
[22] Ὁ Γενεράλις τὴν χαρακτηρίζει ἀφιλόκαλο.
[23] Ὁ Γενεράλις συγγράφει τὰ ἀπομνημονεύματά του κατὰ τὸ 1934 καὶ σημειώνει γιὰ τὴν κρήνη ὅτι: «…ἦτο ἐπὶ τῆς ἐκεῖ ὑπηρεσίας μου, ὑποθέτω δὲ ὅτι θὰ σώζεται καὶ σήμερον».
[24] Ἠλίας Τανταλίδης (1818-1876), Κωνσταντινουπολίτης ποιητὴς καὶ λόγιος, τὸν ὁποῖο ὁ Γενεράλις ἀναφέρει ὡς «πανελληνίως γνωστόν».
[25] Ὁ Γενεράλις δὲν μεταφράζει τὸ ἐπίγραμμα, ἀλλὰ σχολιάζει ὅτι ὁ ποιητὴς  κάνει χρήση τοῦ μέτρου τῶν ἀρχαίων ἐπιγραμμάτων.
[26] Ἡ μετάφραση τοῦ ἐπιγράμματος εἶναι τοῦ Γιάννη Τζιφόπουλου, καθηγητὴ ἐπιγραφικῆς στὸ ΑΠΘ , τὸν ὁποῖο εὐχαριστῶ θερμά. Ὁ καθηγητὴς σημειώνει πὼς ἡ κρήνη πρέπει νὰ εἶχε δύο βρύσες/κρουνοὺς, γιατὶ αὐτὸ σημαίνει ὁ δυϊκὸς ἀριθμός νῶϊ.
[27] Καραβανάδες (Συντηρητικοὶ) καὶ Ξυπόλυτοι (Φιλελεύθεροι) ἦταν οἱ λαϊκὲς ὀνομασίες τῶν δύο βασικῶν πολιτικῶν παρατάξεων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
[28] Ὁ Γενεράλις δικαιολογεῖ τὴ σχέση καὶ συνάφεια  μὲ τοὺς Καραβανάδες ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν μορφωμένοι, ἐνῶ εἶναι φανερὸ πὼς οἱ σχέσεις ἀναπτύχθηκαν λόγω κοινῆς πολιτικῆς ἰδεολογίας.
[29] Φύλλο 309/14-2-1887.
[30] Φύλλο 70/28-2-1887.
[31] Βλ. ἐφημ. Μίνως Ἡρακλείου, φ. 318/18-4-1887 (ἀνταπόκριση Ἐκ Νεαπόλεως) καὶ Ἀρκάδιον Ρεθύμνου, φ. 76/20-4-1887 (Νέοι βουλευταί).
[32] Βλ. ἐφημ. Μίνως Ἡρακλείου, φ. 317/11-4-1887 (ἀνταπόκριση Ἐκ Νεαπόλεως).
[33] Γιὰ τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ὁ Γενεράλις δημοσίευσε στὴν ἐφημερίδα Νέα Ἑβδομὰς τοῦ Ἡρακλείου (φ. 20-5-1887), ἐκτενῆ ἐπιστολὴ μὲ τὸ ψευδώνυμο «Δός του», στὴν ὁποία βεβαίως τάσσεται μὲ τὸ μέρος τοῦ Κριάρη. Ἡ ἀντίθετη ἄποψη διατυπώνεται σὲ ἐπιστολὴ τῶν δημάρχων Μεραμπέλου (Ν. Μ. Γραμματικάκης, Κ. Μουρελάκης, Δ. Χουρδάκης, Ἐμμ. Ι. Διαλυνάκης), ποὺ δημοσιεύεται σὲ τέσσερις συνέχειες στὴν ἐφημερίδα Μίνως Ἡρακλείου (Φύλλα 321/9-5-1887, κ.ἑ.).

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

ΤΟ ΑΡΚΑΔΙ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΟΛΟΚΑΥΤΩΣΗΣ

ΤΟ ΑΡΚΑΔΙ ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΟΛΟΚΑΥΤΩΣΗΣ
Δυο άγνωστα ιστορικά ντοκουμέντα.

Του Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου

Μπορεί το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου να αποτελεί την κορυφαία στιγμή της Μεγάλης Κρητικής Επανάστασης του 1866-1869, όμως αυτό δεν σημαίνει πως σε όλη αυτή τη μακρά επαναστατική περίοδο δεν υπήρξαν και άλλες στιγμές και επεισόδια άξια να να μνημονευτούν και να προβληθούν αναλόγως.
Φανταστική σκηνή από την πολιορκία
 του Αρκαδιού (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)
Κατά την Επανάσταση που μας απασχολεί, αλλά και στις άλλες Κρητικές επαναστάσεις του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, στέλνονταν ανώνυμες ανταποκρίσεις στις εφημερίδες των Αθηνών, όπου περιγράφονταν τα συμβαίνοντα στην Κρήτη κατά τις επαναστατικές περιόδους. Έτσι οι εφημερίδες αυτές αποτελούν ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών για τους ιστορικούς ερευνητές. Η ανωνυμία των επιστολών είναι αυτονόητη κάτω από καθεστώς σκλαβιάς, όμως είναι φανερό πως οι συντάκτες τους είναι διακεκριμένα πρόσωπα του απελευθερωτικού αγώνα του Κρητικού λαού, που είτε είναι εγγράμματοι και τις συντάσσουν οι ίδιοι, είτε τις υπαγορεύουν σε έμπιστους Γραμματείς. 
Το φύλλο της εφημ. ΑΙΩΝ,
στο οποίο δημοσιεύτηκαν οι επιστολές
Μια τέτοια ανταπόκριση δημοσιεύουμε σήμερα με την ευκαιρία της εφετινής επετείου της Αρκαδικής εθελοθυσίας. Η επιστολή είναι δημοσιευμένη στο φύλλο της 25ης Αυγούστου 1866 της αθηναϊκής εφημερίδας “Αιών”. Περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα μια επιδρομή τακτικού στρατού και ατάκτων Τούρκων κατά του μοναστηριού, δυόμισι μήνες πριν το Ολοκαύτωμα,  και τη βάρβαρη συμπεριφορά τους κατά των μοναχών και των χωρικών. Αιτία η συγκέντρωση επαναστατών στο Αρκάδι, το οποίο είχε καταστεί επαναστατικό κέντρο λόγω της θέσης της  στο κέντρο του νομού, όπου υπήρχε εύκολη πρόσβαση και από τις τέσσερις επαρχίες του νομού. Εκεί έδρευε η Επαναστατική Επιτροπή υπό τη προεδρία του Ηγουμένου Γαβριήλ.
Ο συντάκτης της επιστολής επισυνάπτει διαμαρτυρία-καταγγελία του Ηγουμένου προς τον Γεώργιο Σκουλούδη, Υποπρόξενο της Ρωσίας στο Ρέθυμνο, η οποία επίσης δημοσιεύεται πιο κάτω.  Από το γεγονός ότι μια επιστολή του Ηγουμένου Γαβριήλ, που απευθύνεται προσωπικά στον Προξενικό Πράκτορα της Ρωσίας στο Ρέθυμνο, φθάνει σε μια αθηναϊκή εφημερίδα, συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι αποστολέας είναι ο ίδιος ο Προξενικός Πράκτορας, δηλαδή ο Γεώργιος Ζ. Σκουλούδης[i]. Ο Σκουλούδης διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο υπέρ του αγώνα των Κρητών, παρά την επίσημη πολιτική της Ρωσίας, της οποίας ουσιαστικά ήταν διπλωματικός υπάλληλος, η οποία πολιτική ήταν υπέρ της ησυχίας και κατά των επαναστατικών κινήσεων.
Ακολουθούν οι δυο επιστολές για τις οποίες γίνεται λόγος:

Ἀξιότιμε κ. Συντάκτα τοῦ “Αἰῶνος”.
Ἐν Ρεθύμνῳ τῇ 17 Αὐγούστου 1866.
Δέν σᾶς ἔγραψα διά τοῦ τελευταίου ἀτμοπλοίου, διότι, ἀναγκασθείς ἕνεκα τῶν ἐμπορικῶν ὑποθέσεών μου νά μεταβῶ διά ξηρᾶς ἐνταῦθα, δέν εὑρέθην οὔτε εἰς Χανιά οὔτε εἰς Ρέθυμνον, κατά τήν ἀναχώρησιν τοῦ ἀτμοπλοίου. Ἀλλ᾽ ἡ περίστασις αὕτη ὑπῆρξεν ὠφέλιμος πολλαχῶς. Διελθών διά πολλών χωρίων ἐχάρην, διότι εἶδον, ὅτι σύμπας ὁ λαός των ἐπαρχιῶν ὡς εἷς ἄνθρωπος ἕν μόνον αἴσθημα τήν στιγμήν ταύτην ἔχει, τό αἴσθημα τοῦ ν᾿ ἀνακτήσῃ τήν ἀνεξαρτησίαν του, καί μίαν γενναίαν άπόφασιν τοῦ νά ὑποστῇ πρός πραγματοποίησιν αὐτῆς πᾶσαν δοκιμασίαν. Ἀξιοπαρατήρητος δ᾿ εἶναι καί ἡ πρός τά θεῖα πίστις τοῦ γενναίου τούτου λαοῦ. “Πολλάς θυσίας”, ἀφελῶς λέγουσι, “μέχρι τοῦδε ἐκάμαμεν, πλήν ὁ Θεός δέν ἤθελε νά ἐλευθερωθῶμεν ἀκόμη. Ἀπαιτεῖ ἴσως νά θυσιάσωμεν νέας ἑκατόμβας, διότι ἔχομεν πολλάς ἁμαρτίας. Γενηθήτω τό θέλημά του! Γάμος χωρίς σφαχτά δέν γίνεται.”. Ἀλλά, καίτοι πλήρης χαράς γενόμενος ἐπί τούτῳ, κατελήφθην ὑπό θλίψεως ἰδών ὁποίας καταστροφάς ὁ ὡραῖος οὗτος τόπος ὑπέστη, πρίν ἤ εἰσέτι ἠχήσῃ τό πυροβόλον, καί ἔκλαυσα ἀναλογισθείς ὁποίας θέλει πάθει μετ’ ὀλίγον[ii].
Πορτραίτο του Γεωργίου Ζ. Σκουλούδη
Οἱ κάτοικοι τῶν πεδινῶν μερῶν, ἀναμιμνησκόμενοι ἐποχάς προγενεστέρας, καί οὐδεμίαν πίστιν παρέχοντες εἰς τόν αὐτοκρατορικόν στρατόν, οὗ τινος τήν φημιζομένην πειθαρχίαν εἰσέτι δέν εἶδον,  μεταφέρουσι τάς οἰκογενείας καί τά πολύτιμα πράγματά των εἰς τά ὀρεινά μέρη, ὁ δέ “γενναῖος στρατός”, ὅστις κατ’ οὐδέν διαφέρει τοῦ στρατοῦ τοῦ Δράμαλη, εἰμή κατά τήν ἐνδυμασίαν καί τόν ὁπλισμόν, διερχόμενος τῶν ἐρήμων χωρίων διαρρηγνύει τάς θύρας, είσέρχεται εἰς τάς οἰκίας καί καταστρέφει πᾶν ὅ,τι δέν δύναται ν’ ἁρπάσῃ· ὅπου δ᾿ ἄν εὕρῃ Χριστιανούς τοῖς ἀφαιρεῖ τά ζῶα των, τούς ὑποβάλλει διά ραβδισμῶν εἰς ἀγγαρίας πρός μεταφοράν τῶν σκευῶν του κλπ. Ἐπειδή δέ οἱ δυστυχεῖς Χριστιανοί κακοποιοῦνται ἤ ὑβρίζονται, εἴτε ἀπό τούς ὀθωμανούς, οἵτινες ὅλοι περιφέρονται ἔνοπλοι, εἴτε ἀπό τούς στρατιώτας, πᾶσα σχεδόν συγκοινωνία μεταξύ τῶν Χριστιανῶν εἶναι διακεκομμένη.
Καί ὅσον μέν ἀφορᾷ τάς τοιαύτας ἀταξίας, οἱ Χριστιανοί δέν ἐνοχλοῦνται τόσον, γνωρίζοντες τήν ἔμφυτον βαρβαρότητα τοῦ Τούρκου· ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ δέν ἀνέχονται, καί τούς κάμνει νά κλαίωσιν ὡς παιδία ἀπό ἀγανάκτησιν, εἶναι αἱ βεβηλώσεις τῶν ναῶν. Ἐκτός τῶν βεβηλώσεων, τῶν γενομένων εἰς τήν ἐπαρχίαν Κυδωνίας, ἐγένονοντο καί αἱ ἑξῆς εἰς τό τμῆμα ἡμῶν. Κατά τάς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ἰουλίου, ἀναχωρήσας ἐκ Ρεθύμνης ὁ στρατός, ἵνα μεταβῇ εἰς τήν ἱεράν Μονήν Ἀρκαδίου, ὅπου ἦσαν ἱκανοί Χριστιανοί ἔνοπλοι, διέβη διά τοῦ χωρίου Ἅγιος Δημήτριος καί ἐβεβήλωσε τήν ὁμώνυμον ἐκκλησίαν, συντρίψας καί κανδύλας καί ἁγίας εἰκόνας καί ἄλλα ἱερά σκεύη· φθάς δ᾿ εἰς τήν Μονήν τοῦ Ἀρκαδίου, ἀφοῦ δέν ἠδυνήθη νά συλλάβῃ τούς διωκομένους, ἐξεδικήθη κατά τῶν ἱερῶν πραγμάτων, καύσας τάς ἱεράς εἰκόνας καί ρίψας χαμαί τήν Ἁγίαν Τράπεζαν τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Ἵνα δέ πεισθῇ καί ὁ πλέον δύσπιστος τῶν ἀναγνωστῶν σας, παραθέτω ἀμέσως ἐνταῦθα ἀντίγραφον τῆς διαμαρτυρήσεως τοῦ Ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ταύτης. Ἐν τῇ διαμαρτυρήσει ταύτη περιέχονται αἱ λεπτομέρειαι τῶν βαρβαροτήτων τούτων καί περιττόν θεωρῶ να προσθέσω ἐγώ ἰδιαίτερον τι. Ἀς ὁμιλήσῃ ἀντ᾿ ἐμοῦ ἡ διαμαρτύρησις, ἔχουσα ὡς ἕπεται:


Ἀριθ. 115
Πρός το Αὐτοκρατορικόν Πρακτορεῖον τῆς Ρωσσίας ἐν Ρεθύμνῃ.
Ἀξιότιμε Κύριε Πράκτορ,

Ὁ ὑποφαινόμενος εὐσεβάστως, Ἡγούμενος τῆς ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἐπιλεγομένης “Αρκάδιος”, ἐκθέτω ὑπ᾿ ὄψιν Ὑμῶν, ὅτι έλθών καί κατασκηνώσας ὁ Β[ασιλικός] Ὀθωμανικός στρατός πλησίον της Μονῆς, οὔτε ἐντός τῆς περιοχῆς ἄφησαν ὕδωρ εἰς τά ὀλίγα φρέατα διά να πίωσιν οἱ διαμένοντες ἱκανοί κατά τόν ἀριθμόν Πατέρες και μοναχοί, μολονότι τοῖς ἔκαμον τάς παρατηρήσεις. Μετατεθέντες δ᾿ ἔσωθεν τῆς Μονῆς μετά δύο ἡμέρας, ἤρχισαν τάς βεβηλώσεις ναῶν και κακουργίας. Τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς[iii] θλάσαντες τάς θύρας, ρίψαντες χαμαί τήν Ἁγίαν Τράπεζαν, ἔκαυσαν εἰκόνας, ἔξυσαν πρόσωπα ἁγίων, ἤνοιξαν τήν θύραν τοῦ νερομύλου μας, ἔρριψαν τούς λίθους, ἔσχισαν τούς σάκκους πλήρεις ὄντας σίτου καί κριθῆς καί ἀλεύρου καί τά κατεσκόρπισαν , ἔσφαξαν τέσσαρα μοσχάρια καί πενῆντα πρόβατα. 
Ο Ηγούμενος Γαβριήλ
στη μοναδική φωτογραφία του
Τοιαύτην διαγωγήν και συμπεριφοράν ἔχει ὁ βασιλικός στρατός. Ἀφοῦ δέ τοῖς ἔγινεν ἡ παρατήρησις ἀπό τούς Μοναστηριανούς, εὐταξίας δῆθεν χάριν ἔστειλαν δύο φύλακας.
Οὗτος ὁ στρατός ἦλθε μέ σκοπόν, δια νά συλλάβῃ κατ᾿ αὐτάς εὑρεθέντας Πληρεξουσίους τοῦ λαοῦ, τούς ὁποίους ἐγώ δέν ἠδυνάμην νά διώξω· άφοῦ δ᾿ ἔφυγαν οὗτοι ἐντεῦθεν, πράττει τάς τοιαύτας βεβηλώσεις τῶν ἱερῶν ναῶν καί ληστρικῶς κατεσθίει, κατασπαταλῶν πάντα τά τῶν φιλησύχων. Ἐπικαλοῦμαι λοιπόν μάρτυρα Ὑμᾶς Κύριε Πράκτορ, δι᾿ ὅλα τά διαληφθέντα ταῦτα, καί τάς περαιτέρω συνεπείας, καί διαμαρτύρομαι ὅπου ἀνήκει, ἀπαιτῶν νά ἐνεργηθῇ ἡ ἀνήκουσα ἱκανοποίησις. Τινές μάλιστα τῶν μοναχῶν φοβηθέντες ἔφυγον, καταλιπόντες τάς ὑπηρεσίας των. Τά ζῶα ἡμῶν πάντα ἔμειναν ἔρημα προστατῶν, φοβουμένων μή ἐπιβουλευθῇ ἡ ζωή αὐτῶν. Εἶμαι εἰς ὑποψίας, μή πράξωσι τά αὐτά καί εἰς τάς μεγάλας ἐκκλησίας. Διό παρακαλῶ νά γίνῃ τρόπος δι᾿ Ὑμῶν ν᾿ ἀφαιρέσωμεν πάσας τας εἰκόνας καί λοιπά.
Δέξασθε τά σεβάσματά μου, ἀξιότιμε Κύριε καί τήν τελείαν ἀφοσίωσίν μου. Ἐξαιτούμενος δέ ὅπως κοινοποιήσητε τήν παροῦσαν μου, ὑποσημειοῦμαι.
                                                                Ἐν Βένῃ (Βήνῃ)[iv] τήν 1 Αὐγούστου 1866.
                                                                               Ἐκ τῆς Μονῆς Αρκαδίου
                                                                             Ὁ Καθηγούμενος ΓΑΒΡΙΗΛ





[i]     Για τον Γεώργιο Ζ, Σκουλούδη βλ. α) Τιμόθεου Μ. Βενέρη, Το Αρκάδι δια των αιώνων, Αθήναι 1938 και β) Δ. Γ. Στεργίου – Χρ. Γ. Ζαχαράκι, Διπλωματία και πόλεμος, Ρέθυμνο 2008.
[ii]    Εδώ ο συντάκτης αποδεικνύεται προφητικός.
[iii]   Η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής βρίσκεται ΒΑ του μοναστηριού στον δρόμο προς Βιράν Επισκοπή.
[iv]   Πρόκειται για το Βένι, μετόχι της Μονής Αρκαδίου, απ᾿ όπου ο Ηγούμενος Γαβριήλ γράφει την επιστολή.