Τετάρτη 2 Ιουνίου 2021

ΜΕΣΑΜΠΕΛΙΤΙΣΣΑ: Η ιστορία του Ρεθεμνιώτικου Νεκροταφείου

 H ΜΕΣΑΜΠΕΛΙΤΙΣΣΑ

(Η ιστορία του Ρεθεμνιώτικου Νεκροταφείου)

 

Η Μονή της Παναγίας της Μεσαμπελίτισσας

Η λέξη «Μεσαμπελίτισσα» είναι γνωστή και οικεία στους παλιούς Ρεθεμνιώτες και παραπέμπει στο νεκροταφείο της πόλης του Ρεθύμνου με το οποίο έχει γίνει συνώνυμη. Όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Πολύ παλιά, την εποχή της Βενετοκρατίας, η λέξη «Μεσαμπελίτισσα» παρέπεμπε στον ναό της Παναγίας στην περιοχή του σημερινού νεκροταφείου και ήταν ένας από τους δεκάδες επιθετικούς προσδιορισμούς, που συνηθίζουν οι Έλληνες να δίνουν στην Παναγία. 

Εικ. 1: Σχεδιάγραμα – χάρτης του
 
Ρεθύμνου έτους 1618, του. Basilicata

Είναι προφανές ότι το όνομα προέκυψε επειδή ο ναός ήταν χτισμένος ανάμεσα στα αμπέλια. Άλλωστε οι εκτάσεις που εκτείνονταν νότια του χερσαίου τείχους της πόλης ήταν καλλιεργήσιμες, όπως φαίνεται στα σχέδια της εποχής. Μάλιστα σε επιχρωματισμένο σχέδιο του Fr. Basilicata του έτους 1618 εικονίζονται πράσινες εκτάσεις που χαρακτηρίζονται orti (περιβόλια) (Εικ. 1). Σε λεπτομέρεια του ίδιου σχεδίου του Basilicata φαίνεται ο ναός της Μεσαμπελίτισσας, ο οποίος περιβάλλεται από σειρά κελιών, πράγμα που σημαίνει ότι επρόκειτο για μοναστήρι, κατά πάσα πιθανότητα καθολικό (Εικ. 2). Άλλωστε και ο ίδιος ο Basilicata κάτω από τη λέξη Sa Maria επεξηγεί ότι πρόκειται για convento di Monache, δηλαδή για μοναστήρι καλογραιών[1]

Εικ. 2: Λεπτομέρεια της εικ. 1, όπου φαίνεται το
μοναστήρι της Παναγίας της Μεσαμπελίτισσας 
και
ο λόφος του Φουρκοκέφαλου (Σήμερα Τ. Σταυρού).
 

Επίσης από πράξεις των νοταρίων του Ρεθύμνου Τζώρτζη Τρωΐλου[2] και Τζώρτζη Πάντιμου[3] προκύπτει ότι πρόκειται για γυναικείο μοναστήρι. Μάλιστα στην πράξη 205 του Πρωτοκόλλου του Πάντιμου αναφέρεται επιλέξει: Πήγα εγώ ο νοτάριος στο μοναστήρι της Παναγίας της Μεσαμπελίτισσας, έξω από τα τείχη της πόλης… Αλλά και ο Z. Magagnato σε σχεδιάγραμμα του 1559 σημειώνει τον ναό με την ένδειξη S. Maria Mesoampelitissa. Βλέπουμε λοιπόν ότι το όνομα (προσωνύμιο) Μεσαμπελίτισσα απαντάται τουλάχιστον από τα μέσα του 16ου αιώνα, γεγονός που μας επιτρέπει να υποθέσουμε βάσιμα ότι είναι πολύ παλαιότερο, αν και δεν έχουμε γραπτές πηγές να το στηρίξουμε. Το σίγουρο πάντως είναι πως εκείνη την εποχή δεν ήταν νεκροταφείο, χωρίς να μπορούμε να αποκλείσουμε την ταφή κάποιων ανθρώπων μέσα ή γύρω από το μοναστήρι, όπως συνηθιζόταν τότε.

Εικ. 3: Το εσωτερικό του ναού του νεκρο-
ταφείου, όπου βρέθηκε πλήθος τάφων.
Προς αυτό το συμπέρασμα συνηγορεί και η πρόσφατη εύρεση πολλών τάφων στο εσωτερικό του ναού της Μεσαμπελίτισσας, που σήμερα είναι αφιερωμένος στη Ζωοδόχο Πηγή και στον Άγιο Δημήτριο (Εικ. 3). Για την παλαιότητα των τάφων αναμένεται να αποφανθεί η Αρχαιολογική Υπηρεσία. Κατά την πολιορκία του Ρεθύμνου από τους Τούρκους το 1646 η περιοχή της Μεσαμπελίτισσας έγινε θέατρο συγκρούσεων και σημείο συγκέντρωσης των τουρκικών στρατευμάτων, απ’ όπου ξεκινούσαν οι επιθέσεις κατά του φρουρίου της Φορτέτζας. Και ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής δεν παρέλειψε να απαθανατίσει τη Μεσαμπελίτισσα στον περίφημο Κρητικό Πόλεμο με τον στίχο:

«Κ’ ες τήν Μεσαμπελίτισσαν κ’ εχ’ να φορτίνι,

ες τά χαράκια τά ψηλά, καί ‘χούγιαξαν κ’ κενοι».

Η ίδρυση του νεκροταφείου (1701)

Μετά την κατάκτηση του Ρεθύμνου από τους Τούρκους, είναι προφανές ότι το μοναστήρι έπαψε να λειτουργεί και ο ναός της Παναγίας εγκαταλείφθηκε και ερειπώθηκε. Το πότε, όμως, και το πώς ιδρύθηκε το νεκροταφείο του Ρεθύμνου το μαθαίνουμε από δύο έγγραφα του Ιεροδικείου Ρεθύμνης, που δημοσίευσα το 1995[4]. Συγκεκριμένα τά έγγραφα με αριθμό 139 και 219 του τόμου αναφέρονται στην ίδρυση του νεκροταφείου. Το πρώτο με χρονολογία 27 Μαΐου 1701 αναφέρει ότι οι Ρεθεμνιώτες χριστιανοί Αλέξανδρος και Παναγιώτης (δυστυχώς δεν αναφέρονται επώνυμα) αγοράζουν από την Οθωμανίδα Φατουμέ του Μαχμούτ στην περιοχή Τοπ Αλτί[5] “χωράφι ως έγγιστα τριών και ημίσεως μουζουρίων[6] εντός του οποίου ευρίσκεται εκκλησία με το όνομα Παναγιά ημιερειπωμένη”. Στη συνέχεια αναφέρουν ότι το συγκεκριμένο χωράφι το αφιερώνουν “διά τους κατοίκους Ρεθύμνης και δια τους πτωχούς ξένους, ίνα όσοι αποθνήσκουν θάπτωνται εις την περιοχήν αυτήν και είμεθα διαχειρισταί μέχρι του θανάτου μας...”.

Εικ. 4: Λεπτομέρεια του χάρτη
 
του G. Wilkinson έτους 1850.
Το δεύτερο έγγραφο, με χρονολογία 14 Οκτωβρίου 1723, αναφέρεται στην προσπάθεια του ανωτέρω Αλέξανδρου να οικειοποιηθεί το εν λόγω χωράφι που αγοράστηκε με χρήματα των χριστιανών του Ρεθύμνου. Το δικαστήριο τον καταδικάζει και τον αποβάλλει από το συγκεκριμένο χωράφι. Το έγγραφο αυτό μας δίνει και μια σημαντική ιστορική πληροφορία, που δεν ξέρω αν προκύπτει από άλλη πηγή. Μας πληροφορεί ότι το 1703[7] ενέσκηψε χολέρα στο Ρέθυμνο και “επειδή οι κατοικούντες εις την πόλιν πτωχοί αραγιάδες δεν είχον ωρισμένον μέρος προς ενταφιασμόν πολλοί έμεναν τέσσαρες και πέντε ημέρες εις τα σπίτια των άταφοι”, αγοράσθηκε το εν λόγω χωράφι για να ενταφιάζονται οι φτωχοί χριστιανοί. Από την ίδρυσή του (1701) το νεκροταφείο συνέχισε να λειτουργεί αδιάλειπτα μέχρι τις μέρες μας. Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα συνυπήρχε και γειτνίαζε με τον τόπο περιθωριοποίησης των λεπρών του Ρεθύμνου, που ονομαζόταν Μεσκινιά ή Λωβοχώρι. Μάλιστα ο Βρετανός G. Wilkinson σε χάρτη του 1850 σημειώνει τα δύο σημεία με τις λέξεις Messabeletissa και Meshinariah. Λίγο βορειοδυτικά σημειώνεται το Εβραϊκό νεκροταφείο στη θέση του σημερινού ΚΤΕΛ με την ένδειξη Jewish Burial Grd. (Εικ. 4).

Ανακαίνιση του νεκροταφείου (1884-1888)

Σχεδόν δυο αιώνες από την ίδρυσή του νεκροταφείου, τη δεκαετία του 1880 αποφασίζεται ή ανακαίνιση και η επέκτασή του, επειδή προφανώς είχε κορεστεί, αν και οι Χριστιανοί κάτοικοι της πόλης ήταν λίγοι σε σχέση με τους Οθωμανούς[8]. Το 1884 με πρωτοβουλία του επισκόπου Ρεθύμνης Ιερόθεου Μπραουδάκη συστάθηκε ερανική επιτροπή “πί τ σκοπ το νά εσπρξ κουσίας εσφοράς ... πρός τόν σκοπόν το καλλωπισμο, τς πεκτάσεως καί τς ριζικς διαρρυθμίσεως το νεκροταφείου τ

Εικ. 5: Ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής με ένα κλίτος.
Σε πρώτο πλάνο οι σταυροί των Ρωσικών τάφων
και  στο βάθος ο λόφος του Τιμίου Σταυρού
ς πόλεως ταύτης”[9]. Την επιτροπή αποτελούσαν οι: Π. Πετυχάκης, Νικόλαος Σιράγας, Βασίλειος Σταματάκης, Κωνστ. Καυγαλάκης και Δημήτριος Ζαννιδάκης. Στη λογοδοσία της η επιτροπή αναφέρει ότι εισπράχθηκαν συνολικά 12.802 γρόσια. Τα χρήματα αυτά, με απόφαση της Τμηματικής Εφορείας Ρεθύμνης, δεν διατέθηκαν για τον σκοπό για τον οποίο εισπράχτηκαν, δηλαδή για την ανακαίνιση και επέκταση του νεκροταφείου, αλλά για την αγορά του οικοπέδου και την ανέγερση του ναού της Αγίας Βαρβάρας. Παρόλα αυτά δεν αποκλείεται να έγινε κάποια ανακαίνιση ή επέκταση του νεκροταφείου, αλλά δεν έχω υπόψη μου κάποια γραπτή μαρτυρία. Για την ιστορία παραθέτω μερικά ονόματα αυτών που έδωσαν τα περισσότερα χρήματα: Επίσκοπος Ρεθύμνης 500 γρόσια, Μαυρατζάκης Μανούσος 428, Λαμπρόπουλος ή Μουσούρος Στυλιανός 423, Τριφύλλης Θεόδωρος 423, Πετυχάκης Εμμανουήλ 321, Σκουλούδης Αντώνιος 321, Χαμαράκη Αδελφοί 225, Δάνδολος Ιωάννης 214, Πετυχάκης Κωνσταντίνος 214, Τσουδερός Ιωάννης 214. Ακολουθεί πλήθος ονομάτων με μικρότερα ποσά, όμως λόγω χώρου δεν είναι δυνατόν να παρατεθούν όλα.

Οι Ρώσοι

Εικ. 6: Ό,τι απέμεινε από
τους τάφους των Ρώσων.
Είναι γνωστό ότι ένας αριθμός Ρώσων στρατιωτών παρέμεινε στο Ρέθυμνο επί μια δεκαετία και πλέον (1897-1909) ως εγγυήτρια δύναμη. Μάλιστα τα πρώτα χρόνια (1898-1899) άσκησαν και την πολιτική διοίκηση του Νομού Ρεθύμνης μέχρι να αναλάβουν οι τοπικές πολιτικές αρχές. Κατά τα χρόνια της Ρωσικής διοίκησης έγιναν πολλά έργα, αλλά δεν είναι της παρούσης να αναφερθούν εδώ. Εδώ θα γίνει αναφορά μόνο σε ότι έχει σχέση με το νεκροταφείο του Ρεθύμνου. 

Ο Ρώσος διοικητής συνταγματάρχης Θ. Ντε Χιόστακ διοίκησε με διατάγματα (Ημερήσιες Διατάξεις)[10]. Με την Ημερήσια Διάταξη αριθ. 7 της 7ης Απριλίου 1899 αποφάσισε τη διεύρυνση-επέκταση του νεκροταφείου και την απαγόρευση της εκταφής των νεκρών μετά την παρέλευση τριών χρόνων, όπως συνηθίζεται και μέχρι σήμερα. 

Εικ. 7: Η αναμνηστική πλάκα του 2019.

Με την ίδια διαταγή ανακοινωνόταν στους Ρεθεμνιώτες που το επιθυμούσαν ότι μπορούσαν να αγοράσουν οικογενειακό τάφο. Αυτή η επέκταση φάνηκε χρήσιμη και στους ίδιους τους Ρώσους γιατί, ως ομόδοξος λαός μπόρεσαν να ενταφιάσουν στο ίδιο κοιμητήριο τους νεκρούς που είχαν κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο Ρέθυμνο.
Ο Περίανδρος Επιτροπάκης που έχει κάνει μια εξαντλητική εργασία για τους Ρωσικούς τάφους στο νεκροταφείο Ρεθύμνου[11], αναφέρει ότι έγιναν 54 τάφοι για ισάριθμους Ρώσους νεκρούς στο νοτιοανατολικό τμήμα του νεκροταφείου και παραθέτει κατάλογο με τα ονόματά τους καθώς και άλλες αναλυτικές πληροφορίες. 

Εικ. 8: Φωτογραφία της περιοχής Αμπουχούρι.
 Κάτω δεξιά φαίνεται το δυτικό άκρο του
νεκροταφείου με ελάχιστους τάφους.
Ο μεγάλος αριθμός των νεκρών και μάλιστα σε μια ομάδα νέων υγιών ανθρώπων, όπως είναι οι στρατιώτες, οφειλόταν κυρίως σε λοιμώδεις ασθένειες, όπως κοιλιακό τύφο και ελονοσία. Οι σταυροί των τάφων αρχικά ήταν ξύλινοι και στη συνέχεια αντικαταστάθηκαν με μαρμάρινους (Εικ. 5). Μάλιστα μετά την αποχώρηση των Ρώσων το 1909, υπάρχουν έγγραφα που αποδεικνύουν ότι υπήρξε φροντίδα για τη συντήρηση και φύλαξη των τάφων εκ μέρους του Ρωσικού κράτους, τουλάχιστον μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. 
Εικ. 9: Αεροφωτογραφία του 1940 της
 περιοχής του νεκροταφείου. Δεξιά
εικονίζεται το Πολωνικό νεκροταφείο.

Σήμερα δυστυχώς δεν έχει μείνει κανείς Ρωσικός τάφος εκτός από έναν καλαίσθητο μαρμάρινο σταυρό και μια επίσης μαρμάρινη επιτύμβια στήλη (Εικ. 6). Το 2019 στην μνήμη αυτών των στρατιωτών στήθηκε μαρμάρινη αναμνηστική πλάκα από την τωρινή Ρωσική Κυβέρνηση (Εικ. 7).

Η Μεσαμπελίτισσα τα τελευταία 100 χρόνια

Από την Ένωση και μέχρι τη δεκαετία του 1950 η κατάσταση στο νεκροταφείο του Ρεθύμνου δεν άλλαξε σημαντικά. Η πληθυσμιακή ανάπτυξη της πόλης -παρά την άφιξη των Μικρασιατών προσφύγων- υπήρξε ασήμαντη[12]. Επομένως δεν υπήρχε μεγάλη πίεση στην εξεύρεση τάφων για νέες ταφές. Σε φωτογραφία της δεκαετίας του 1920 εικονίζεται το δυτικό άκρο του νεκροταφείου με ελάχιστους τάφους (Εικ. 8).
Μερικά χρόνια μετά, σε λεπτομέρεια αεροφωτογραφίας του 1940, βλέπουμε ότι η εικόνα του νεκροταφείου είναι ακόμη σχετικά καλή με ελεύθερους χώρους για νέες ταφές (Εικ. 9).

Εικ. 10: Ο ναός της Μεσαμπελίτισσας όπως είναι
σήμερα. 
Βλέπουμε ότι έχει δύο κλίτη, ενώ
στην εικ. 5 έχει ένα
Από τη δεκαετία του 1950 και μετά υπάρχει μια συνεχώς αυξανόμενη πίεση στο νεκροταφείο σαν συνέπεια της αύξησης του πληθυσμού της πόλης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το 1951 οι κάτοικοι της πόλης ήταν μόλις 11.057, το 2001 είχαν σχεδόν τριπλασιαστεί φτάνοντας τους 27.968. Ταυτόχρονα το νεκροταφείο παρέμενε εγκλωβισμένο στα παλαιά του όρια χωρίς να έχει επεκταθεί ούτε κατ' ελάχιστον. Ήταν επομένως φυσικό και αναμενόμενο σταδιακά να χρησιμοποιηθούν για ταφές όλοι οι ελεύθεροι χώροι του νεκροταφείου, καθώς και τάφοι που οι ιδιοκτήτες τους είχαν προ πολλού αποδημήσει και δεν είχαν απογόνους. Ήδη από την δεκαετία του 1970 βρίσκουμε στον τοπικό Τύπο κείμενα διακεκριμένων Ρεθεμνιωτών (Σπύρος Λίτινας, Κώστας Ξεξάκης, Μιχάλης Μύρ. Παπαδάκις, Χριστόφορος Σταυρουλάκης), που διεκτραγωδούν και καυτηριάζουν την κατάσταση, μιλώντας για έλλειψη πολιτισμού και ασέβεια προς τους νεκρούς.
Εικ. 11: Η νοτιοανατολική πλευρά του νεκροταφείου
όπως φαίνεται από τον Τ. Σταυρό. Σ’ αυτό το σημείο
είχαν ταφεί οι Ρώσοι στρατιώτες. 
Σε δεύτερο πλάνο
 η οδός Κριάρη και το Πολωνικό νεκροταφείο.

Έτσι φτάσαμε στη σημερινή απαράδεκτη κατάσταση, που μέχρι την ίδρυση του δημοτικού νεκροταφείου μπορούσε να δικαιολογηθεί κάπως, λόγω της έλλειψης άλλου χώρου ταφής, σήμερα όμως που υπάρχει το δημοτικό νεκροταφείο στα Τρία Μοναστήρια είναι απαράδεκτο να συνεχίζονται οι ταφές στη Μεσαμπελίτισσα. Νομίζω ότι με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη μας, που μας έχει αποδείξει ότι είναι ένας άνθρωπος με ανοιχτό μυαλό, θα πρέπει να ξεκινήσει ένα μακρόπνοο πρόγραμμα αποσυμφόρησης του παλαιού νεκροταφείου με κατάργηση τάφων, ώστε να πάψει να διαιωνίζεται η σημερινή απαράδεκτη κατάσταση που δεν τιμά κανέναν, ούτε την πόλη ούτε τους ανθρώπους της . 
(Δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα, στις 25/5/2021)
Μετά τη δημοσίευση του παρόντος άρθρου διαπίστωσα ότι ο φίλος Χαρίδημος Παπαδάκης έχει δημοσιεύσει εκτενή εργασία για τη Μεσαμπελίτισα στο blog του: https://agonigrammi.wordpress.com/, όπου μπορεί να την αναζητήσει κάθε ενδιαφερόμενος.



[1] Στο σημείο αυτό θέλω να ευχαριστήσω τη φίλη ιστορικό Ασπασία Παπαδάκη, που μου διάβασε και μου μετέφρασε τις δυσανάγνωστες λέξεις.

[2] Γρυντάκης Γιάννης, Zorzi Troilo, Rettimo 1586-1600, Χανιά, Τάλως 2006, πράξεις 39 & 92.

[3] Γρυντάκης Γιάννης, Τζώρτζης Πάντιμος, Πρωτόκολλο 1613-1642, Ρέθυμνο 2011, πράξη 205.

[4] Παπιομύτογλου Γιάννης (Επιμ.), Έγγραφα Ιεροδικείου Ρεθύμνης 17ος-18ος αι., Ρέθυμνο 1995.

[5] Η περιοχή της σημερινής οδού Κριάρη.

[6] Μουζούρι = μονάδα βάρους που χρησιμοποιούνταν στην Κρήτη και αντιστοιχούσε σε 15 οκάδες σιταριού ή 13 οκάδες κριθαριού και κατ' αντιστοιχία μονάδα έκτασης που αντιστοιχούσε στην ποσότητα του καρπού που χρειαζόταν για να σπαρεί ένα χωράφι.

[7] Αναγράφεται 1703 αντί του ορθού 1701.

[8] Στην απογραφή του Ν. Σταυράκη του 1881 αναφέρονται 2444 Χριστιανοί και 6691 Οθωμανοί.

[9] Εφημ. “Παρρησία” Ρεθύμνης φ. 30/12/1888 και 10/1/1889.

[10] Παπιομύτογλου Γιάννης Ζ. (Επιμ.), Ημερήσιες Διατάξεις της Ρωσικής Διοίκησης στο Ρέθυμνο (Οκτώβριος 1898–Ιούλιος 1899), Ρέθυμνο, ΔΚΒΡ, 2007.

[11] Επιτροπάκης Περίανδρος Ι., Ρωσικοί τάφοι στο νεκροταφείο Ρεθύμνου, στο Ρωσική παρουσία στο Ρέθυμνο 1897-1909), Ρέθυμνο, ΙΛΕΡ, 2011, σσ. 512-553.

[12] Το 1913 η πόλη είχε 9.086 κατοίκους και από αυτούς περισσότεροι από τους μισούς ήταν Οθωμανοί, ενώ το 1951 ήταν συνολικά μόνο 11.057.

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2021

Οι Ψαρουδάκηδες του Αποδούλου

 ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

 Κώστα Ν. Ψαρουδάκη

Οικογένεια Ψαρουδάκηδων Αποδούλου Αμαρίου


    Με τον κ. Κώστα Ν. Ψαρουδάκη δεν  γνωρίζομαι κατ’ όψιν, όμως μερικές τηλεφωνικές επικοινωνίες μαζί του ήταν αρκετές για να αντιληφθώ ότι πρόκειται για έναν εξαιρετικό άνθρωπο με χαρακτηριστική σεμνότητα και ευγένεια. Πριν λίγες μέρες έλαβα με το ταχυδρομείο το βιβλίο του για τους Ψαρουδάκηδες του Αποδούλου με μια κολακευτική για μένα αφιέρωση. Πρόκειται για έναν ογκώδη τόμο 680 σελίδων με τεράστιο όγκο υλικού για την οικογένεια Ψαρουδάκη του Αποδούλου, αλλά και για το ίδιο το χωριό Αποδούλου. Το μέγεθος του βιβλίου και ο όγκος του υλικού δεν επηρέασαν ούτε κατ’ ελάχιστον την καλαισθησία του τόμου και την άρτια οργάνωση και διάταξη του υλικού. Ο άθλος που έφερε εις πέρας ο κ. Ψαρουδάκης γίνεται ακόμη μεγαλύτερος αν αναλογισθεί κανείς το πρόβλημα όρασης που αντιμετωπίζει. Φαίνεται πως άξιος συμπαραστάτης και βοηθός του σε όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας της έκδοσης, ήταν η σύζυγός του στην οποία και αφιερώνει το βιβλίο.
    Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου αναφέρεται στον τόπο καταγωγής και στον χρόνο έλευσης των Ψαρουδάκηδων στο χωριό Αποδούλου Αμαρίου. Επίσης σημειώνονται οι περιοχές της Κρήτης στις οποίες απαντάται το επώνυμο Ψαρουδάκης.
    Τα επόμενα δεκαεφτά κεφάλαια του βιβλίου αναφέρονται σε ισάριθμες οικογένειες με πολλές πληροφορίες για κάθε οικογένεια. Στο τέλος κάθε κεφαλαίου παρατίθεται το σχετικό γενεαλογικό δέντρο. 
    Μέσα από τις επί μέρους ιστορίες της κάθε οικογένειας συντίθεται η ιστορία του χωριού με πολλές άγνωστες λεπτομέρειες, οπότε δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί όχι μόνο ιστορία των Ψαρουδάκηδων του Αποδούλου, αλλά και ευρύτερα ιστορία του ίδιου του χωριού. Το βιβλίο εμπλουτίζεται με πλήθος φωτογραφιών των οικογενειών και των επί μέρους μελών τους.
    Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στα κειμήλια που κάθε οικογένεια διέσωσε. Πολλά χάθηκαν, αλλά και πολλά διασώθηκαν, λέει ο συγγραφέας, παραθέτοντάς τα με πολλές πληροφορίες και φωτογραφίες. Στο ίδιο κεφάλαιο γίνεται εκτενής αναφορά στο Κονάκι της Καλλίτσας, πίσω από το οποίο κρύβεται η ωραία ιστορία της Καλλίτσας Ψαράκη-Hay, που παντρεύτηκε Σκωτσέζο ευγενή ο οποίος το έχτισε για χάρη της στο Αποδούλου και σώζεται μέχρι σήμερα.
Αξίζουν συγχαρητήρια στον κ. Κώστα Ν. Ψαρουδάκη για το τεράστιο και πολύμοχθο έργο που έφερε εις πέρας και για το ότι κατάφερε να αποδώσει στο ακέραιο το οφειλόμενο χρέος προς την ιδιαίτερη πατρίδα του, χρέος που όλοι μας οφείλουμε στον τόπο καταγωγής μας, αλλά λίγοι κατορθώνουμε να εκπληρώσουμε.

 ΓιάννηςΖ. Παπιομύτογλου

(Δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα στις 30/3/2021) 

Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

ΤΡΙΑ ΜΙΚΡΑ ΒΙΒΛΙΑ

 Βιβλιοπαρουσίαση

ΤΡΙΑ ΜΙΚΡΑ ΒΙΒΛΙΑ

(Σε μια μακρά σειρά εκδόσεων) 

Του Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου

Ο Χάρης Στρατιδάκης είναι γνωστός εκτός των πολλών άλλων δραστηριοτήτων και για τη συγγραφή και έκδοση δεκάδων βιβλίων. Στο παρόν σημείωμα θα ασχοληθούμε με τρεις μικρές εκδόσεις του Σχολικού Μουσείου Δήμου Ρεθύμνης, που επιμελήθηκε ή έγραψε ο ίδιος.

Το Σχολικό Μουσείο στην Αμνάτο Ρεθύμνης είναι και αυτό δικό του δημιούργημα. Μπορεί να βρήκε βοήθεια και συμπαράσταση από τον Δήμο  Αρκαδίου αρχικά και τον Δήμο Ρεθύμνης στη συνέχεια, καθώς και από την κοινωνία του χωριού, όμως είναι αλήθεια ότι χωρίς τη δική του συνεχή προσπάθεια αυτό το μουσείο δεν θα υπήρχε.

Το Μουσείο ιδρύθηκε το έτος 2000 και στεγάστηκε στο Δημοτικό Σχολείο Αμνάτου που είχε κλείσει τον προηγούμενο χρόνο. Όλα αυτά τα χρόνια από την ίδρυσή του και μετά είχε μιαν εντυπωσιακή παρουσία στα πολιτιστικά δρώμενα του τόπου.

Το ένα από τα βιβλία που αναφέρονται εδώ δίνει, παρά το μικρό του μέγεθος, μια πλήρη εικόνα του Μουσείου. Ο τίτλος του είναι «Τετράδιο Σχολικού Μουσείου Δήμου Ρεθύμνης». Και πραγματικά η εξωτερική του εμφάνισή δίνει την εικόνα του τετραδίου που είχαμε στα μαθητικά μας χρόνια. Τα περιεχόμενά του, σε μικρές ενότητες είναι: Καλωσόρισμα, Η ευρύτερη περιοχή της Αμνάτου, Η Αμνάτος, Η εκπαιδευτική ιστορία της Αμνάτου, Η ιστορία του Σχολικού Μουσείου, Η έκθεση του Σχολικού Μουσείου, Η βιβλιοθήκη και το αρχείο του Μουσείου, Οι εκδόσεις του Μουσείου, Οι εκδηλώσεις και οι εκθέσεις του Μουσείου, Το μνημείο του Αφανούς Δασκάλου και ΔασκάλαςΗ αίθουσα διδασκαλίας, Οι εξωτερικές εγκαταστάσεις του Μουσείου, Εκπαιδευτικά προγράμματα, Οι ξεναγήσεις για ενήλικες και τέλος Το Λαογραφικό Μουσείο της Αμνάτου και Το Στέκι του Πολιτιστικού Συλλόγου. Επίσης στην έκδοση αναφέρονται το ονόματα 114 εθελοντών και δωρητών του Μουσείου. Αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω στα εκπαιδευτικά προγράμματα του Μουσείου, που αισίως φτάνουν τα δεκατρία. Αναφέρω ενδεικτικά μερικά από αυτά: Μια μέρα στο σχολείο της Κρητικής Πολιτείας, Τα παιχνίδια που έπαιζαν παλιότερα τα παιδιά, Μάθημα στο σχολικό αγροκήπιο, Επεράσαμ’ όμορφα, Το σχολείο μας γιρτάζει το Αρκάδι κ.ά.

            Το δεύτερο βιβλίο έχει τον πολύ πετυχημένο τίτλο «Δεν μόχθησαν ματαίως» και υπότιτλο «Φόρος τιμής στον αφανή δάσκαλο και δασκάλα της Κρήτης». Στην ουσία πρόκειται για τα πρακτικά εκδήλωσης αφιερωμένης στους μονοθεσίτες εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Περιέχονται εισηγήσεις των Σταμ. Αποστολάκη, αρχιμ. Τιμόθεου Παναγιωτάκη, Γιώργου Πατεράκη, Μανόλη Μακράκη, Μαρίας Αποστολάκη-Τσικνάκη, Αντώνη Δαφέρμου και Χάρη Στρατιδάκη. Στο τέλος παρατίθεται συγκεντρωτική βιβλιογραφία της εκπαίδευσης στην Κρήτη.

            Το τρίτο βιβλίο έχει συγγραφέα τον Χάρη Στρατιδάκη και τίτλο «Περιηγήσεις στην εκπαιδευτική ιστορία του Ρεθύμνου». Πρόκειται για μια σύντομη ιστορία της εκπαίδευσης στην Κρήτη από το 1795 έως το 2000, δοσμένης έξυπνα με τη μορφή περιήγησης με στάσεις στις επαρχίες του νομού Ρεθύμνης.

Το πρώτο βιβλιαράκι είναι έκδοση του 2020 και τα δύο άλλα του 2021. Και οι τα τρία έχουν τη σφραγίδα της εκτυπωτικής και εκδοτικής αρτιότητας της «Γραφοτεχνικής Κρήτης».

(Δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ρεθ. Νέα στις 21/3/2021)

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021

Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΚΕΡΚΙΔΑ ΤΗΣ ΣΟΧΩΡΑΣ

 Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου

Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΚΕΡΚΙΔΑ ΤΗΣ ΣΟΧΩΡΑΣ

 Η περιοχή που βρίσκεται σήμερα το γήπεδο της Σοχώρας ήταν ανέκαθεν μια αδόμητη ελεύθερη έκταση. Άλλωστε και το όνομα «Σοχώρα» υποδηλώνει ακριβώς τον χαρακτήρα αυτής της έκτασης.

Είχε από παλιά μιαν ανεμπόδιστη επαφή με τη θάλασσα από τα δυτικά. Σε σχέδιο του Fr. Basilicata του 1618 (Εικ.1) βλέπουμε μιαν αδόμητη λωρίδα στα δυτικά της πόλης. 
Πολύ αργότερα σε φωτογραφία του 1900 (Εικ. 2) βλέπουμε ότι η πρόσβαση προς τη θάλασσα είναι ελεύθερη και ότι νότια έχουν χτιστεί οι Στρατώνες (@1850), που κακώς αναφέρονται ως "Ρωσικοί", αφού χτίστηκαν πολύ πριν έρθουν οι Ρώσοι στο Ρέθυμνο, και βόρεια η Νομαρχία (@1865). Η πλατεία της Σοχώρας εκείνη την εποχή ονομαζόταν πλατεία Σκρυδλώφ και χρησιμοποιούνταν για διάφορες τελετές και ως πεδίο ασκήσεων των στρατιωτών, που στεγάζονταν στο παρακείμενο μεγαλοπρεπές κτίριο των Στρατώνων.

Σε αεροφωτογραφία του 1940 (Εικ.3), δηλαδή λίγο πριν τη Μάχη της Κρήτης και τον βομβαρδισμό του Ρεθύμνου, βλέπουμε ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα. Η πλατεία είναι ανοιχτή και μόνο από δυτικά και νότια έχει χτιστεί ένας χαμηλός τοίχος.Το 2013 είχα δημοσιεύσει ένα μικρό σημείωμα για το ίδιο θέμα, όμως ο πρόσφατος θάνατος ενός Σοχωριανού φίλου, που πέρασε απαρατήρητος λόγω κορωνοϊού, μου έδωσε την αφορμή και το κίνητρο να επανέλθω στο ίδιο θέμα. 

Αναφέρομαι στον Βαγγέλη Πατεράκη, που γεννήθηκε, μεγάλωσε, έζησε και πέθανε στην πλατεία της Σοχώρας. Επί πολλά χρόνια υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας στο Ρέθυμνο και μετά τη συνταξιοδότησή του επίτροπος στην εκκλησία της Κυρίας των Αγγέλων. Άνθρωπος ακέραιος, με υποδειγματική στάση ζωής άφησε αγαθή μνήμη  στους επιγενόμενους. Θυμήθηκα όταν πριν από χρόνια έκανα μια έκθεση με φωτογραφίες της Κατοχής, μου έδωσε, μέσω του κοινού μας φίλου Γιώργη Ζουρμπάκη, μιαφωτογραφία σχετική με το θέμα που μας απασχολεί και η οποία δημοσιεύεται για πρώτη φορά εδώ (Εικ. 4). Στη φωτογραφία εικονίζονται δυο δωδεκάχρονα παιδιά, ανεβασμένα στην κορυφή της κατοχικής εξέδρας της Σοχώρας. Όπως με πληροφόρησε ο Γιώργος Ζουρμπάκης, αριστερά είναι ο Βαγγέλης Πατεράκης και δεξιά ο Στρατής Κλαδάκης επί χρόνια κουρέας στον Πλάτανο. Πίσω τους φαίνονται τα υπολείμματα του ανάγλυφου του μισητού Γερμανικού πουλιού.
Η κερκίδα σε όλη της την έκταση και με το «πουλί» άθικτο φαίνεται στη φωτογραφία (Εικ. 5) που διέσωσε μαζί με άλλες ο αείμνηστος γιατρός Νίκος Κοκονάς και τις παρέδωσε στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνης. Η φωτογραφία αυτή τραβήχτηκε από Γερμανό στρατιώτη και δείχνει Γερμανούς να παίζουν ποδόσφαιρο, και μερικά παιδιά να παρακολουθούν, ενώ στο βάθος φαίνονται τα χιονισμένα Λευκά Όρη.

Μια άλλη φωτογραφία (Εικ. 6) που δημοσίευσε ο Μανώλης Καρνιωτάκης το 2013 εικονίζει τρεις νέους Ρεθεμνιώτες στα ίδια σκαλάκια να παρακολουθούν κάποιον ποδοσφαιρικό αγώνα. Ο Μανώλης Καρνιωτάκης αναφέρει ότι πρόκειται για τον κουρέα Βασίλη Ψυχαράκη (αριστερά), τον ράφτη και αργότερα υπάλληλο της Αρχαιολογίας Κώστα Κυδωνάκη (μέση) και τον επιπλοποιό Ανδρέα Δρανδάκη (δεξιά). Ο επίσης Σοχωριανός παιδικός μου φίλος Νίκος Παπαδάκης μου ανέφερε ότι, κατά πάσα πιθανότητα, παρακολουθούν αγώνα του «Κεραυνού», αφού και οι τρεις τους ήταν φανατικοί Κεραυνίτες. Κατά τη Μάχη της Κρήτης οι Στρατώνες καταστράφηκαν από τους βομβαρδισμούς και στη συνέχεια κατά διάρκεια της Κατοχής οι Γερμανοί αγγάρεψαν τους Ρεθεμνιώτες και με τα πελέκια των Στρατώνων έχτισαν την κερκίδα, για την οποία γίνεται λόγος στο παρόν δημοσίευμα.
Μια άλλη κατοχική φωτογραφία (Εικ. 7) εικονίζει μέρος της κερκίδας κια του γερμανικού πουλιού.
Το "πουλί" καταστράφηκε από τους Ρεθεμνιώτες αμέσως μόλις έφυγαν οι Γερμανοί, ενώ η υπόλοιπη εξέδρα κατεδαφίστηκε γύρω στο 1960, προκειμένου να περάσει ο περιφερειακός δρόμος. Στη θέση της χτίστηκε νέα εξέδρα τη δεκαετία του 1960 που και αυτή με τη σειρά της κατεδαφίστηκε πριν μερικά χρόνια για να πάρει το γήπεδο τη μορφή που έχει σήμερα.






 (Δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ρεθ. Νέα 8/1/2021)

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2020

Η ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤΙΑ ΚΑΙ Η ΤΜΗΜΑΤΙΚΗ ΕΦΟΡΕΙΑ ΡΕΘΥΜΝΗΣ

 Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου

Η Δημογεροντία και

η Τμηματική Εφορεία Ρεθύμνης

(Με αφορμή μια φωτογραφία)


Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι χριστιανοί της Κρήτης βρίσκονταν κάτω από την απόλυτη εξουσία όχι μόνο του Τουρκικού κράτους και των αξιωματούχων του, αλλά και των απλών Οθωμανών υπηκόων, που μπορούσαν, χωρίς καμιά συνέπεια, με την παραμικρή αφορμή, να στερήσουν περιουσία, τιμή και ζωή των χριστιανών ραγιάδων. Μόνο κατά τα τελευταία σαράντα χρόνια του 19ου αιώνα παραχωρήθηκαν στους χριστιανούς της Κρήτης κάποια προνόμια, που κι αυτά όμως σύντομα ανακλήθηκαν ή καταπατήθηκαν.

Εικ. 1: Οι σφραγίδες της Δημογεροντίας κατά χρονολογική σειρά.
Οι δύο πρώτες φέρουν τις χρονολογίας 1858 και 1868, ενώ η 
τρίτη, που δεν φέρει χρονολογία, βρέθηκε σε έγγραφο του 1872.

Η πρώτη μορφή αυτοδιοίκησης που εμφανίζεται στην Κρήτη κατά την περίοδο της ύστερης Τουρκοκρατίας ήταν αυτή των Δημογεροντιών. Με φιρμάνι του 1858 προβλέφθηκε η ίδρυση και λειτουργία Δημογεροντίας στις έδρες των τριών Διοικήσεων, δηλαδή στα Χανιά στο Ηράκλειο και στο Ρέθυμνο. Αργότερα με τον Οργανικό Νόμο του 1868 ενισχύθηκε και επιβεβαιώθηκε ο θεσμός των Δημογεροντιών και μάλιστα, με την αύξηση των Διοικήσεων του νησιού σε πέντε, αυξήθηκε παράλληλα σε πέντε και ο αριθμός των Δημογεροντιών με την προσθήκη των Δημογεροντιών Λασιθίου (με έδρα τη Νεάπολη) και Σφακίων.

Εικ. 2: Το λογότυπο και η σφραγίδα της
Τμηματικής Εφορείας.

Ο αριθμός των μελών κάθε Δημογεροντίας κυμαινόταν από 5 μέχρι 7 μέλη ανάλογα με τον πληθυσμό της περιοχής. Πρόεδρος ήταν ο οικείος Μητροπολίτης, ενώ τα υπόλοιπα μέλη αναδεικνύονταν από εκλεκτορικά σώματα, που τα αποτελούσαν εκπρόσωποι των διαφόρων επαγγελματικών τάξεων. Οι υποψήφιοι θα έπρεπε να είναι έγγαμοι, τουλάχιστον 35 ετών και να έχουν κτηματική περιουσία άνω 50.000 γροσίων. Οι Δημογεροντίες είχαν αρμοδιότητα επί θεμάτων κληρονομικού και οικογενειακού δικαίου, παιδείας και κοινωνικής πρόνοιας. Επίσης διαχειρίζονταν (μέσω της Ορφανικής Τράπεζας) τις ορφανικές περιουσίες, δηλαδή τις περιουσίες των ορφανών από πατέρα ανήλικων παιδιών μέχρι αυτά να ενηλικιωθούν.

Επειδή το φιρμάνι του 1858 με το οποίο συστάθηκε ο θεσμός των δημογεροντιών στην Κρήτη, δεν προέβλεπε λεπτομέρειες για τον τρόπο λειτουργίας τους, εκπρόσωποι των Δημογεροντιών Ηρακλείου, Ρεθύμνου και Χανίων συναντήθηκαν στο Ηράκλειο τον Δεκέμβριο του 1862 και κατήρτισαν τον «Εσωτερικό Διοργανισμό (Κανονισμό) της Δημογεροντίας» που προέβλεπε αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργούσε στο εξήςi.

Γενικά μπορούμε να πούμε πως η Δημογεροντία ήταν η ανώτατη πολιτική αρχή των χριστιανών του τόπου και αναδείχτηκε βοηθός και προστάτης τους σε όλα τα θέματα που τους απασχολούσαν.

Η Δημογεροντία Ρεθύμνης

Δυστυχώς το αρχείο της Δημογεροντίας Ρεθύμνης δεν σώθηκε, όπως άλλωστε και άλλα αρχεία του Ρεθύμνουii, έτσι η σύνταξη αυτού του δημοσιεύματος στηρίζεται υποχρεωτικά σε ψηφίδες κατεσπαρμένες εδώ κι εκεί.

Εικ. 3: Ο Επίσκοπος Καλλίνικος Νικολετάκης σε
λεπτομέρεια φορητής εικόνας του Αντ. Βεβελάκη
έτους 1857.
Η θητεία της Δημογεροντίας ήταν διετής και απαρτιζόταν από πέντε μέλη: 1) Τον τοπικό Επίσκοπο, 2) Τον ένα από τούς δύο χριστιανούς δικαστές του μικτού δικαστηρίου, 3) Το ένα από τα δύο μέλη του διοικητικού συμβουλίου του Τμήματος (Νομού) και 4) Δύο εκπροσώπους των επαρχιών. Πρώτος πρόεδρος υπήρξε ο επίσκοπος Καλλινικος Νικολετάκης (1838-1868)iiiκαι ακολούθησαν στην προεδρία οι επίσκοποι Ιλαρίων Κατσούλης (1889-1880) και Ιερόθεος Μπραουδάκης (1882-1896). Άλλοι δημογέροντες που συναντάμε σε διάφορα κείμενα είναι οι: Μιχαήλ Τσουδερός (1862), Ανδρέας Καθαράκης (1862), Δημήτριος Γ. Σακόρραφος (1863), Ιωάννης Μ. Βολανάκης (1863), Λεωνίδας Π. Ματθαιουδάκης (1870), Εμμανουήλ Ν. Πορτάλιος (1870), Μιχαήλ Χανιωτάκης (1870), Χαράλαμπος Α. Καλοειδάς Α. (1887), Αριστείδης Παππαδάκης (1895) και Αντώνιος Σκουλούδης (1895).

Τους δημογέροντες πλαισίωναν και βοηθούσαν στο έργο τους ένας γραμματέας και ένας κλητήρας. Πρώτος Γραμματέας της Δημογεροντίας υπήρξε ο Διογένης Μοσχοβίτηςiv, ο οποίος υπηρέτησε ως ελληνοδιδάσκαλος στα σχολεία της πόλης και σκοτώθηκε κατά το 1868 μεσούσης της μεγάλης Κρητικής επανάστασης.

Η Εφορεία των Κοινών της Πόλεως Καταστημάτων

Παράλληλα με τη Δημογεροντία Ρεθύμνης υπήρχε και η «Εφορεία των κοινών της πόλεως καταστημάτων» ή «Τμηματική Εφορεία», όπως λεγόταν για λόγους συντομίας. Αντίθετα με τη Δημογεροντία, από το αρχείο της Εφορείας σώθηκαν εννέα χειρόγραφοι κώδικες τους οποίους δημοσίευσε ο αείμνηστος καθηγητής Ν. Β. Δρανδάκηςv και ο π. Χαράλαμπος Καμηλάκηςvi. Ιδρύθηκε το 1862 και λειτουργούσε μέχρι το 1881 κάτω από την εποπτεία της Δημογεροντίας. Η αρμοδιότητά της –όπως το λέει και ο τίτλος της– ήταν επί των κοινωφελών ιδρυμάτων της πόλης, δηλαδή επί των σχολείων και του νοσοκομείου. Μετά το 1881 μέχρι τη Μεταπολίτευση είχε αυτόνομη λειτουργία με αποκλειστική αρμοδιότητα επί των θεμάτων της εκπαίδευσης του τόπου. Η θητεία της ήταν διετής και απαρτιζόταν αρχικά από έξι μέλη και στη συνέχεια από πέντε ή και τέσσερα. Πρόεδρος ήταν και εδώ ο εκάστοτε επίσκοπος με πρώτον στη σειρά τον Καλλινικο Νικολετάκη. Για τον σπουδαίο αυτόν Δεσπότη με το σημαντικό έργο ο αείμνηστος Γυμνασιάρχης Μιχ. Πρεβελάκιςvii διασώζει ένα ανέκδοτο που δείχνει τον φιλοπαίγμονα χαρακτήρα του Επισκόπου, αλλά και τον αγώνα του να συγκεντρώσει χρήματα υπέρ τω κοινωφελών ιδρυμάτων του τόπου:

Εικ. 4: Η φωτογραφία δημοσιεύεται για πρώτη φορά
και εικονίζει τη νότια είσοδο ου μητροπολιτικού
συγκροτήματος από την οδό Τομπάζη.(Αρχείο
Ιστορικού & Λαογραφικού Μουσείου Ρεθύμνης)
…Περιήρχετο οὗτος Σάββατόν τι μετά των Ἐφόρων άνά τά ἐμπορικά καταστήματα της πόλεως συλλέγων, ὡς συνήθως ἐποίει, εἰσφοράς τῶν πολιτών ὑπέρ τῶν Κοινῶν τῆς Πόλεως Καταστημάτων. Εἰσῆλθε και εἰς τό ἐμπορικόν ἑνός πολίτου, καλοῦ κἄγαθοῦ μέν κατά τά ἄλλα, φύσει δε φιλοχρημάτου καί ἐλαχίστην ἤ μικράν τήν συμβολήν του ὑπέρ τῶν κοινῶν. Ἔτυχεν οὗτος νά κάμῃ τήν μέτρησιν τῶν χρημάτων του καί νά ἔχῃ ἐπί τοῦ γραφείου του παρατεταγμένας πολλάς στήλας ταλλήρων, ὅταν ὁ Ἐπίσκοπος μετά τῶν ἀκολούθων εἰσέβαλον. «Πόσας στήλας ἀπ’ αὐτάς θά δώσητε διά τήν Ἐκκλησίαν καί τά Σχολεῖα μας;», ἠρώτησεν φιλοπαιγμόνως ὁ Ἐπίσκοπος. «Ὅσας θέλετε», ἀπήντησεν ὁ ἔμπορος, βέβαιος ὤν ὅτι ἡ δήλωσίς του αὕτη δέν θά ἐλαμβάνετο τοῖς μετρητοῖς. Ὁ Ἐπίσκοπος, καλός καί γρήγορος, ἐπῆρε μίαν στήλην ἐκ δέκα ταλλήρων καί ἔρριψεν αὐτά εἰς τόν κορβανάν. Ὁ ἔμπορος ταραχθείς, ἀλλά καί θέλων νά κρατήσῃ τό πρᾶγμα ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς ἀστειότητος εἶπεν εἰς τόν Ἐπίσκοπον: «Δέν θά πάρῃς ἄλλα;». «Νά πάρω; Ἄς πάρω ἄλλο ἕνα σωρουλάκι», ἀπήντησε ὁ Ἐπίσκοπος καί λαβών ἔρριψεν ἄλλην μίαν στήλην ταλήρων εἰς τό κυτίον τοῦ ἐράνου, εὐχαριστῶν δέ ἠθέλησε νά ἐξέλθῃ. Ἀλλ’ ὁ ἔμπορος ἔξαλλος πλέον ἀπό όργήν καί θυμόν καί έλπίζων ἴσως άκόμη εἰς την ἀπόδοσιν τῶν ἀνειλημμένων ταλλήρων ὠρύετο καί έφώναζε: «Πάρε κι’ ἄλλα νά χορτάσῃς πάρε!». Ὁ Ἐπίσκοπος ψύχραιμος ὅλως καί μειδιῶν: «Φθάνουν αὐτά φθάνουν, μόνον ὁ Θεός καί ἡ χάρις τῆς Θεοτόκου νά σοῦ τά εύλογῇ». Καί ταῦτα εὐχόμενος ἐξήρχετο ἅμα τοῦ ἐμπορικοῦ, ένῶ ὁ ἔμπορος συνώδευε τόν ἀπερχόμενον Ἀρχιερέα καί τήν ἀκολουθίαν του οὐχί βεβαίως μέ εὐχαριστίας καί κολακευτικούς λόγους.

Πλην του Επισκόπου άλλα μέλη της Εφορείας που συναντήσαμε σε διάφορα κείμενα είναι οι: Αγγελιδάκης Μάρκος (1862), Ασκουτσάκης Χαρίλαος (1868), Βαρούχας Λεωνίδας Σ. (1871), Βεβελάκης Αντώνιος Χ. (1862), Βερνάρδος Νικόλαος Γ. (1883), Βούλγαρης Ιωάννης (1892,1893), Δάνδολος Αντώνιος M. (1887,1890), Δάνδολος Νικόλαος Γ. (1862), Δάνδολος Στυλιανός Ν. (1873,1883), Δρανδάκης Βασίλειος Γ. (1873), Δρανδάκης Νικόλαος (1869), Ζανιδάκης (ή Τζανιδάκης) Δημήτριος Κ. (1883,1885,1887), Ζαχαράκης Ε. (1894), Καλομενόπουλος Δημήτριος Γ. (1864), Καλομενόπουλος Ιωάννης Δ. (1889,1890,1893,1894), Καλομενόπουλος Ιωάννης Α. (1868), Καλομενόπουλος Ιωάννης Μ. (1869), Καυγαλάκης Ιωάννης (1894), Κορωνάκης Ιωάννης (1865),

Εικ. 5: Το λιθογραφημένο σχέδιο του Αντ. Βεβελάκη.
Κορωνάκης Στυλιανός (1864), Κούνουπας Χαράλαμπος Ι. (1873,1892), Λαμπρόπουλος (Μουσούρος) Στυλιανός (1862), Μανουσάκης Βασίλειος (1865), Μανουσάκης Δημήτριος (1869), Παπαδάκης Αριστείδης Π. (1868,1871), Παπαδάκης Εμμανουήλ Π. (1864,1869), Παπαδάκις Θεμιστοκλής Γ. (1883,1887, 1889, Πατρικαλάκης Εμμανουήλ (1864), Πενθερουδάκης Χαράλαμπος (1871), Πετυχάκης Μίνως Εμμ. (1889,1890), Πετυχάκης Στυλιανός Π. (1865,1868), Σαριδάκης Γεώργιος (1864,1871), Σιγανός Ιωάννης (1862), Σκουλούδης Μάρκος (1873), Τσιριμονάκις Χαρίδημος (1868), Τσουδερός Ιωάννης (1892,1893), Χαμαράκης Χρήστος Δ. (1862,1873), Χιονάκης Δημήτριος Μ. (1865), Ψαρουδάκης Κωνσταντίνος (1864).

Πού στεγαζόταν η Δημογεροντία και η Εφορεία;

Ενώ, σε γενικές γραμμές, γνωρίζουμε τη δράση της Δημογεροντίας και της Τμηματικής Εφορείας, δεν γνωρίζουμε, ή τουλάχιστον δεν προκύπτει από κάπου σαφώς, πού ακριβώς στεγάζονταν. Το μόνο που προκύπτει από διάφορες αναφορές είναι ότι στεγάζονταν κάπου γύρω από τον Μητροπολιτικό Ναό. Μάλιστα ο Νικ. Σταυράκης στην Στατιστική του αναφέρει ότι στον περίβολο του ναού των Εισοδίων υπάρχουσι σχολεία αρρένων και θηλέων και το κατάστημα της δημογεροντίαςΜπορεί να πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που λειτουργούσε η Δημογεροντία, όμως φαίνεται ότι διατηρήθηκε στην συλλογική μνήμη της Ρεθεμνιώτικης κοινωνίας τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1940. 

Δύο παλαιοί Ρεθεμνιώτεςviii, που μεγάλωσαν στη συνοικία της Μητρόπολης και τους οποίους ρώτησα, μου δήλωσαν με βεβαιότητα ότι η είσοδος της Δημογεροντίας βρισκόταν απέναντι από το σημείο που σήμερα βρίσκονται τα γραφεία του μητροπολιτικού ναού. Έτσι όταν προ καιρού είδα τη φωτογραφία (Εικ. 4)ix, όπου στο βάθος διακρίνεται το καμπαναριό της Μητρόπολις αντιλήφθηκα ότι πρόκειται για την νότια είσοδο του παλαιού μητροπολιτικού συγκροτήματος, αλλά και για την είσοδο της Δημογεροντίας και της Τμηματικής Εφορείας.

Εικ. 6: Η αίθουσα των Τριών Ιεραρχών από ΝΑ.
Αριστερά σε πρώτο πλάνο η ΒΑ γωνία του
Επισκοπείου. 

Εικ. 7:Η αίθουσα των Τριών Ιεραρχών από ΒΑ
Στο λιθογραφημένο σχέδιο του ζωγράφου-αγιογράφου Αντωνίου Βεβελάκη (1819-1914), στο οποίο γίνεται αναφορά στα κτίσματα που περιβάλλουν τον μητροπολιτικό ναό, δεν αναφέρεται η Δημογεροντία, ίσως επειδή το σχέδιο έγινε κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της. Στην κάτω δεξιά γωνία του σχεδίου (Εικ. 5) εικονίζεται αρχιερατική πομπή, η οποία φαίνεται να έχει εισέλθει από το θολωτό πέρασμα που οδηγεί στο εσωτερικό της νότιας αυλής του ναού. Το κτίσμα πάνω από το θολωτό πέρασμα, που εφάπτεται δυτικά με την αίθουσα των Τριών Ιεραρχών, υποστηρίζω ότι ήταν τα γραφεία της Δημογεροντίας και της Τμηματικής Εφορείας. Υπάρχει μια φωτογραφία (Εικ. 6), που την τοποθετώ στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, όπου εικονίζεται η αίθουσα των Τριών Ιεραρχών από ΝΑ τραβηγμένη μπροστά από τον ναό του Αγίου Αντωνίου. Οι εικονιζόμενοι στη φωτογραφία πρέπει να είναι μαθητές με τον δάσκαλό τους, δεδομένου ότι για μεγάλο διάστημα η αίθουσα στέγαζε το δημοτικό σχολείο της πόλης, γι’ αυτό άλλωστε ονομαζόταν και Αίθουσα της Δημοτικής Σχολής. Στο βάθος, ανάμεσα στην αίθουσα των Τριών Ιεραρχών και το καμπαναριό, ξεχωρίζει το κτίριο της Δημογεροντίας, το οποίο μάλιστα υπερβαίνει σε ύψος την αίθουσα των Τριών Ιεραρχών. Στην επόμενη φωτογραφία (Εικ. 7) φαίνεται η βόρεια πλευρά της αίθουσας των Τριών Ιεραρχών και το ισόγειο του κτιρίου που μας απασχολεί χωρίς να φαίνεται ο όροφος. Φαίνεται όμως καθαρά το θολωτό διαβατικό, που είδαμε στο σχέδιο Βεβελάκη. 

Εικ. 8: Η φωτ. αριστερά είναι του 1921 και προέρχεται από το αρχείο
του Ανδρέα Νενεδάκη. Η φωτ. δεξιά είναι του Βασίλη Χαριτάκη
τραβηγμένη περί το 1990.
Σε σχεδιάγραμμα του αείμνηστου δικηγόρου Γεωργίου Β. Δρανδάκη με την κάτοψη του μητροπολιτικού ναού και των πέριξ κτισμάτων το εν λόγω κτίσμα αναφέρεται ως διώροφο κτίσμαx χωρίς να αναφέρεται η χρήση του
Στην τελευταία φωτογραφία (Εικ. 8) βλέπουμε δυο εκδοχές του ίδιου δρόμου με διαφορά 70 χρόνων. Στη δεξιά φωτογραφία ο δρόμος έχει διαπλατυνθεί, η πρόσοψη του ναού έχει υποχωρήσει και έχει φανεί το κωδωνοστάσιο.

(Δημοσιεύθηκε στην εφ. Ρέθεμνος, φ. 5/12/2020)


i Σημανδηράκη Ζαχαρένια, Περί Δημογεροντιών Κρήτης, Επιστημονική Επετηρίδα Ι.Μ. Πέτρας και Χερρονήσου, τ. Α’, Νεάπολις 2010, σσ. 233-284.

ii Ο Χάρης Στρατιδάκης στο βιβλίο του Η εκπαίδευση στο Ρέθυμνο θεωρεί ότι το αρχείο λανθάνει. Εγώ δεν θα συμμεριστώ την αισιοδοξία του και το θεωρώ οριστικά απωλεσθέν.

iii Ο Καλλίνικος έπασχε από χρόνιο νόσημα και το 1867 αναγκάστηκε να αναχωρήσει από το Ρέθυμνο για τη Σύρο και στη συνέχεια για τη Σμύρνη, όπου και πέθανε τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο του 1868.

iv Ο Δήμος Ρεθύμνης έχει δώσει το όνομά του σε δρόμο της παλιάς πόλης του Ρεθύμνου.

v Δρανδάκη Ν. Β., «Ειδήσεις περί των σχολείων Ρεθύμνης κατά το δεύτερον τέταρτον του 19ου αιώνος», Κρητικά Χρονικά, τ. 4, σσ. 21-64.

vi Καμηλάκη Χαραλάμπου, Ο Μητροπολιτικός Ιερός Ναός τα Εισόδια της Θεοτόκου Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 1999, σσ. 290-317.

vii Πρεβελάκι Μιχαήλ, «Περί ιδρύσεως, λειτουργίας και διοικήσεως των κοινών της πόλεως Ρεθύμνης Καταστημάτων κατά την από του 1843–1892 πεντηκονταετίαν», εφ. Κρητική Επιθεώρησις, φ. 6/12/1935 κ.ε. (17 συνέχειες).

viii Ο πρόσφατα αποθανών Λεωνίδας Καούνης και ο κ. Βασίλης Παπαβασιλείου.

ix Η φωτογραφία ανήκει στο αρχείο του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ρεθύμνης και ευχαριστώ τους υπεύθυνους του Μουσείου που μου επέτρεψαν να τη δημοσιεύσω.

x Χαραλάμπου Κ. Καμηλάκη, Ο Μητροπολιτικός Ιερός Ναός Τα Εισόδια της Θεοτόκου Ρεθύμνου και τα περί αυτόν κτίσματα και παρεκκλήσια, Ρέθυμνο 1999, σελ. 51.