Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2021

ΜΑΝΟΥΗΛ ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ ο Κρης

 Μανουήλ Βερνάρδος ο Κρης

Το όνομα Η καταγωγή

Ο Μανουήλ (Εμμανουήλ) Βερνάρδος (1777-1852) είναι τέκνο της Ρεθεμνιώτικης γης με ενεργό συμμετοχή τόσο στα προεπαναστατικά όσο και στα επαναστατικά και μετεπαναστατικά πράγματα της Ελλάδας (εικ. 1). Υπήρξε πολυσχιδής προσωπικότητα με μεγάλη πατριωτική δράση. Όμως ο σκοπός του παρόντος δημοσιεύματος δεν είναι να παρουσιάσει τη βιογραφία του Μ. Βερνάρδου, την οποία άλλωστε έχει κάνει εξαντλητικά ο εγγονός του Περικλής Ρεδιάδης[1], αλλά είναι να αποκαταστήσει δύο ανακρίβειες που η μια αφορά στο όνομα και η δεύτερη στην καταγωγή του.

Εικ. 1: Πορτραίτο του Μανουήλ
 Βερνάρδου, που δημοσίευσε
 ο εγγονός του Π. Ρεδιάδης

Το όνομα

Είναι προφανές ότι το όνομα Βερνάρδος είναι λατινογενές και απαντάται σε όλες σχεδόν τις χώρες της Δύσης, είτε ως βαπτιστικό είτε ως επώνυμο. Έτσι έχουμε στην Ιταλία και στις ισπανόφωνες χώρες τον τύπο Bernardo, ενώ στις αγγλόφωνες και γαλλόφωνες τον τύπο Bernard. Ακόμη και Άγιος Βερνάρδος υπάρχει, γνωστός σε εμάς από τα σκυλιά του.

Εδώ στην Ελλάδα απαντάται ως επώνυμο με τους τύπους Βερνάρδος, Βερνάδος και Βενάρδος με τα αντίστοιχά τους σε –άκης Βερναρδάκης, Βερναδάκης και Βεναρδάκης. Η αποβολή του ενός από τα δύο «ρ» στα επώνυμα  Βερνάδος και Βενάρδος είναι προφανές ότι οφείλεται στη δυσκολία εκφοράς δύο «ρ» σε δύο συνεχόμενες συλλαβές στην ίδια λέξη σε συνδυασμό με τα δυσπρόφερτα «ρν» και «ρδ». Ο ορθός τύπος Βερνάρδος είναι γενικά ο πιο συνήθης, όμως στην περιοχή του Ρεθύμνου απαντάται ικανός αριθμός και του τύπου Βερνάδος.

Εικ. 2: Η λανθασμένη πινακίδα
Γνωρίζοντας ότι ο Μανουήλ Βερνάρδος χρησιμοποιούσε τον ορθό τύπο του ονόματός του, με ξένισε το γεγονός ότι η αγαπητή μου Εύα Λαδιά χρησιμοποίησε σε πρόσφατο δημοσίευμά της τον τύπο Βερνάδος[2] και μάλιστα στον τίτλο. Γνωρίζοντας επίσης ότι η κ. Λαδιά είναι  πολύ προσεκτική στα κείμενά της, έψαξα λίγο περισσότερο το θέμα και διαπίστωσα ότι με το δίκιο της χρησιμοποίησε τον λανθασμένο τύπο Βερνάδος. Επισκέφθηκα τον δρόμο, στον οποίο ο Δήμος έχει δώσει το όνομα του Βερνάρδου (Για όσους δεν το γνωρίζουν είναι ο δρόμος που βρίσκεται το Ωδείο και το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο και ο οποίος ενώνει την πλατεία Τίτου Πετυχάκη με την οδό Νικηφόρου Φωκά) και διαπίστωσα ότι στις πινακίδες οδοσήμανσης αναγράφεται  ο λανθασμένος τύπος του ονόματος, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία που δημοσιεύω εδώ (εικ. 2). Επειδή η λανθασμένη αναγραφή του ονόματος ήταν πιθανό να οφειλόταν σε λάθος του επιγραφοποιού αποφάσισα να ψάξω βαθύτερα το θέμα. Κατέφυγα στο αρχείο των αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου[3] και βρήκα ότι με την απόφαση 109 (27-8-1956) η οδός Κολοκοτρώνη μετονομάστηκε σε Μανουήλ Βερνάδου (εικ. 3). 

Εικ. 3: Λεπτομέρεια της απόφασης μετονομασίας

Επομένως με βάση αυτήν την απόφαση και οι πινακίδες του δρόμου είναι σωστές και η Εύα Λαδιά είναι σωστή και ο αείμνηστος Αντώνης Τζανιδάκης στα Ρεθυμνοδωνυμικά[4] του είναι σωστός. Η απόφαση όμως στην οποία στηρίχτηκαν όλοι είναι λάθος. Ίσως ο εισηγητής ή ο πρακτικογράφος έγραψε λάθος το όνομα και έκτοτε παρέμεινε έτσι.

Εικ. 4: Η υπογραφή του
Βερνάρδου σε ψήφισμα
 της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης
στην Τροιζήνα το 1827
.

 Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πρέπει να μείνει έτσι εσαεί. Θα πρέπει να γίνει διόρθωση η οποία δεν νομίζω ότι θα έχει ιδιαίτερο οικονομικό και γραφειοκρατικό κόστος.

Ο Μανουήλ Βερνάρδος πουθενά δεν αναφέρεται ως Βερνάδος ούτε στη βιογραφία του Ρεδιάδη ούτε στις εγκυκλοπαίδειες. Κυρίως όμως, ούτε ο ίδιος χρησιμοποίησε ποτέ το επώνυμο Βερνάδος. Στο πλήθος των κειμένων, που φέρουν την υπογραφή του υπογράφει ως Βερνάρδος. Στα επισημότερα έγγραφα που φέρουν την υπογραφή του, δηλαδή στα ψηφίσματα των δύο εθνοσυνελεύσεων που πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος της Κρήτης, δηλαδή σ’ αυτήν Τροιζήνας το 1827 και αυτήν του Άργους το 1829, υπογράφει ως Μ. Βερνάρδος (εικ. 4).

Η καταγωγή

Ο Ρεδιάδης, που είναι η κύρια πηγή των βιογραφικών πληροφοριών για τον Βερνάρδο, αναφορικά με τον τόπο γέννησής του αναφέρει επί λέξει: «Ο Μανουήλ Ι. Βερνάρδος εγεννήθη εν Ρεθύμνη…». Αυτή η βεβαιότητα, που εκφράζεται μέσα από αυτήν την κατηγορηματική δήλωση, δεν στηρίζεται σε κάποιο απτό στοιχείο, αλλά σε ένα συλλογισμό χωρίς βάση. Ότι δηλαδή οι Βερνάρδοι ήταν οικογένεια ευγενών και ως τέτοια δεν καταγόταν από χωριό αλλά από το Ρέθυμνο που ήταν το κέντρο των ελληναρχόντων και της παιδείας στην Κρήτη, επομένως και ο  Μανουήλ Βερνάρδος, ως γόνος μια τέτοιας οικογένειας, καταγόταν από την πόλη του Ρεθύμνου! Νομίζω ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να σταθεί ως ιστορικό επιχείρημα. Αντίθετα αρκετά στοιχεία δείχνουν ότι πέρασε τα παιδικά του χρόνια και έμαθε τα πρώτα γράμματα στην επαρχία Αμαρίου δίπλα στον πατέρα του που ήταν ιερωμένος και στον θείο του Επίσκοπο Λάμπης Μεθόδιο Συλιγάρδο, ο οποίος κατακρεουργήθηκε από τους Τούρκους το 1793 παρουσία του Μανουήλ. Επομένως το πιο πιθανό είναι ο Μανουήλ Βερνάρδος να γεννήθηκε σε κάποιο χωριό της επαρχίας Αμαρίου, με τους περισσότερους μελετητές να υιοθετούν την άποψη ότι γεννήθηκε στο Νευς Αμάρι.

·         Η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια[5] του Ρεθεμνιώτη Παύλου Δρανδάκη στο λήμμα Βερνάρδος Μανουήλ, το οποίο υπογράφει ο ιστορικός Β.Β.Σ. (Βασίλειος Βλ. Σφυρόερας) αναφέρει ως τόπο γέννησης το Ρέθυμνο προφανώς αντιγράφοντας τον Ρεδιάδη, τον οποίο αναφέρει πρώτο στη βιβλιογραφία που ακολουθεί το λήμμα.

·         Ο καλός κρητολόγος αείμνηστος Ελευθέριος Πλατάκης σε δημοσίευμά του στο περιοδικό «Αμάλθεια» του Λασιθίου[6] πολύ λογικά, αφού δεν προκύπτει από πουθενά ο ακριβής τόπος γέννησης, αναφέρει ότι «εγεννήθη εις το Ρέθυμνον (την πόλιν ή εις χωρίον της επαρχίας Αμαρίου…)».

·         Ο Ανδρέας Νενεδάκης σε δημοσίευμά του το 1984 με τίτλο «Μανουήλ Ι. Βερνάρδος από το Νεφς Αμάρι»[7], σπεύδει από τον τίτλο του κειμένου του να μας διαβεβαιώσει ότι ο Βερνάρδος γεννήθηκε στο Νευς Αμάρι, χωρίς και αυτός να τεκμηριώνει αυτόν το ισχυρισμό.

·         Ο καθηγητής Αλέξης Πολίτης σε ανακοίνωσή του στο Ζ΄ Κρητολογικό Συνέδριο[8], δεν αναφέρει τόπο γέννησης του Μ. Βερνάρδου, αποφεύγοντας να υιοθετήσει το κείμενο Ρεδιάδη, το οποίο κατά τη γνώμη του «χρειάζεται προσοχή σε αρκετά σημεία».

·         Τον Αύγουστο του 1995 πραγματοποιήθηκε στο Νευς Αμάρι ομιλία για τη ζωή και το έργο του Μανουήλ Βερνάρδου με ομιλητή τον φιλόλογο Μιχάλη Τρούλη[9]. Ο ομιλητής, στο σημείο που αναφέρεται στη γέννηση του Βερνάρδου δηλώνει ρητά και κατηγορηματικά ότι «γεννήθηκε στο Νεφς Αμάρι Ρεθύμνου το 1777», χωρίς όμως να μας λέει από πού αντλεί την πληροφορία.

Εικ. 5: Η πρώτη έκδοση
 της συλλογής Φωριέλ
.
·         Η Εύα Λαδιά στο δημοσίευμά της, που αναφέρθηκε στην αρχή, συντάσσεται με την άποψη ότι γεννήθηκε στο Νευς Αμάρι, χωρίς όμως να τεκμηριώνει αυτήν την άποψη.

Το 2003 ο Στέργιος Μανουράς, ο οποίος επί πολλά χρόνια ασχολείται με την επανάσταση του 1821 και ιδιαίτερα με τον Μανουήλ Βερνάρδο, παρουσιάζει μια καινοφανή άποψη, αναφορικά με τον τόπο γέννησης του Βερνάρδου. Συγκεκριμένα δημοσιεύει στο περιοδικό Κρητολογικά Γράμματα[10] μικρές βιογραφίες 105 Ρεθεμνιωτών λογίων, όπου πρώτος είναι ο Μ. Βερνάρδος με τόπο γέννησης το Αποσέτι (Πετροχώρι) Αμαρίου. Την άποψη αυτή την υιοθετεί ο αείμνηστος Γ.Π. Εκκεκάκης στους «Ρεθεμνιώτες»[11] του, όπου στο λήμμα Βερνάρδος Μανουήλ αναφέρει ως τόπο γέννησης το Αποσέτι. Την απορία για το πώς προέκυψε ξαφνικά το Αποσέτι ως τόπος γέννησης του Βερνάρδου μας λύνει ο ίδιος ο Στέργιος Μανουράς στο άρθρο του «Στιχουργήματα του Μανουήλ Βερνάρδου…», που δημοσίευσε το 2019 στον τιμητικό τόμο για τον Σταμάτη Αποστολάκη[12]. Εκεί, ανάμεσα σε άλλα στιχουργήματα του Βερνάρδου, αναφέρεται και στην έμμετρη ιστορία του Γιώργη Βέργα (Σκατόβεργα), όπου στην τελευταία στροφή του ποιήματος δηλώνεται ποιος είναι ο ποιητής:

Υἱός τοῦ παππᾶ Ἱερώνυμου, Σετιανός Μανόλης,

χαρκιώτης εἶν’ ὁ ποιητής τῆς ἱστορίας όλης.

Εικ. 6: Η εκδοχή Φωριέλ

Το ποίημα δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά από τον Γάλλο Claude Fauriel το 1825[13](εικ. 5&6). Ο πρώτος που πρόσεξε τη σχετική περικοπή ήταν ο Ν.Β. Τωμαδάκης, ο οποίος όμως σε σχετικό άρθρο του το 1980, διαβάζει και ερμηνεύει εντελώς λανθασμένα αυτούς τους δύο τελευταίους στίχους του ποιήματος. Αποδίδει την πατρότητα του ποιήματος σε αγράμματο λυράρη ονόματι Μανόλης Χαρκιώτης με καταγωγή από τη Σητεία[14].

Ο Στ. Μανουράς παραθέτει και άλλη μια παραλλαγή του ποιήματος του Βερνάρδου για τον Γιώργη Βέργα, η οποία προέρχεται από το αρχείο του Παύλου Βλαστού, και η οποία είναι ακόμη πιο σαφής για το ποιός είναι και από πού είναι ο ποιητής[15]:

Ὁ γυιός Παπᾶ Ἱερώνυμου Ἀποσετιανός Μανώλης,

Βερνάρδος εἶν’ ὁ ποιητής τῆς ἱστορίας ὅλης.

Ἐν Βενετίᾳ 1824 Φεβρουαρίου 10 (εικ.7).

Εικ. 7: Η εκδοχή Π. Βλαστού

 Οι μικρές διαφορές μεταξύ των δύο κειμένων (του Φωριέλ και του Βλαστού), στους δυο ακροτελεύτιους στίχους του ποιήματος, κατά τη γνώμη μου οφείλονται στο γεγονός ότι ο Βερνάρδος ήθελε να διατηρήσει την ανωνυμία του στο κείμενο που έδωσε στον Fauriel, και στη θέση του επωνύμου Βερνάρδος έβαλε τη λέξη χαρκιώτης, που κατά τη γνώμη μου σημαίνει αυτόν που ασχολείται με τα χάλκινα τυπογραφικά στοιχεία και κατ’ επέκταση τον τυπογράφο. Σε κάθε περίπτωση προκύπτει σαφώς, κατά ρητή δήλωση του ίδιου του Βερνάρδου ότι ο τόπος γέννησής του είναι το Αποσέτι.

(Δημοσιεύθηκε στην εφ. Ρεθεμνιώτικα Νέα την 25/10/2021).

[1] Π. Ρεδιάδης, «Μανουήλ Βερνάρδος ο Κρης», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, τομ. Α΄(1938), σ. 62-116.

[2] Εύα Λαδιά, «Μανουήλ Βερνάδος: Θυσίασε τα πάντα για την ελευθερία», Ρεθεμνιώτικα Νέα, 9/9/2021, σ. 6.

[3] Ευχαριστώ την κ. Γαργερού που πρόθυμα μου χορήγησε ηλεκτρονικά τη σχετική απόφαση.

[4] Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο Ρεθύμνου, Ρεθυμνοδωνυμικά … κάθε δρόμος και μια ιστορία, Ρέθυμνο 1992, σ. 48-49.

[5] Δρανδάκης Παύλος, ΜΕΕ Συμπλήρωμα, τομ. Β΄, σ. 17.

[6] Πλατάκης Ελευθέριος Κ., «Η υπό του Μανουήλ Βερνάρδου του Κρητός μετάφρασις έργου περί Κρήτης του Olfert Dapper», Αμάλθεια, τόμ. Ζ΄, τχ. 29 (1976), σ. 257-271.

[7] Νενεδάκης Ανδρέας, «Μανουήλ Ι. Βερνάρδος από το Νεφς Αμάρι», Εφημ. Αμαριώτικη Φωνή Αθηνών, φ. 18/Απρίλιος-Μάιος 1984.

[8] Πολίτης Αλέξης, «Ο Μ. Βερνάρδος και η συμβολή του στη συλλογή του Φοριέλ», Πεπραγμένα Ζ΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Τομ. Γ1, Ρέθυμνο 1995, σ. 431-447.

[9] Εφημ. Ελευθερία Ρεθύμνης, φ. 10-9-1995, σ. 24.

[10] Μανουράς Στέργιος Μιχ., «Μνήμη εκατόν πέντε Ρεθυμνίων κρητολόγων και λογίων», Κρητολογικά Γράμματα, τ. 18 (2002/2003), σ. 303-344.

[11] Εκκεκάκης Γ.Π., Ρεθεμνιώτες που πέρασαν αφήνοντας ίχνη, Ρέθυμνο 2010.

[12] Μανουράς Στέργιος Μιχ., «Στιχουργήματα του Μανουήλ Βερνάρδου δημοσιευμένα από το 1814 έως το 1846» στο Εγκώμιον Σταμάτη Αποστολάκη, Χανιά 2019, σ. 206-219.

[13] Fauriel C., Chants populaires de la Grèce moderne …, τ. 2, Παρίσι, 1825, σ. 366.

[14] Τωμαδάκης Ν.Β., «Η ρίμα του Γιώργη Βέργα από έναν αγράμματον λυράρην», Αμάλθεια, τχ. 42 (1980), σ. 71-75.

[15] Αρχείο Παύλου Γ. Βλαστού, τ.15, σ. 557-561, Ιστορικό Αρχείο Κρήτης, Χανιά.



Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2021

Ο ζωγράφος της Επανάστασης Θεόδωρος Βρυζάκης και η μυστηριώδης "παρουσία" του στο Ρέθυμνο.

                                 Ο ζωγράφος της Επανάστασης Θεόδωρος Βρυζάκης                                      και η μυστηριώδης "παρουσία" του στο Ρέθυμνο. 


 

Ο Θεόδωρος Βρυζάκης είναι από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα και θεωρείται ο γενάρχης της νεοελληνικής ζωγραφικής. Γεννήθηκε στη Θήβα το 1814 και έζησε ως παιδί τα σκληρά χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα μέχρι την ίδρυση του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Μάλιστα ο πατέρας του, Πέτρος Βρυζάκης, απαγχονίστηκε από τους Τούρκους τον Μάιο του 1821. Το 1828, ως ορφανό, βρέθηκε μαζί με τον αδελφό του στο ορφανοτροφείο του Καποδίστρια στην Αίγινα. Από εκεί το 1832 με τη συνοδεία του φιλέλληνα Γερμανού φιλόλογου Friedrich Thiersch, μετανάστευσε στο Μόναχο της Βαυαρίας.

Friedrich Thiersch
Εκεί γράφτηκε στο “Πανελλήνιον”, το παιδαγωγικό σχολείο που είχε ιδρύσει ο φιλέλληνας βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος Α’, και στο οποίο συγκεντρώνονταν επιλεγμένα ορφανά Ελλήνων  αγωνιστών της Επανάστασης.  Στο Μόναχο άρχισε να ασχολείται με τη ζωγραφική και δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1844, έγινε δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου λαμβάνοντας, για τα επόμενα έντεκα χρόνια, μέχρι το 1855, την υποτροφία της ελληνικής παροικίας της πόλης. Χάρη σ’ αυτήν την οικονομική στήριξη κατά την δεκαετία 1845–1855, ταξίδεψε και έζησε σε διάφορες πόλεις της Δυτικής Ευρώπης για καλλιτεχνική ενημέρωση, με εξαίρεση τη διετία 1848–1850, κατά την οποία επέστρεψε προσωρινά στην Ελλάδα με σκοπό να μελετήσει την τοπογραφία και τις φυσιογνωμίες που επρόκειτο να απεικονίσει στους πίνακές του. Επιστρέφοντας στο Μόναχο άνοιξε δικό του εργαστήριο και κοντά του δούλεψαν αρκετοί νεαροί μαθητευόμενοι. Έλαβε μέρος σε πολλές διεθνείς εκθέσεις  στην Ευρώπη, όπως στη Βιέννη (1853, Παρίσι (1855), Λονδίνο (1862) και αλλού.

Θεωρείται ο πρώτος καταξιωμένος ζωγράφος της μετεπαναστατικής  Ελλάδος και ο ιδρυτής και θεμελιωτής της λεγόμενης Σχολής του Μονάχου. Πολλά από τα έργα του έγιναν ευρέως γνωστά, γιατί κυκλοφόρησαν ως λαϊκές λιθογραφίες σε πολλά αντίτυπα. Ζωγράφισε κυρίως ελαιογραφίες, που απεικονίζουν σκηνές και πρόσωπα του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.

Τα έργα του Βρυζάκη αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα του ελληνικού ρομαντισμού στη ζωγραφική και αποτυπώνουν με νοσταλγικό τρόπο χαρακτηριστικές εικόνες της Ελληνικής Επανάστασης, εικόνες που μας θυμίζουν τα σχολικά μας βιβλία και τις σχολικές εορτές της 25ης Μαρτίου. Χωρίς καμιά αμφιβολία ο Βρυζάκης είναι ένας από τους κύριους θεμελιωτές της νεότερης ελληνικής ζωγραφικής και συγκαταλέγεται στους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα.

Πέθανε στο Μόναχο το 1878 και κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο της πόλης. Με την διαθήκη του, άφησε κληρονομιά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών τα βιβλία του και όλα τα έργα του ατελιέ του, τα οποία  περιήλθαν τελικά στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδος ύστερα από δωρεά του Πανεπιστημίου.

Τα 4 βιβλία εξωτερικά

Νομίζω ότι είναι καιρός να δικαιολογήσω τον τίτλο αυτού του κειμένου, ο οποίος –για να είμαι ειλικρινής– διατυπώθηκε έτσι για να προκαλέσει το ενδιαφέρον και την περιέργεια του αναγνώστη.

Στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνης υπάρχουν τέσσερα μικρά βιβλία, που η έκταση το καθενός δεν υπερβαίνει τις 100 σελίδες. Τα τρία πρώτα είναι:

·      Η τραγωδία «Ορέστης» του Ιταλού ποιητή Βιττόριο Αλφιέρι (1749-1803). Το θέμα, όπως είναι προφανές, είναι παρμένο από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Το βιβλίο είναι τυπωμένο το 1820 στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας και μάλιστα σε νεοσύστατο τυπογραφείο. Στη σελίδα τίτλου σημειώνεται ότι έχει μεταφραστεί από την Ιταλική, αλλά δεν αναφέρεται ο μεταφραστής. Μια άλλη σημαντική πληροφορία που υπάρχει στη σελίδα τίτλου είναι ότι το έργο «παρεστάθη» για πρώτη φορά στο Θέατρο του Βουκουρεστίου την 21 Νοεμβρίου 1819.

·  

Οι σελίδες τίτλου των 4 βιβλίων
Το δεύτερο βιβλίο είναι η τραγωδία «Φίλιππος» του ίδιου συγγραφέα και είναι πανομοιότυπο με το προηγούμενο σε όλα του τα εκδοτικά χαρακτηριστικά. Παραστάθηκε στο ίδιο θέατρο τον μήνα Μάιο του 1820.

·  Το τρίτο βιβλίο είναι η τραγωδία «Βρούτος» του Βολταίρου. Είναι και αυτό πανομοιότυπο με τα δύο προηγούμενα από εκδοτική άποψη, με μόνη διαφορά ότι μεταφράστηκε σε ιαμβικούς στίχους, χωρίς και πάλι να αναφέρεται ο μεταφραστής. Παραστάθηκε στο ίδιο θέατρο στις 17 Μαρτίου 1820.

Ως προς το περιεχόμενο και τα τρία βιβλία ανήκουν στο λογοτεχνικό είδος της τραγωδίας. Αλλά και ως προς τα εξωτερικά τους εκδοτικά χαρακτηριστικά και τα τρία έχουν σκληρό εξώφυλλο και διαστάσεις 19X11 εκ. Διαφέρουν μόνο ως προς τον αριθμό των σελίδων, αφού το πρώτο έχει 95, το δεύτερο 80 και το τρίτο 91. Εδώ ανακύπτουν πολλά θέματα που θέλουν διερεύνηση και, αν είναι δυνατόν, απάντηση. Τα έργα παραστάθηκαν στην Ελληνική γλώσσα και κατά συνέπεια το κοινό που τα παρακολούθησε γνώριζε ελληνικά και μάλιστα πρέπει να είχε μόρφωση που να του επιτρέπει να παρακολουθήσει παραστάσεις τέτοιου επιπέδου. Επίσης το γεγονός ότι το 1820 ή λίγο πριν συστάθηκε στο Βουκουρέστι ελληνικό τυπογραφείο σημαίνει ότι υπήρχε ακμάζουσα και ευημερούσα ελληνική παροικία. Άλλωστε στην περιοχή τον 18ο και 19ο αιώνα ήταν εγκατεστημένοι πολλοί εύποροι Έλληνες και πολλοί μορφωμένοι Φαναριώτες, από τους οποίους προέρχονταν οι ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας. Μην ξεχνάμε ότι είναι η περιοχή στην οποία προετοιμάστηκε και ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση. Η ίδρυση μάλιστα του τυπογραφείου το 1820 δεν πρέπει να είναι άσχετη με την επερχόμενη έκρηξη της επανάστασης

·  Το τέταρτο βιβλίο είναι το ποιητικό έργο «Η καλύβη» του ζακυνθινού Γεωργίου Κανδιανού Ρώμα. Το βιβλίο έχει διαφορές, αλλά και πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τα τρία προηγούμενα. Τυπώθηκε και αυτό στη Ρουμανία, όχι όμως στο Βουκουρέστι αλλά στη Βραΐλα το 1865, δηλαδή απέχει χρονικά από τα άλλα τρία, 45 ολόκληρα χρόνια. Έχει και αυτό σκληρό εξώφυλλο, 88 σελίδες και σχήμα λίγο μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα. Το τυπογραφείο που τυπώθηκε ονομάζεται «Ένωσις». Ο φίλος Στέργιος Μανουράς που επί χρόνια ασχολείται με το 1821, όταν τον ρώτησα μου απάντησε ότι το «Ένωσις» πιθανότατα αναφέρεται στην ένωση των δύο παραδουνάβιων ηγεμονιών, της Μολδαβίας με πρωτεύουσα το Ιάσιο και της Βλαχίας με πρωτεύουσα το Βουκουρέστι.

Η υπογραφή του Βρυζάκη

Είδαμε ότι τα τέσσερα βιβλία που μας απασχολούν έχουν πολλές ομοιότητες και κοινό χαρακτηριστικό ότι είναι όλα τυπωμένα στη Ρουμανία. Όμως ήλθε η ώρα να σας αποκαλύψω άλλο ένα κοινό χαρακτηριστικό, που ήταν και η αιτία για το παρόν δημοσίευμα. Και εξηγούμαι:  Όλα τα βιβλία που εξετάζουμε φέρουν στη σελίδα τίτλου ιδιόχειρη υπογραφή του Θεόδωρου Βρυζάκη για τον οποίο μιλήσαμε στην αρχή, γεγονός που δείχνει ότι όλα προέρχονται από την προσωπική του βιβλιοθήκη. Η υπογραφή είναι πανομοιότυπη στα τρία πρώτα, δηλαδή αυτά του 1820 και μόνο αυτή του βιβλίου του 1865 διαφοροποιείται κάπως και κυρίως όσον αφορά το γράμμα «θ», το πρώτο γράμμα της υπογραφής.

Ανακύπτει αυθόρμητα η απορία και το ερώτημα «πώς βρέθηκαν αυτά τα βιβλία από το Μόναχο της Βαυαρίας στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Ρεθύμνου;». Η απάντηση δεν είναι εύκολη και οφείλω να ομολογήσω ότι ακόμη δεν είμαι σίγουρος για την απάντηση.

Η πρώτη μου ενέργεια ήταν να ανατρέξω στο Βιβλίο Εισαγωγής της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Ρεθύμνης, δηλαδή το βιβλίο στο οποίο καταχωρούνται όλα τα βιβλία που εισέρχονται στη Βιβλιοθήκη και όπου φαίνεται η προέλευσή τους, καθώς και αν πρόκειται για δωρεά ή αγορά.

Σελίδα του Βιβλίου Εισαγωγής της Δημόσιας
Βιβλιοθήκης Ρεθύμνης, όπου αναγράφονται 2 από
τα τέσσερα βιβλία που μας απασχολούν.

Η έρευνα αυτή επιβεβαίωσε αυτό που από τη αρχή είχα υποθέσει. Τα βιβλία προέρχονταν από τη βιβλιοθήκη του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ρεθύμνης (ΦΣΡ).  Ο ΦΣΡ είναι –κατ’ εμέ– το σημαντικότερο σωματείο του Ρεθύμνου μέχρι σήμερα με τεράστιο, πολύχρονο και πολυσχιδές έργο. Στην εικόνα βλέπουμε μια σελίδα του παλαιότερου Βιβλίου Εισαγωγής της Βιβλιοθήκης, όπου είναι καταγεγραμμένα δύο από τα τέσσερα βιβλία που μας απασχολούν με τους αριθμούς 212 και 216. Στην κάθετη στήλη με τον τίτλο «Εδωρήθη» φαίνεται ότι δωρητής είναι ο ΦΣΡ. Το ίδιο συμβαίνει και για τα άλλα δύο βιβλία που βρίσκονται, όμως, σε άλλη σελίδα του Βιβλίου Εισαγωγής.  

Αγγελία του ΦΣΡ όπου φαίνεται
η δωρεά του Πανεπιστημίου.
Αφού διαπιστώθηκε ότι τα βιβλία προέρχονται από τη βιβλιοθήκη του ΦΣΡ, τώρα θα έπρεπε να διαπιστωθεί πώς και από πού έφτασαν στον Σύλλογο. Αυτό θα ήταν μια εύκολη διαδικασία αν είχε διασωθεί το κατάστιχο όπου καταχωρίζονταν οι δωρεές προς τον ΦΣΡ. Δυστυχώς όμως το κατάστιχο αυτό δεν διασώθηκε, ή τουλάχιστον δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα, αν κάπου λανθάνει. Έτσι ερευνήσαμε τοπικές εφημερίδες των πρώτων χρόνων από την ίδρυση του ΦΣΡ στις οποίες έχει δημοσιευθεί πλήθος δωρεών προς τον ΦΣΡ κυρίως βιβλίων και αρχαιολογικών αντικειμένων. Η έρευνα δεν απέδωσε κάτι, δηλαδή συγκεκριμένη αναφορά στα βιβλία που μας απασχολούν.
Όμως γνωρίζοντας ότι ο Βρυζάκης με τη διαθήκη του άφησε τους πίνακες και τα βιβλία που υπήρχαν στο ατελιέ του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ένιωσα μεγάλη χαρά βλέποντας στην εφημερίδα «Παρρησία» του Ρεθύμνου της 2ας Φεβρουαρίου 1889 ότι το Πανεπιστήμιο Αθηνών δώρισε 120 τόμους βιβλίων στον ΦΣΡ. Θεωρώ σχεδόν βέβαιο ότι ανάμεσα στα 120 βιβλία της δωρεάς ήταν και τα τέσσερα βιβλία με την υπογραφή του Βρυζάκη και για τα οποία γίνεται λόγος στην παρούσα ανακοίνωση και κατά συνέπεια δίνεται απάντηση στο ερώτημα: Πώς έφτασαν τα συγκεκριμένα βιβλία στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνης; Δεν γνωρίζω αν μέσα στη δωρεά των 120 τόμων, του Εθνικού Πανεπιστημίου προς τον ΦΣΡ, υπήρχαν και άλλα βιβλία από τη βιβλιοθήκη του Βρυζάκη, τα οποία στην πορεία χάθηκαν.

Ο πίνακας του Βρυζάκη για την
ολοκαύτωση του Αρκαδίου.
Κλείνοντας νομίζω ότι θα ήταν παράλειψή μου αν δεν ανέφερα άλλη μια πτυχή του έργου του Βρυζάκη, που έχει σχέση με το Ρέθυμνο. Το 1867 συγκλονισμένος από το γεγονός της ολοκαύτωσης του Αρκαδίου την απέδωσε σε ζωγραφικό πίνακα, όπου στη θέση του πυρπολητή εικονίζεται ένας ιερωμένος, πιθανόν ο Ηγούμενος της μονής. Πρέπει να είναι η πρώτη αναπαράσταση του Αρκαδικού δράματος σε ζωγραφικό πίνακα, αφού φιλοτεχνήθηκε μόλις μερικούς μήνες μετά την ολοκαύτωση.

 

Πηγές:

· Αγγελοπούλου Άννα, Ο ρομαντισμός στην ελληνική ζωγραφική: Πίνακες του Θ. Βρυζάκη με θέμα την ελληνική (http://annagelopoulou.blogspot.com/2012/03/blog-post_22.html).

· Βακαλόπουλος Απόστολος,  Έλληνες Ζωγράφοι,τ. Ι, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1972, σελ. 64, κ.ε.

· Λυδάκης Στέλιος, Έλληνες Ζωγράφοι,τ. Ι, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1972, σελ. 72, κ.ε.

· Ντούρου Αγγελική, Θεόδωρος Βρυζάκης: Ο ζωγράφος της Ελληνικής Επανάστασης (https://a8inea.com/theodoros-vryzakis-epanastasi/).

· Σπετσιέρη-Beschi Κατερίνα, “Εκατό χρόνια από το θάνατο του Θ.Π. Βρυζάκη”, Μυριόβιβλος Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη (http://www.myriobiblos.gr/).

· Διαδίκτυο.

 

(Δημοσιεύθηκε στα πρακτικά της ημερίδας Το 1821 και το Ρέθυμνο, Ρέθυμνο ΙΛΜΡ 2021, σσ. 11-17) και στην εφ. Ρέθεμνος, φ. 1086/16-10-2021.

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2021

ΜΕΣΑΜΠΕΛΙΤΙΣΣΑ: Η ιστορία του Ρεθεμνιώτικου Νεκροταφείου

 H ΜΕΣΑΜΠΕΛΙΤΙΣΣΑ

(Η ιστορία του Ρεθεμνιώτικου Νεκροταφείου)

 

Η Μονή της Παναγίας της Μεσαμπελίτισσας

Η λέξη «Μεσαμπελίτισσα» είναι γνωστή και οικεία στους παλιούς Ρεθεμνιώτες και παραπέμπει στο νεκροταφείο της πόλης του Ρεθύμνου με το οποίο έχει γίνει συνώνυμη. Όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Πολύ παλιά, την εποχή της Βενετοκρατίας, η λέξη «Μεσαμπελίτισσα» παρέπεμπε στον ναό της Παναγίας στην περιοχή του σημερινού νεκροταφείου και ήταν ένας από τους δεκάδες επιθετικούς προσδιορισμούς, που συνηθίζουν οι Έλληνες να δίνουν στην Παναγία. 

Εικ. 1: Σχεδιάγραμα – χάρτης του
 
Ρεθύμνου έτους 1618, του. Basilicata

Είναι προφανές ότι το όνομα προέκυψε επειδή ο ναός ήταν χτισμένος ανάμεσα στα αμπέλια. Άλλωστε οι εκτάσεις που εκτείνονταν νότια του χερσαίου τείχους της πόλης ήταν καλλιεργήσιμες, όπως φαίνεται στα σχέδια της εποχής. Μάλιστα σε επιχρωματισμένο σχέδιο του Fr. Basilicata του έτους 1618 εικονίζονται πράσινες εκτάσεις που χαρακτηρίζονται orti (περιβόλια) (Εικ. 1). Σε λεπτομέρεια του ίδιου σχεδίου του Basilicata φαίνεται ο ναός της Μεσαμπελίτισσας, ο οποίος περιβάλλεται από σειρά κελιών, πράγμα που σημαίνει ότι επρόκειτο για μοναστήρι, κατά πάσα πιθανότητα καθολικό (Εικ. 2). Άλλωστε και ο ίδιος ο Basilicata κάτω από τη λέξη Sa Maria επεξηγεί ότι πρόκειται για convento di Monache, δηλαδή για μοναστήρι καλογραιών[1]

Εικ. 2: Λεπτομέρεια της εικ. 1, όπου φαίνεται το
μοναστήρι της Παναγίας της Μεσαμπελίτισσας 
και
ο λόφος του Φουρκοκέφαλου (Σήμερα Τ. Σταυρού).
 

Επίσης από πράξεις των νοταρίων του Ρεθύμνου Τζώρτζη Τρωΐλου[2] και Τζώρτζη Πάντιμου[3] προκύπτει ότι πρόκειται για γυναικείο μοναστήρι. Μάλιστα στην πράξη 205 του Πρωτοκόλλου του Πάντιμου αναφέρεται επιλέξει: Πήγα εγώ ο νοτάριος στο μοναστήρι της Παναγίας της Μεσαμπελίτισσας, έξω από τα τείχη της πόλης… Αλλά και ο Z. Magagnato σε σχεδιάγραμμα του 1559 σημειώνει τον ναό με την ένδειξη S. Maria Mesoampelitissa. Βλέπουμε λοιπόν ότι το όνομα (προσωνύμιο) Μεσαμπελίτισσα απαντάται τουλάχιστον από τα μέσα του 16ου αιώνα, γεγονός που μας επιτρέπει να υποθέσουμε βάσιμα ότι είναι πολύ παλαιότερο, αν και δεν έχουμε γραπτές πηγές να το στηρίξουμε. Το σίγουρο πάντως είναι πως εκείνη την εποχή δεν ήταν νεκροταφείο, χωρίς να μπορούμε να αποκλείσουμε την ταφή κάποιων ανθρώπων μέσα ή γύρω από το μοναστήρι, όπως συνηθιζόταν τότε.

Εικ. 3: Το εσωτερικό του ναού του νεκρο-
ταφείου, όπου βρέθηκε πλήθος τάφων.
Προς αυτό το συμπέρασμα συνηγορεί και η πρόσφατη εύρεση πολλών τάφων στο εσωτερικό του ναού της Μεσαμπελίτισσας, που σήμερα είναι αφιερωμένος στη Ζωοδόχο Πηγή και στον Άγιο Δημήτριο (Εικ. 3). Για την παλαιότητα των τάφων αναμένεται να αποφανθεί η Αρχαιολογική Υπηρεσία. Κατά την πολιορκία του Ρεθύμνου από τους Τούρκους το 1646 η περιοχή της Μεσαμπελίτισσας έγινε θέατρο συγκρούσεων και σημείο συγκέντρωσης των τουρκικών στρατευμάτων, απ’ όπου ξεκινούσαν οι επιθέσεις κατά του φρουρίου της Φορτέτζας. Και ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής δεν παρέλειψε να απαθανατίσει τη Μεσαμπελίτισσα στον περίφημο Κρητικό Πόλεμο με τον στίχο:

«Κ’ ες τήν Μεσαμπελίτισσαν κ’ εχ’ να φορτίνι,

ες τά χαράκια τά ψηλά, καί ‘χούγιαξαν κ’ κενοι».

Η ίδρυση του νεκροταφείου (1701)

Μετά την κατάκτηση του Ρεθύμνου από τους Τούρκους, είναι προφανές ότι το μοναστήρι έπαψε να λειτουργεί και ο ναός της Παναγίας εγκαταλείφθηκε και ερειπώθηκε. Το πότε, όμως, και το πώς ιδρύθηκε το νεκροταφείο του Ρεθύμνου το μαθαίνουμε από δύο έγγραφα του Ιεροδικείου Ρεθύμνης, που δημοσίευσα το 1995[4]. Συγκεκριμένα τά έγγραφα με αριθμό 139 και 219 του τόμου αναφέρονται στην ίδρυση του νεκροταφείου. Το πρώτο με χρονολογία 27 Μαΐου 1701 αναφέρει ότι οι Ρεθεμνιώτες χριστιανοί Αλέξανδρος και Παναγιώτης (δυστυχώς δεν αναφέρονται επώνυμα) αγοράζουν από την Οθωμανίδα Φατουμέ του Μαχμούτ στην περιοχή Τοπ Αλτί[5] “χωράφι ως έγγιστα τριών και ημίσεως μουζουρίων[6] εντός του οποίου ευρίσκεται εκκλησία με το όνομα Παναγιά ημιερειπωμένη”. Στη συνέχεια αναφέρουν ότι το συγκεκριμένο χωράφι το αφιερώνουν “διά τους κατοίκους Ρεθύμνης και δια τους πτωχούς ξένους, ίνα όσοι αποθνήσκουν θάπτωνται εις την περιοχήν αυτήν και είμεθα διαχειρισταί μέχρι του θανάτου μας...”.

Εικ. 4: Λεπτομέρεια του χάρτη
 
του G. Wilkinson έτους 1850.
Το δεύτερο έγγραφο, με χρονολογία 14 Οκτωβρίου 1723, αναφέρεται στην προσπάθεια του ανωτέρω Αλέξανδρου να οικειοποιηθεί το εν λόγω χωράφι που αγοράστηκε με χρήματα των χριστιανών του Ρεθύμνου. Το δικαστήριο τον καταδικάζει και τον αποβάλλει από το συγκεκριμένο χωράφι. Το έγγραφο αυτό μας δίνει και μια σημαντική ιστορική πληροφορία, που δεν ξέρω αν προκύπτει από άλλη πηγή. Μας πληροφορεί ότι το 1703[7] ενέσκηψε χολέρα στο Ρέθυμνο και “επειδή οι κατοικούντες εις την πόλιν πτωχοί αραγιάδες δεν είχον ωρισμένον μέρος προς ενταφιασμόν πολλοί έμεναν τέσσαρες και πέντε ημέρες εις τα σπίτια των άταφοι”, αγοράσθηκε το εν λόγω χωράφι για να ενταφιάζονται οι φτωχοί χριστιανοί. Από την ίδρυσή του (1701) το νεκροταφείο συνέχισε να λειτουργεί αδιάλειπτα μέχρι τις μέρες μας. Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα συνυπήρχε και γειτνίαζε με τον τόπο περιθωριοποίησης των λεπρών του Ρεθύμνου, που ονομαζόταν Μεσκινιά ή Λωβοχώρι. Μάλιστα ο Βρετανός G. Wilkinson σε χάρτη του 1850 σημειώνει τα δύο σημεία με τις λέξεις Messabeletissa και Meshinariah. Λίγο βορειοδυτικά σημειώνεται το Εβραϊκό νεκροταφείο στη θέση του σημερινού ΚΤΕΛ με την ένδειξη Jewish Burial Grd. (Εικ. 4).

Ανακαίνιση του νεκροταφείου (1884-1888)

Σχεδόν δυο αιώνες από την ίδρυσή του νεκροταφείου, τη δεκαετία του 1880 αποφασίζεται ή ανακαίνιση και η επέκτασή του, επειδή προφανώς είχε κορεστεί, αν και οι Χριστιανοί κάτοικοι της πόλης ήταν λίγοι σε σχέση με τους Οθωμανούς[8]. Το 1884 με πρωτοβουλία του επισκόπου Ρεθύμνης Ιερόθεου Μπραουδάκη συστάθηκε ερανική επιτροπή “πί τ σκοπ το νά εσπρξ κουσίας εσφοράς ... πρός τόν σκοπόν το καλλωπισμο, τς πεκτάσεως καί τς ριζικς διαρρυθμίσεως το νεκροταφείου τ

Εικ. 5: Ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής με ένα κλίτος.
Σε πρώτο πλάνο οι σταυροί των Ρωσικών τάφων
και  στο βάθος ο λόφος του Τιμίου Σταυρού
ς πόλεως ταύτης”[9]. Την επιτροπή αποτελούσαν οι: Π. Πετυχάκης, Νικόλαος Σιράγας, Βασίλειος Σταματάκης, Κωνστ. Καυγαλάκης και Δημήτριος Ζαννιδάκης. Στη λογοδοσία της η επιτροπή αναφέρει ότι εισπράχθηκαν συνολικά 12.802 γρόσια. Τα χρήματα αυτά, με απόφαση της Τμηματικής Εφορείας Ρεθύμνης, δεν διατέθηκαν για τον σκοπό για τον οποίο εισπράχτηκαν, δηλαδή για την ανακαίνιση και επέκταση του νεκροταφείου, αλλά για την αγορά του οικοπέδου και την ανέγερση του ναού της Αγίας Βαρβάρας. Παρόλα αυτά δεν αποκλείεται να έγινε κάποια ανακαίνιση ή επέκταση του νεκροταφείου, αλλά δεν έχω υπόψη μου κάποια γραπτή μαρτυρία. Για την ιστορία παραθέτω μερικά ονόματα αυτών που έδωσαν τα περισσότερα χρήματα: Επίσκοπος Ρεθύμνης 500 γρόσια, Μαυρατζάκης Μανούσος 428, Λαμπρόπουλος ή Μουσούρος Στυλιανός 423, Τριφύλλης Θεόδωρος 423, Πετυχάκης Εμμανουήλ 321, Σκουλούδης Αντώνιος 321, Χαμαράκη Αδελφοί 225, Δάνδολος Ιωάννης 214, Πετυχάκης Κωνσταντίνος 214, Τσουδερός Ιωάννης 214. Ακολουθεί πλήθος ονομάτων με μικρότερα ποσά, όμως λόγω χώρου δεν είναι δυνατόν να παρατεθούν όλα.

Οι Ρώσοι

Εικ. 6: Ό,τι απέμεινε από
τους τάφους των Ρώσων.
Είναι γνωστό ότι ένας αριθμός Ρώσων στρατιωτών παρέμεινε στο Ρέθυμνο επί μια δεκαετία και πλέον (1897-1909) ως εγγυήτρια δύναμη. Μάλιστα τα πρώτα χρόνια (1898-1899) άσκησαν και την πολιτική διοίκηση του Νομού Ρεθύμνης μέχρι να αναλάβουν οι τοπικές πολιτικές αρχές. Κατά τα χρόνια της Ρωσικής διοίκησης έγιναν πολλά έργα, αλλά δεν είναι της παρούσης να αναφερθούν εδώ. Εδώ θα γίνει αναφορά μόνο σε ότι έχει σχέση με το νεκροταφείο του Ρεθύμνου. 

Ο Ρώσος διοικητής συνταγματάρχης Θ. Ντε Χιόστακ διοίκησε με διατάγματα (Ημερήσιες Διατάξεις)[10]. Με την Ημερήσια Διάταξη αριθ. 7 της 7ης Απριλίου 1899 αποφάσισε τη διεύρυνση-επέκταση του νεκροταφείου και την απαγόρευση της εκταφής των νεκρών μετά την παρέλευση τριών χρόνων, όπως συνηθίζεται και μέχρι σήμερα. 

Εικ. 7: Η αναμνηστική πλάκα του 2019.

Με την ίδια διαταγή ανακοινωνόταν στους Ρεθεμνιώτες που το επιθυμούσαν ότι μπορούσαν να αγοράσουν οικογενειακό τάφο. Αυτή η επέκταση φάνηκε χρήσιμη και στους ίδιους τους Ρώσους γιατί, ως ομόδοξος λαός μπόρεσαν να ενταφιάσουν στο ίδιο κοιμητήριο τους νεκρούς που είχαν κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο Ρέθυμνο.
Ο Περίανδρος Επιτροπάκης που έχει κάνει μια εξαντλητική εργασία για τους Ρωσικούς τάφους στο νεκροταφείο Ρεθύμνου[11], αναφέρει ότι έγιναν 54 τάφοι για ισάριθμους Ρώσους νεκρούς στο νοτιοανατολικό τμήμα του νεκροταφείου και παραθέτει κατάλογο με τα ονόματά τους καθώς και άλλες αναλυτικές πληροφορίες. 

Εικ. 8: Φωτογραφία της περιοχής Αμπουχούρι.
 Κάτω δεξιά φαίνεται το δυτικό άκρο του
νεκροταφείου με ελάχιστους τάφους.
Ο μεγάλος αριθμός των νεκρών και μάλιστα σε μια ομάδα νέων υγιών ανθρώπων, όπως είναι οι στρατιώτες, οφειλόταν κυρίως σε λοιμώδεις ασθένειες, όπως κοιλιακό τύφο και ελονοσία. Οι σταυροί των τάφων αρχικά ήταν ξύλινοι και στη συνέχεια αντικαταστάθηκαν με μαρμάρινους (Εικ. 5). Μάλιστα μετά την αποχώρηση των Ρώσων το 1909, υπάρχουν έγγραφα που αποδεικνύουν ότι υπήρξε φροντίδα για τη συντήρηση και φύλαξη των τάφων εκ μέρους του Ρωσικού κράτους, τουλάχιστον μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. 
Εικ. 9: Αεροφωτογραφία του 1940 της
 περιοχής του νεκροταφείου. Δεξιά
εικονίζεται το Πολωνικό νεκροταφείο.

Σήμερα δυστυχώς δεν έχει μείνει κανείς Ρωσικός τάφος εκτός από έναν καλαίσθητο μαρμάρινο σταυρό και μια επίσης μαρμάρινη επιτύμβια στήλη (Εικ. 6). Το 2019 στην μνήμη αυτών των στρατιωτών στήθηκε μαρμάρινη αναμνηστική πλάκα από την τωρινή Ρωσική Κυβέρνηση (Εικ. 7).

Η Μεσαμπελίτισσα τα τελευταία 100 χρόνια

Από την Ένωση και μέχρι τη δεκαετία του 1950 η κατάσταση στο νεκροταφείο του Ρεθύμνου δεν άλλαξε σημαντικά. Η πληθυσμιακή ανάπτυξη της πόλης -παρά την άφιξη των Μικρασιατών προσφύγων- υπήρξε ασήμαντη[12]. Επομένως δεν υπήρχε μεγάλη πίεση στην εξεύρεση τάφων για νέες ταφές. Σε φωτογραφία της δεκαετίας του 1920 εικονίζεται το δυτικό άκρο του νεκροταφείου με ελάχιστους τάφους (Εικ. 8).
Μερικά χρόνια μετά, σε λεπτομέρεια αεροφωτογραφίας του 1940, βλέπουμε ότι η εικόνα του νεκροταφείου είναι ακόμη σχετικά καλή με ελεύθερους χώρους για νέες ταφές (Εικ. 9).

Εικ. 10: Ο ναός της Μεσαμπελίτισσας όπως είναι
σήμερα. 
Βλέπουμε ότι έχει δύο κλίτη, ενώ
στην εικ. 5 έχει ένα
Από τη δεκαετία του 1950 και μετά υπάρχει μια συνεχώς αυξανόμενη πίεση στο νεκροταφείο σαν συνέπεια της αύξησης του πληθυσμού της πόλης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το 1951 οι κάτοικοι της πόλης ήταν μόλις 11.057, το 2001 είχαν σχεδόν τριπλασιαστεί φτάνοντας τους 27.968. Ταυτόχρονα το νεκροταφείο παρέμενε εγκλωβισμένο στα παλαιά του όρια χωρίς να έχει επεκταθεί ούτε κατ' ελάχιστον. Ήταν επομένως φυσικό και αναμενόμενο σταδιακά να χρησιμοποιηθούν για ταφές όλοι οι ελεύθεροι χώροι του νεκροταφείου, καθώς και τάφοι που οι ιδιοκτήτες τους είχαν προ πολλού αποδημήσει και δεν είχαν απογόνους. Ήδη από την δεκαετία του 1970 βρίσκουμε στον τοπικό Τύπο κείμενα διακεκριμένων Ρεθεμνιωτών (Σπύρος Λίτινας, Κώστας Ξεξάκης, Μιχάλης Μύρ. Παπαδάκις, Χριστόφορος Σταυρουλάκης), που διεκτραγωδούν και καυτηριάζουν την κατάσταση, μιλώντας για έλλειψη πολιτισμού και ασέβεια προς τους νεκρούς.
Εικ. 11: Η νοτιοανατολική πλευρά του νεκροταφείου
όπως φαίνεται από τον Τ. Σταυρό. Σ’ αυτό το σημείο
είχαν ταφεί οι Ρώσοι στρατιώτες. 
Σε δεύτερο πλάνο
 η οδός Κριάρη και το Πολωνικό νεκροταφείο.

Έτσι φτάσαμε στη σημερινή απαράδεκτη κατάσταση, που μέχρι την ίδρυση του δημοτικού νεκροταφείου μπορούσε να δικαιολογηθεί κάπως, λόγω της έλλειψης άλλου χώρου ταφής, σήμερα όμως που υπάρχει το δημοτικό νεκροταφείο στα Τρία Μοναστήρια είναι απαράδεκτο να συνεχίζονται οι ταφές στη Μεσαμπελίτισσα. Νομίζω ότι με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη μας, που μας έχει αποδείξει ότι είναι ένας άνθρωπος με ανοιχτό μυαλό, θα πρέπει να ξεκινήσει ένα μακρόπνοο πρόγραμμα αποσυμφόρησης του παλαιού νεκροταφείου με κατάργηση τάφων, ώστε να πάψει να διαιωνίζεται η σημερινή απαράδεκτη κατάσταση που δεν τιμά κανέναν, ούτε την πόλη ούτε τους ανθρώπους της . 
(Δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα, στις 25/5/2021)
Μετά τη δημοσίευση του παρόντος άρθρου διαπίστωσα ότι ο φίλος Χαρίδημος Παπαδάκης έχει δημοσιεύσει εκτενή εργασία για τη Μεσαμπελίτισα στο blog του: https://agonigrammi.wordpress.com/, όπου μπορεί να την αναζητήσει κάθε ενδιαφερόμενος.



[1] Στο σημείο αυτό θέλω να ευχαριστήσω τη φίλη ιστορικό Ασπασία Παπαδάκη, που μου διάβασε και μου μετέφρασε τις δυσανάγνωστες λέξεις.

[2] Γρυντάκης Γιάννης, Zorzi Troilo, Rettimo 1586-1600, Χανιά, Τάλως 2006, πράξεις 39 & 92.

[3] Γρυντάκης Γιάννης, Τζώρτζης Πάντιμος, Πρωτόκολλο 1613-1642, Ρέθυμνο 2011, πράξη 205.

[4] Παπιομύτογλου Γιάννης (Επιμ.), Έγγραφα Ιεροδικείου Ρεθύμνης 17ος-18ος αι., Ρέθυμνο 1995.

[5] Η περιοχή της σημερινής οδού Κριάρη.

[6] Μουζούρι = μονάδα βάρους που χρησιμοποιούνταν στην Κρήτη και αντιστοιχούσε σε 15 οκάδες σιταριού ή 13 οκάδες κριθαριού και κατ' αντιστοιχία μονάδα έκτασης που αντιστοιχούσε στην ποσότητα του καρπού που χρειαζόταν για να σπαρεί ένα χωράφι.

[7] Αναγράφεται 1703 αντί του ορθού 1701.

[8] Στην απογραφή του Ν. Σταυράκη του 1881 αναφέρονται 2444 Χριστιανοί και 6691 Οθωμανοί.

[9] Εφημ. “Παρρησία” Ρεθύμνης φ. 30/12/1888 και 10/1/1889.

[10] Παπιομύτογλου Γιάννης Ζ. (Επιμ.), Ημερήσιες Διατάξεις της Ρωσικής Διοίκησης στο Ρέθυμνο (Οκτώβριος 1898–Ιούλιος 1899), Ρέθυμνο, ΔΚΒΡ, 2007.

[11] Επιτροπάκης Περίανδρος Ι., Ρωσικοί τάφοι στο νεκροταφείο Ρεθύμνου, στο Ρωσική παρουσία στο Ρέθυμνο 1897-1909), Ρέθυμνο, ΙΛΕΡ, 2011, σσ. 512-553.

[12] Το 1913 η πόλη είχε 9.086 κατοίκους και από αυτούς περισσότεροι από τους μισούς ήταν Οθωμανοί, ενώ το 1951 ήταν συνολικά μόνο 11.057.