Κυριακή 23 Απριλίου 2023

ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΕΡΙΒΟΛΙΩΝ

Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου

ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΕΡΙΒΟΛΙΩΝ

Ενόψει της επικείμενης εορτής του Αγίου Γεωργίου σκέφτηκα να γράψω για ένα θαύμα του Αγίου Γεωργίου Περιβολίων, όπως αυτό περιγράφεται στη Ρεθεμνιώτικη εφημερίδα «Δημοκρατία» του 1925 και που λόγω του ενδιαφέροντός του νομίζω ότι αξίζει να το ξαναδούμε και σήμερα, επειδή σχεδόν εκατό χρόνια μετά την πρώτη του δημοσίευση, παραμένει άγνωστο.

Η εφημερίδα και ο εκδότης

Ο λογότυπος του φύλλου της «Δημοκρατίας»
στο οποίο δημοσιεύθηκε το θαύμα
.
Ο Νίκος Κ. Αδρουλιδἀκης (1896-1973) υπήρξε, κατά τη γνώμη μου, από τα πιο φωτεινά και πιο ανήσυχα μυαλά του Ρεθύμνου.  Δικηγόρος, δημοσιογράφος και εκδότης εφημερίδων διέπρεψε σε όλους τους τομείς στους οποίους δραστηριοποιήθηκε. Ιδιαίτερα στον εκδοτικό τομέα εξέδωσε ή διεύθυνε έξι (αριθμός 6!) εφημερίδες με σημαντικότερη τη «Δημοκρατία», η οποία εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1922 και κυκλοφόρησε για μια δεκαετία, δηλαδή μέχρι τον Οκτώβρη του 1932. Όπως ήταν φυσικό η εφημερίδα εξέφραζε τα φρονήματα του εκδότη της, δηλαδή ήταν σφόδρα αντιβασιλική υποστηρίζοντας την αβασίλευτη δημοκρατία που τότε για πρώτη φορά εφαρμοζόταν στην Ελλάδα. Ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτής της εφημερίδας ήταν η υιοθέτηση της δημοτικής γλώσσας, κάτι πρωτοποριακό για μια εποχή που παντού στην Ελλάδα κυριαρχούσε η καθαρεύουσα.

Κατά τη γερμανική κατοχή ο Ν. Ανδρουλιδάκης συνελήφθη και μεταφέρθηκε στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου ευτυχώς και κατόρθωσε να επιβιώσει και να επιστρέψει σώος στο Ρέθυμνο.  Μετά την Κατοχή εξέδωσε για μια διετία (1949-1950) άλλη μια σπουδαία εφημερίδα, την «Πολιτεία», η οποία δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα Αθηναϊκά φύλλα, τόσο ως προς την εμφάνιση όσο και ως προς το περιεχόμενο.

Ο Άγιος Γεώργιος Περιβολίων

Ο Άγιος Γεώργιος είναι ο αγαπημένος ναός των Περβολιανών. Δεσπόζει στον λόφο πάνω από τα Περιβόλια και είναι σαν να αγκαλιάζει και προστατεύει τον οικισμό.

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου σε σκίτσο του
Ηρακλειώτη Γιώργου Λυδάκη, από το βιβλίο
τουΤιμόθεου Βενέρη «Το Αρκάδι διά των αιώνων».

Τα τελευταία χρόνια, με την φροντίδα των πιστών και των ιερωμένων, έχει ανακαινιστεί πλήρως τόσο ο ναός όσο και ο περιβάλλων χώρος.

Η εκκλησία είναι παλαιά και ανάγεται τουλάχιστον στην εποχή της Βενετοκρατίας.  Υπήρξε μοναστήρι με το όνομα Μονή Αγίου Γεωργίου του Χλώρη ή Μυλούρη και ανήκε στη Μονή Αρκαδίου. Στο ταξιδιωτικό βιβλίο του F.W.Sieber «Ταξίδι στην νήσο Κρήτη κατά το έτος 1817», το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά σε μετάφραση του συμπατριώτη μας Γιάννη Βολανάκη, αναφέρονται δύο στοιχεία άγνωστα ως τώρα, τα οποία αφορούν τον ναό του Αγίου Γεωργίου Περιβολίων. Το πρώτο στοιχείο είναι ότι ο Sieber επισκέφθηκε τον ναό την ημέρα της γιορτής του Αγίου Δκαι διαπίστωσε ότι γινόταν πανηγύρι με πλήθος πιστών. 

Ο ναός όπως είναι σήμερα. Διακρίνονται οι τάφοι
των Τεσσάρων Μαρτύρων στον προαύλιο χώρο.
Το δεύτερο στοιχείο που αναφέρει είναι ότι χτύπησε η καμπάνα του ναού για τον εσπερινό, επομένως η απαγόρευση χρήσης καμπάνας στους χριστιανικούς ναούς, που ίσχυε επί Τουρκοκρατίας, δεν ίσχυε για τον Άγιο Γεώργιο Περιβολίων, πράγμα που σημαίνει ότι ίσως του είχε παραχωρηθεί αυτό το προνόμιο, επειδή ήταν μετόχι της Μονής Αρκαδίου που ήταν σταυροπηγιακό μοναστήρι.

Μετά τον μαρτυρικό θάνατο των Τεσσάρων Μαρτύρων του Ρεθύμνου το 1824, τα σκηνώματά τους μεταφέρθηκαν και τάφηκαν έξω από τον ναό του Αγίου Γεωργίου, όπου και σήμερα βρίσκεται το τάφος τους.  Το 1977 το ένα κλίτος του ναού αφιερώθηκε στους Τέσσερις Μάρτυρες.

Το θαύμα

Ας δούμε όμως το θαύμα (όσοι δεν πιστεύουν στα θαύματα ας βάλουν εισαγωγικά στη λέξη), όπως αυτό περιγράφεται στο φύλλο της 31ης Μαΐου 1925 της εφημερίδας «Δημοκρατία» του Νίκου Ανδρουλιδάκη:

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΕΡΙΒΟΛΙΩΝ

Οἱ πιστεύοντες ὅτι πέρασε ἀνεπιστρεπτί ἡ ἐποχή τῶν θαυμάτων, δέν νομίζουν καλῶς. Θαύματα γίνονται ἀκόμη καί σήμερα ἐφ’ ὅσον οἱ Ἅγιοι θελήσουν νά κρατήσουν τό κύρος των παρά τοῖς πιστοῖς. Ἔτσι συνέβη ὅ,τι θά ἀφηγηθῶμεν.

Λεπτομέρεια τοπογραφικού σχεδίου του Ρεθύμνου
του λοχαγού Κων. Παπαθανασίου έτους 1925. 
Διακρίνεται καθαρά το η θέση "Ζολώτα", όπου 
ήταν τοποθετημένο το κουτί με τον οβολό των
πιστών 
για τον Άγιο Γεώργιο. 

Εἰς τά Περιβόλια, τό ὡραῖον προάστειόν μας, ὑπάρχει καί ἱερουργεῖται ὁ Ναός τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Εἶναι ὁ ἀγαπημένος Ἅγιος τῶν Περιβολίων καί ὁ καθεδρικός Ναός, νά ποῦμε, τοῦ προαστείου.

Εἰς τό ἐξοχικόν Κέντρον τοῦ κ. Ζολώτα (σ.σ. Το καφενείο-ταβέρνα του Ζολώτα ήταν στη συμβολή των οδών Μ. Πορτάλιου και Αιγαίου στο κτίσμα που σώζεται μέχρι σήμερα. Επικράτησε ως τοπωνύμιο, όπως βλέπουμε σε χάρτη της ίδιας εποχής) ἕνα κουτάκι, ἀνῆκον εἰς τον Ἁγιον, εἶναι ἐκτεθειμένον εἰς τήν  κοινήν εὐλάβειαν. Ὁ κάθε Χριστιανός περνῶντας ἀπ’ ἐκεῖ ρίχνει τόν ὀβολόν του. Τόν περασμένον Δεκέμβριον, (σ.σ. Βρισκόμαστε στον Μάιο του 1925) ἀνοιγέντος τοῦ χρηματοκιβωτίου τούτου τοῦ Ἁγίου, εὑρέθη μία χρυσή ὀθωμανική λίρα. Δέν ἐγνώσθη ἀπό ποῖον πιστόν προσεφέρθη ἡ λίρα.

Ο οδοντίατρος
Ανδρέας Ν. Βρυσανάκης
.

Ἐκεῖνο ὅμως ποῦ ἔγινε γνωστόν εἶναι ὅτι ἐδέησε νά πωληθῇ ἡ λίρα, διότι ὁ Ἅγιος εἶχεν ἀνάγκην σημερινῶν δραχμῶν διά νά μπαλώσῃ μερικά μπαλώματα. Ἐπωλήθη πράγματι καί ἀπό χειρός εἰς χεῖρα, ἔφθασε μέχρι τοῦ γνωστοῦ Ἀλεξομανώλη
(σ.σ. Μάλλον πρόκειται για τον γνωστό δωσίλογο επί γερμανικής κατοχής), ὅστις τήν ἐνεπιστεύθη εἰς τόν ὀδοντίατρον κ. Ἀνδρέαν Βρυσανάκιν πρός χρύσωσιν τῶν δοντιῶν του.

Ἔτσι ἐξελίσσετο ἡ ὑπόθεσις ὅτε ὁ Ἀλεξομανώλης μιᾷ τῶν ἡμερῶν τοῦ τελευταίου Φεβρουαρίου μετέβη εἰς τόν ὀδοντϊατρόν του, πρός θεραπείαν τῶν ὀδόντων του. Ἀλλ’ ἡ ἔκπληξις του ὑπῆρξε τραγική ὅταν ὁ ίατρός του τόν ἐπληροφόρησεν ὅτι ἡ λίρα ἐξηφανίσθη. Ἦτο φανερά ἡ ἄλλωστε γνωστή εἰλικρίνεια τοῦ ὀδοντϊατροῦ, ὥστε ὁ Ἀλεξομανώλης ν’ ἀρχίσῃ νά σκέπτεται ὅτι ἡ λίρα τυχαίως θά ἐχάθη.

Διαφήμιση του 1909 του οδοντιάτρου Ανδρ. Βρυσανάκη.
Στην τελευταία γραμμή της διαφήμισης αναγράφεται
«Τους απόρους δωρεάν εκάστην Πέμπτην και Σάββατον»,
γεγονός που δείχνει τα φιλάνθρωπα αισθήματα του γιατρού.

Ἀλλ’ ὁ κ. Βρυσανάκις ἐπέμενε νά  ἰσχυρίζεται ὅτι τήν εἶχε ἐναποθέσει εἰς τό πορτοφόλι του, τυλιγμένην σέ χαρτί καί ὅτι ἐκεῖθεν ἦτο ἀδύνατον νά ἐχάνετο, φυσικόν χαμόν.

Τό πρᾶγμα εἶχε σχεδόν λησμονηθῆ, ὅτε, πρό 15 ἡμερῶν, ὁ Ταμίας τῆς Ἐνοριακῆς Ἐπιτροπείας Περιβολίων ἀνοίξας την κασέλαν του, ἐν ᾗ ἐφύλασσε καί το Ταμεῖον τῆς Ἐκκλησίας, εὑρίσκει την γνωστήν ὀθωμανικήν λίραν, τυλιγμένην σέ χαρτί, μεταξύ χαρτονομισμάτων. Τό πρᾶγμα καταντᾶ ἀπίστευτον, ἀλλά καί διά ταῦτα ἀποτελεῖ θαῦμα. Ἐπιμαρτυρῶνται τά ἑξῆς σημεία ἀπό μάρτυρας ἀξιοπίστους, ὥστε νά δυσκολεύεται κανείς νά μή πιστεύσῃ τό θαῦμα:

1ον) Ὁ ἰατρός κ. Βρυσανάκις παρέλαβε καί ἐφύλαξε τήν λίρα καλῶς.

2ον) Ὁ κ. Ἀλεξάκις τήν παρέδωσεν εἰς τον ἰατρόν.

3ον) Ἡ λίρα ἐξηφανίσθη ἐκ τοῦ κ. Βρυσανάκη.

4ον) Εὑρέθη εἰς το Ταμείον τοῦ Ἁγίου, τό ὁποῖον φυλάσσεται εἰς τήν οἰκίαν τοῦ Ἐπιτρόπου.

5ον) Οὐδεμίαν ἄλλην λίραν εἶχε τό Ταμεῖον τοῦ Ἁγίου.

6ον) Ἡ εὑρεθεῖσα λίρα εὑρέθη τυλιγμένη εἰς τό αὐτό χαρτί μέ τό ὁποῖον τήν εἶχε τυλίξει ὁ ἰατρός.

Καί δι’ ὅλ’ αὐτά ὁ κοσμάκις ἀκούει εὐλαβῶς τό θαῦμα, ὁ δέ θαυματουργήσας Ἅγιος ἐπύκνωσε τάς τάξεις τῶν προσκυνητῶν του. Ἡμεῖς τό ἀναφέρομεν ἁπλῶς χωρίς καί νά νομίζωμεν ὅτι δέν θά εὑρεθοῦν καί πολλοί Θωμάδες ἐπιμένοντες νά ἴδουν τόν τύπον τῶν ἥλων!

Το κείμενο είναι ανυπόγραφο, αλλά είναι προφανές ότι είναι του εκδότη της εφημερίδας Νίκου Ανδρουλιδάκη.

(Δημοσιεύθηκε στην εφημ. "Ρέθεμνος", φ. 22/4/2023).

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2023

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΕΝΟΣ «ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ» ΘΗΣΑΥΡΟΥ (Η τρύπα του Νιζάμη)

 Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου

 ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΕΝΟΣ «ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ» ΘΗΣΑΥΡΟΥ

(Η τρύπα του Νιζάμη)

 Με αφορμή το πρόσφατο «Κυνήγι του Κρυμμένου Θησαυρού» στην πόλη μας θυμήθηκα ένα αληθινό κυνήγι ενός «πραγματικού» θησαυρού, που έλαβε χώρα στο Ρέθυμνο, τέτοια εποχή πριν 115 χρόνια και αναστάτωσε όχι μόνο το Ρέθυμνο, αλλά και ολόκληρη την Κρήτη. Αποφάσισα να ψάξω λίγο περισσότερο το θέμα ερευνώντας τον Τύπο της εποχής.

Εφημ. "Αναγέννησις" Ρεθύμνης,
 φ. 13-3-1907
Στο Ρέθυμνο τη στιγμή που συνέβη το γεγονός, κυκλοφορούσε μόνο η εφημερίδα «Αναγέννησις», η οποία στις 13-3-1907, δημοσιεύει σχετικό ρεπορτάζ με τίτλο «Ο θησαυρός του Σακήρ».Για να αντλήσω περισσότερες πληροφορίες κατέφυγα στον Τύπο των δύο γειτονικών μας πόλεων, δηλαδή των Χανίων και του Ηρακλείου. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι το θέμα είχε απασχολήσει σε μεγάλο βαθμό και την κοινή γνώμη των γειτονικών πόλεων.

Εφημ. "Λευκά Όρη" Χανίων, φ. 8-3-1907.
Στα Χανιά η εφημερίδα «Λευκά Όρη» στις 8-3-1907 δημοσιεύει υπό τύπον χρονογραφήματος κείμενο με τον τίτλο «Ο θησαυρός των αγαλμάτων» και στο ίδιο φύλλο τη σχετική είδηση με τίτλο «Ο αρχαιολογικός θησαυρός». Το «Ελεύθερον Βήμα» στις 17-3-1907 δημοσιεύει κείμενο με τίτλο «Οι αρχαιολογικοί θησαυροί του Σακήρ Σουλεϊμάν». Το Χανιώτικο περιοδικό «Κρητικός Αστήρ» τχ. 9 (15-3-1907) δημοσιεύει κείμενο για το θέμα με τίτλο «Ο κεκρυμμένος θησαυρός».

Εφημ. "Ελεύθερον Βήμα"
Χανίων, φ. 17-3-1907.

Στο Ηράκλειο η εφημερίδα «Ίδη» στο φύλλο της 17-3-1907 έχει εκτεταμένη ανταπόκριση από το Ρέθυμνο με τίτλο «Ο θησαυρός της Ρεθύμνης», ενώ στο φύλλο της 31-3-1907 δίνει συνέχεια στο θέμα με δημοσίευμα που φέρει τον τίτλο «Ο Θησαυρός της Ρεθύμνου» (sic).

Πολλά χρόνια αργότερα, το 1944, ο Ρεθεμνιώτης δημοσιογράφος και συγγραφέας Μίνως Ανδρουλιδάκης περιλαμβάνει την ιστορία, ως διήγημα με τίτλο «Η τρύπα του αράπη», στο βιβλίο του «Ιστορίες από την Κρήτη».

Εφημ. "Ίδη" Ηρακλείου, φ. 17-3-1907.

Ο αείμνηστος Γιώργης Εκκεκάκης είχε εντοπίσει το γεγονός και έγραψε γι’ αυτό στην εφημερίδα «Κρητική Επιθεώρηση» στο φύλλο της 15 Μαρτίου 1997 με τίτλο «Μια πραγματική ιστορία με… κυνήγι θησαυρού στο παλιό Ρέθυμνο».

Τέλος τον  Γενάρη του 2002 ο Γιάννης Δογάνης αναδημοσιεύει στην εφημερίδα «Ρέθεμνος» της 8ης Ιανουαρίου 2002 κείμενο του αείμνηστου Κώστα Ξεξάκη με τίτλο «Η τρύπα του Νιζάμη.

Ας δούμε όμως πως έχει η ιστορία με βάση τα δημοσιεύματα που αναφέραμε παραπάνω:

Ο Νιζμης και ό Ρωμιός

Περιοδικό "Κρητικός Αστήρ",
τχ. 9/15-3-1907.

Στις αρχές του 1907 σε ένα καφενείο της Προύσας της Τουρκίας, ένας πρώην Λοχίας του Τουρκικού στρατού, ονόματι Σακήρ Σουλεϊμάν και ένας ντόπιος ελληνικής καταγωγής επιδίδονται σε μαστιχοποσία. Υπό την επήρεια του ποτού και του ναργιλέ ο Τούρκος εκμυστηρεύεται στον Έλληνα κάτι για το οποίο δεν έχει μιλήσει ποτέ στο παρελθόν. Παίρνοντας προφυλάξεις και χαμηλώνοντας τη φωνή του, αποκαλύπτει στον Έλληνα ομοτράπεζό του ότι γνωρίζει, μόνο αυτός, την ύπαρξη ενός μεγάλου θησαυρού στην περιοχή του Ρεθύμνου, όπου πριν πολλά χρόνια είχε υπηρετήσει ως λοχίας (Νιζάμης) του τουρκικού στρατού. Παρουσίασε την ιστορία με τέτοια τέχνη και πειστικότητα, ώστε ο Έλληνας ακροατής του όχι μόνο να την πιστέψει, αλλά να του γίνει εμμονή και πάθος η απόκτηση αυτού του μυθικού θησαυρού.

Εφημ. "Ίδη Ηρακλείου", φ. 31-3-1907.
Δεν σκέφτεται πια τίποτε άλλο παρά πως θα επαναφέρει τον Νιζάμη στην Κρήτη και πως θα εξασφαλίσει τα δικαιώματα και των δύο από το Κρητικό Δημόσιο. Επειδή δεν είναι ευχερές για κείνον να συνοδεύσει τον Νιζάμη στην Κρήτη, τον πείθει να επισκεφτεί τον αδελφό του ιεροψάλτη στον Πειραιά και από κοινού να καταστρώσουν το σχέδιο δράσης. Πράγματι αποφασίζουν να κατέβουν στην Κρήτη και αφού εξασφαλίσουν τα δικαιώματά τους τότε μόνο ο Νιζάμης να προβεί στην υπόδειξη της θέσης του θησαυρού.

Στα Χανιά

Πράγματι κατά τις πρώτες ημέρες του Μαρτίου του 1907 εμφανίστηκε στα Χανιά ένας ηλικιωμένος Οθωμανός, την εικόνα του οποίου περιγράφει παραστατικά Χανιώτικη εφημερίδα της εποχής: 

Ο Νιζάμης Σακήρ Σουλεϊμάν
«…Μία γεροντική φυσιογνωμία χωμένη ες τό πλατύ καί παλαιόν μέλαν παλτόν, φέρουσα ρυθρόν πεπαλαιωμένον φέσιον καλύπτον τό μισυ τν των, μεγάλοι καί ζωηροί φθαλμοί συστρεφόμενοι ντός τν κογχν μετά μεγάλης ε

κολίας…». Ζήτησε με μεγάλη επιμονή να συναντήσει τις Αρχές της Κρητικής Πολιτείας, προκειμένου να ανακοινώσει κάτι πολύ σημαντικό. Μετά από επίμονες οχλήσεις τελικά έγινε δεκτός από εκπρόσωπο της Κρητικής Κυβέρνησης στον οποίο διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία: Πριν από είκοσι περίπου χρόνια, όταν υπηρετούσε ως στρατιώτης του Τουρκικού στρατού στην περιοχή του Ρεθύμνου ανακάλυψε με ένα συνάδελφό του ένα υπόγειο σπήλαιο μέσα στο οποίο υπήρχαν στοές με σειρά αγαλμάτων αριστερά και δεξιά και πολλά χάλκινα αντικείμενα. Με τον συνάδελφό του αποχώρησαν κλείνοντας την είσοδο του σπηλαίου και ορκίστηκαν να μη μιλήσουν σε κανέναν για το θέμα. Μετά από λίγο καιρό ο συνάδελφος του Σακήρ πέθανε, ενώ ο ίδιος αναχώρησε από την Κρήτη μαζί με τον υπόλοιπο Τουρκικό στρατό. Έκτοτε το θέμα δεν ανακινήθηκε. 
Από τυ βιβλίο του Μίνωα Ανδρουλιδάκη
"Ιστορίεςαπό την Κρήτη".
Τώρα ζητούσε 200.000 δραχμές προκειμένου να υποδείξει το μέρος όπου υπήρχε ο θησαυρός. Ο εκπρόσωπος της Κυβέρνησης, που κατά πάσα πιθανότητα ήταν ο Ν.Χ. Φανδρίδης, Σύμβουλος (υπουργός) της Παιδείας και Δικαιοσύνης φαίνεται ότι πείσθηκε από τα λεγόμενα του Σακήρ, όμως αρνήθηκε κατηγορηματικά να του καταβάλει χρήματα προκειμένου να υποδείξει το σημείο του θησαυρού. Όταν ο Σακήρ είδε την κατηγορηματική άρνηση των Αρχών, τελικά πείστηκε να λάβει την αμοιβή που προέβλεπε ο νόμος για αυτές τις περιπτώσεις, εφόσον βρισκόταν ο θησαυρός.

Εφημ. "Κρητική Επιθεώρηση", φ. 15-3-1997.
Έτσι ο Τούρκος Σακήρ μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάν. Βούλγαρη και δύο διερμηνείς, οι οποίοι ήταν απαραίτητοι επειδή ο Τούρκος δεν γνώριζε Ελληνικά, επιβιβάστηκαν στο πλοίο της ακτοπλοΐας για να μεταβούν στο Ρέθυμνο. Παράλληλα η Κυβέρνηση τηλεγράφησε στον Έφορο Αρχαιοτήτων Στέφ. Ξανθουδίδη στο Ηράκλειο να σπεύσει στο Ρέθυμνο προκειμένου να εποπτεύσει των ανασκαφών.

Στο Ρέθυμνο

Η παραπάνω φωτογραφία, καθώς και η επόμενη
είναι από το αρχείο του ΙΛΜΡ και ευχαριστώ την
κ. Αναστασία Πλατυρράχου που μου παραχώρησε
την άδεια να τη δημοσιεύσω.
Έτσι ο Σακήρ την Καθαρή Δευτέρα 5 Μαρτίου 1907 βρίσκεται σε ένα ανάστατο Ρέθυμνο, δεδομένου ότι έχουν μαθευτεί τα διαδραματιζόμενα. Ο πυρετός του προσδοκώμενου θησαυρού έχει καταλάβει τους πάντες. Με αδημονία περιμένουν την άφιξη του Εφόρου Αρχαιοτήτων από το Ηράκλειο, προκειμένου να αρχίσει η επιχείρηση ανεύρεσης του θησαυρού. Μεταξύ του λαού γίνονται διάφορες υποθέσεις για τη θέση του θησαυρού, με άλλους να λένε ότι βρίσκεται στη Φορτέτζα, άλλους στο Αμάρι και άλλους στου Σταυρωμένου. Επιτέλους ο Έφορος, παρά την τρικυμία που επικρατεί αποβιβάζεται στο Ρέθυμνο και όλα πια είναι έτοιμα να ξεκινήσει η επιχείρηση. Ο Σακήρ δήλωσε ότι το μέρος που κρύβεται ο θησαυρός βρίσκεται ανατολικά της πόλης σε απόσταση δυόμιση ωρών.

Την ατμόσφαιρα που επικράτησε στο Ρέθυμνο περιγράφει παραστατικά εφημερίδα της εποχής: « πρωΐα τς Καθαρς Τρίτης ερε το Ρέθυμνον νάστατον. λα τά ζα μισθώθησαν διά τήν πρός τό μέρος τν θησαυρν κστρατείαν. Δέν περιγράφεται φρεντις τις κατέλαβε τούς κατοίκους τς σεμνς πόλεως τς κρας σοβαρότητος. Στηριζόμενοι ες τά φαντάσματα το Νιζάμη πλασαν νειρα θερινς νυκτός ν μέσ χειμνι. φαντάσθησαν πλούτη

Άλλη μια ομάδα θησαυροθήρων στη
Σκαλέτα καθ' οδόν προς Λατζιμά.
μύθητα, μουσεία πρωτότυπα, κίνησιν τμοπλοίων, περιηγητάς, σχέδια πιχειρήσεων καί τόσα λλα. λα δέ τατα ες να παραμύθι το Νιζάμη!».

Ο Σακήρ ζήτησε να συνοδεύσει την εκστρατεία  Ρωσικός στρατός, όμως ο Νομάρχης Ρεθύμνης Γεώργιος Μαρής δεν έκανε το αίτημα δεκτό. Το πρωί της Τρίτης 6 Μαρτίου 1907 ήταν όλα έτοιμα για αρχίσει η επιχείρηση. Πλήθος πεζών και εφίππων είχε κατακλύσει την οδό Τσάρου (Αρκαδου), η οποία ποτέ στο παρελθόν δεν είχε δει τόσο πλήθος και τόσο ενθουσιασμό. Δόθηκε το σύνθημα και όλο αυτό το πλήθος με επικεφαλής τον Νιζάμη, τον Νομάρχη, τον Έφορο Αρχαιοτήτων, και τους Υποπροξένους της Αγγλίας Θ. Τριφύλλη και της Ρωσίας Γ. Χατζηγρηγοράκη, διά της Πύλης της Άμμου ξεκίνησε με κατεύθυνση ανατολικά. Κατά τη διάρκεια της πορείας το πλήθος αυξανόταν συνεχώς με κατοίκους των γύρω χωριών και μετά από δυόμισι ώρες πορεία έφτασαν στο ύψωμα του Λατζιμά όπου και σταμάτησαν.

Οι αγωνιώδεις έρευνες

Εφημ. "Ελεύθερον Βήμα" Χανίων,
φ, 24-3-1907.
Εκεί στη θέση «Γρς ο Δέτης» στην κορυφή του λόφου υπήρχε τουρκικός στρατιωτικός πύργος (κουλές), στον οποίο έφτασε ο Νιζάμης και μετά βάδισε εκατό βήματα νότια του κουλέ, όπου κατά την εκτίμηση και τη μνήμη του έπρεπε να βρίσκεται η φραγμένη είσοδος του σπηλαίου. Ο Νιζμης ψάχνει αγωνιωδώς για την είσοδο του σπηλαίου, όμως ματαίως. Μετά την πάροδο τόσων χρόνων τα πάντα είχαν αλλάξει. Ο τόπος είχε εκχερσωθεί και καλλιεργηθεί. Αναστατωμένος ο Σακήρ ζητά να ανασκάψουν το σημείο, όμως το στόμιο του σπηλαίου δεν βρίσκεται πουθενά. Η αγωνία μετατρέπεται σε απογοήτευση. Μετά από αναζήτηση ωρών ο Νιζάμης παραδέχεται ότι ίσως να μη θυμάται καλά και πολλοί απογοητευμένοι άρχισαν κατά το σούρουπο να επιστρέφουν στην πόλη. Υπήρξαν όμως και αρκετοί, ανάμεσά τους και ο Σακήρ, που δεν έχασαν την πίστη τους ότι θησαυρός υπάρχει και παρέμειναν στο σημείο συνεχίζοντας την έρευνα. Ο Έφορος Αρχαιοτήτων Στέφανος Ξανθουδίδης δήλωσε ότι δεν είναι δυνατόν στο σημείο αυτό να υπάρχουν τέτοια αρχαιολογικά ευρήματα και αναχώρησε για το Ηράκλειο.
Εφημ. "Ρέθεμνος", φ. 8-1-2002.
Η Κυβέρνηση παρόλα αυτά αποφάσισε να συνεχιστεί η έρευνα υπό την επίβλεψη του καθηγητή και εφόρου του Μουσείου Ρεθύμνης Μιχαήλ Πρεβελάκι. Όμως μετά από αρκετές ημέρες το αποτέλεσμα υπήρξε το ίδιο, οπότε η επιχείρηση έληξε και ο Νιζάμης αναχώρησε για την πατρίδα του. Γράφει μια κρητική εφημερίδα πικρόχολα: «Μετά τάς γλυκείας ημέρας τ
ν πόκρεων καί τν Κουλούμων πλθεν πικρά πογοήτευσις τς Μεγάλης Τεσσαρακοστς, δέ Σακήρ Σουλεϊμάν νεχώρησε διά Χανιά κ Καστελλίου Μυλοποτάμου (σ.σ. Πανόρμου), χωρίς μάλιστα, διά τό σκανδάλιστον ς λέγεται, νά διέλθ διά Ρεθύμνης.

Επίλογος

Οι εφημερίδες διακωμώδησαν το θέμα και έψεξαν την Κυβέρνηση που πίστεψε τα λόγια ενός φαντασιόπληκτου. Το όλο θέμα υπήρξε πηγή έμπνευσης για τους καρναβαλιστές του επόμενου καρναβαλιού στο Ρέθυμνο το 1908 και ο ποιητής του Ρεθύμνου Γιώργης Καλομενόπουλος απαθανάτισε το γεγονός με έναν στίχο στο ποίημά του "Πολύ παλιές Απόκριες".

ΠΟΛΥ ΠΑΛΙΕΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Γύρα από τα 1908-1909

Χρόνια παλιά. Καιρούς μακριά

τη ρεθεμνιώτικη Αποκριά

με κέφι πάντα άκρατο

στην πόλη μας τη σκάρωνε

και τέλεια τη μασκάρωνε 

ένα άξιο "Κομιτάτο".

"Χασές", Καούνης, Γοβατζής,

Τίτος Ζακάκης, Δερμιτζής,

Καφάτος, Πενθερούδης,

ο Μανουσάκης κι ο Ααστρινός,

Καλομενόπουλος Γιαννιός,

Κούνουπας και Σκουλούδης.

Εις του Σωτήρχο, επιτροπή,

στέκονταν όλοι χαρωποί

να δώσουν τα βραβεία.

(Στη σάτιρα του λιμανιού, 

του Δημητρού του Κορωνιού

οι γιοί είχαν τα πρωτεία).

Και περασμένα, πάλι αυτοί

οι ίδιοι είχαν βραβευτή

στην "Τρύπα του Νιζάμη".


(Δημοσιεύθηκε στην εφημ. "Ρεθυμνιώτικα Νέα", φ. 1-3-2023).



Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2022

Ο ΑΜΑΡΙΩΤΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΜΑΡΑ ΤΟΥ ΣΙΜΑ

 Γιάννη Ζ. Παπιομύτογλου

 

ΑΡΑΓΕ Θ’ ΑΝΤΕΞΕΙ;

Η γέφυρα του Σίμα και ο Αμαριώτικος δρόμος

 

Η σελίδα τίτλου του βιβλίου
 «Κρητικά» του Ν. Καλομενόπουλου.
Οι δρόμοι από και προς την επαρχία Αμαρίου.

Η επαρχία Αμαρίου είχε ανέκαθεν πρόβλημα οδικής επικοινωνίας με το Ρέθυμνο, την πρωτεύουσα του νομού. Ενώ στις άλλες τρεις επαρχίες υπάρχει σχετικά ομαλή πρόσβαση από και προς το Ρέθυμνο, στην επαρχία Αμαρίου δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, λόγω της ανώμαλης γεωμορφολογίας της περιοχής. Έτσι τα παλιά χρόνια, πριν ακόμη ο τροχός φτάσει στην περιοχή, η επικοινωνία γινόταν πεζή ή με φορτηγά ζώα μέσω των λεγόμενων ημιονικών δρόμων. Μέχρι περίπου το 1930 τρεις ήταν οι διαδρομές μέσω των οποίων μπορούσε κάποιος να πάει από το Ρέθυμνο στην επαρχία Αμαρίου και αντιστρόφως.

Ο Νικόστρατος Καλομενόπουλος στα Κρητικά[1] του το 1894 τις περιγράφει αναλυτικά με παράλληλη περιγραφή του τοπίου και αναφορά των τότε τοποσήμων, άγνωστων σήμερα.

(Μεταγράφω στη δημοτική): Ο δρόμος ξεκινά από την περιτειχισμένη[2] πόλη από την Πύλη της Άμμου και κατευθύνεται ανατολικά, αρχικά αμαξιτός μέχρι τα Περιβόλια, αφού περάσει τη
μεγάλη λιθόχτιστη γέφυρα του Κόρακα
[3]. Αμέσως μετά τα Περιβόλια συνεχίζει ανατολικά, ημιονικός πια, και περνά από την τρίτοξη λιθόχτιστη γέφυρα του Πλατανιά[4] και φτάνει σε χάνι με πηγάδι[5]. Από εκεί στρέφεται ΝΑ και αφού περάσει μικρή λιθόχτιστη γέφυρα εισέρχεται στο χωρίο Άδελε. Από το Άδελε υπάρχουν δύο επιλογές αν ο προορισμός είναι η επαρχία Αμαρίου. Η μια είναι μέσω Πηγής και Μονής Αρκαδίου και η άλλη μέσω Μέσης και Καβουσίου.

Διαδρομή 1: Από την πριν το Άδελε διακλάδωση ο δρόμος προχωρά σε ανώμαλο και δασώδες έδαφος, περνά ανατολικά από το χωριό Αγία Παρασκευή και αφού περάσει την κοίτη του χειμάρρου της Αγίας Τριάδας, αφήνει πίσω του το χωριό Άγιος Δημήτριος και εισέρχεται στο χωριό Πηγή. Μετά την Πηγή και αφού περάσει μονότοξη λιθόχτιστη γέφυρα, εισέρχεται στο χωριό Λούτρα. Μετά την Λούτρα περνά από βαθιά ρεματιά στην οποία υπάρχει ρυάκι. Μετά ο δρόμος διασταυρώνεται με μονοπάτι που προς Β οδηγεί στο Κόκκινο Μετόχι και προς Ν στο χωριό Κυριάννα. Μετά από αρκετή ώρα ο δρόμος φτάνει στο χωριό Αμνάτος, απ’ όπου μέσα από αγρούς κατεβαίνει σε χαράδρα η οποία οδηγεί σε βαθύ φαράγγι. Στο φαράγγι ο δρόμος συναντά κρήνη με άφθονο νερό και μετά 100 βήματα μονότοξη λιθόχτιστη γέφυρα. Από εκεί μετά από απότομη ανάβαση 20 λεπτών φτάνει στην ιστορική Μονή Αρκαδίου. Από τη Μονή ο δρόμος κατευθύνεται νότια και διασχίζοντας πολύ ανώμαλο και υψηλό έδαφος, μετά από 45 λεπτά φτάνει στη θέση «Αρμοί» όπου συναντά τον δρόμο της άλλης διαδρομής, που περιγράφεται κατωτέρω.

Προκήρυξη δημοπρασίας το
 1923 για τον Αμαριώτικο δρόμο
.

Διαδρομή 2: Από την πριν το Άδελε διακλάδωση ο δρόμος προχωρά ανατολικά σε ανώμαλο και δασώδες έδαφος, περνά δυτικά του χωριού Άγιος Δημήτριος και φτάνει μετά από 25 λεπτά στο χωριό Μέση. Μετά την έξοδο από τη Μέση ανεβαίνει τις απότομες και βραχώδεις πλαγιές της Μεσιανής Χαλέπας και φτάνει μετά από 45 λεπτά στη θέση Κουμπές, όπου υπάρχει κουμπές[6] με δεξαμενή ομβρίων υδάτων. Από τη θέση αυτή ο δρόμος φτάνει στο Χάνι του Καβουσιού, το οποίο βρίσκεται μεταξύ των χωριών Πάνω και Κάτω Καβούσι και από εκεί κατεβαίνει στη μικρή κοιλάδα «Ακροβατές» όπου υπάρχει πηγάδι ανάμεσα σε πλατάνια και σε απόσταση 10 λεπτών από το Χάνι του Καβουσιού. Από εκεί ανεβαίνει στην κορυφή του υψώματος «Αρμοί» και μετά κατεβαίνει και συναντά πηγή και μετά από αυτήν τον άλλο δρόμο που έρχεται από το Αρκάδι (Διαδρομή 1).

Ο Καλομενόπουλος περιγράφει και τη διαδρομή από το σημείο συνάντησης των δύο διαδρομών στους «Αρμούς» μέχρι τη Μονή Ασωμάτων ως εξής:

Από το σημείο συνάντησης των δύο δρόμων στους «Αρμούς», ο δρόμος κατεβαίνει με απότομες κλίσεις τις ΝΔ χαράδρες  της Ίδης και μετά 5 λεπτά συναντά «του Τσαούση τη Βρύση». Από εκεί συνεχίζει πάντα κατηφορικά και μετά από 20 λεπτά συναντά βρύση με άφθονο νερό, η οποία ονομάζεται «Της Πέτρας το Νερό» μετά την οποία κατεβαίνει στη μεγάλη κοιλάδα του Αμαρίου και μετά 1 ώρα φτάνει στη μεγάλη και πλούσια Μονή Ασωμάτων.

·         Συνολικός χρόνος της διαδρομής από το Ρέθυμνο μέχρι τη Μονή Ασωμάτων μέσω Αρκαδίου, 6 ώρες και 35 λεπτά.

·         Συνολικός χρόνος της διαδρομής από το Ρέθυμνο μέχρι τη Μονή Ασωμάτων μέσω Καβουσίου, 5 ώρες και 45 λεπτά.

Διαδρομή 3: Η τρίτη διαδρομή που περιγράφει ο Καλομενόπουλος είναι αυτή μέσω Πρασών και της κοιλάδας των Ποταμών:

Δήλωση της εργολήπτριας εταιρίας,
που φαίνεται πως κατακλυζόταν από ερωτήματα.

Ο δρόμος ξεκινά από την περιτειχισμένη πόλη του Ρεθύμνου και κατευθύνεται ανατολικά και αφού περάσει τα Περιβόλια στρίβει προς Ν και μετά από 1,5 ώρα φτάνει στο χωριό Πρασές. Από τον αυχένα που υπάρχει πιο πάνω από το χωριό κατεβαίνει στις δασώδεις χαράδρες των Ποταμών και μετά από 2,5 ώρες φτάνει στο χωριό Αντάνασος (σήμερα Παντάνασσα). Από εκεί ανεβαίνει στο Μερωνιανό όρος και μετά από 1 ώρα και10 λεπτά φτάνει στο χωριό Μέρωνας. Από εκεί σε 40 λεπτά κατεβαίνει στη Μονή Ασωμάτων.

·         Συνολικός χρόνος της διαδρομής από το Ρέθυμνο μέχρι τη Μονή Ασωμάτων μέσω Πρασών, 5 ώρες και 40 λεπτά.

Ο δρόμος προς Αμάρι μέσω Ποταμών

Από την εποχή της Κρητικής Πολιτείας προκρίθηκε ως η καταλληλότερη διαδρομή για την επαρχία Αμαρίου, η διαδρομή μέσω Πρασών και της κοιλάδας των Ποταμών. Έτσι βλέπουμε στον

Διαμαρτυρία των Αμαριωτών
 προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
 που τότε ήταν ο Θεόδωρος Πάγκαλος

προϋπολογισμό της Κρητικής Πολιτείας του έτους 1903 να εγγράφεται πίστωση 10.000 δραχμών «Προς κατασκευήν της οδού από Περιβολίων μέχρι Βολιώνες Αμαρίου»[7]. Το 1905 δημοπρατείται το πρώτο τμήμα του δρόμου Περιβόλια-Πρασές μήκους έξι χιλιομέτρων[8] με προϋπολογισμό 10.000 δρχ. Δεν γνωρίζουμε αν το δημοπρατούμενο τμήμα των πρώτων έξι χιλιομέτρων εκτελέστηκε, επειδή δυο χρόνια αργότερα βλέπουμε να δημοπρατείται το ίδιο τμήμα με τον ίδιο προϋπολογισμό[9]. Το 1910 βλέπουμε να δημοπρατείται ένα μεγαλύτερο τμήμα προϋπολογισμού 30.000 δρχ. Το 1913, χρονιά που η Κρήτη ενώθηκε με την Ελλάδα το τμήμα Περιβόλια-Πρασές δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, αφού στον προϋπολογισμό του 1913 βλέπουμε να εγγράφεται πίστωση 55.000 δρχ. για τμήμα 5 χιλιομέτρων.

Για πάνω από δέκα χρόνια δεν έχουμε καμιά πληροφορία για την τύχη του Αμαριώτικου δρόμου. Η ανώμαλη κατάσταση της εποχής (πόλεμοι, διχασμός, μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή) δεν επιτρέπει την ενασχόληση με ειρηνικά έργα. Φαίνεται όμως ότι ο δρόμος μέχρι τους Ποταμούς χαράχτηκε και διανοίχτηκε σε μήκος 18 χιλιομέτρων, χωρίς όμως να σκυροστρωθεί, όπως προκύπτει από δημοσίευμα του 1923[10]. Στα τέλη του 1923 δημοπρατείται το έργο της σκυρόστρωσης του τμήματος Περιβόλια – Πρασές.

Τον Ιούλιο του 1925 εγκαθίσταται ο εργολάβος του έργου Περιβόλια – Μονή Ασωμάτων, αλλά η έναρξη των εργασιών γίνεται τον Μάρτιο του 1926. Το έργο αναλαμβάνει η εταιρεία «Δερμιτζάκης[11]-Φωτιάδης» και άρχισε να εκτελείται ταυτόχρονα και από τα δύο άκρα με αντίστροφη φορά. Δηλαδή το τμήμα Περιβόλια – Ξαβελόνη[12] και το τμήμα Μονή Ασωμάτων -  Απόστολοι. Και τα δυο αυτά τμήματα περατώθηκαν τον Αύγουστο του 1927 και έμεινε το τμήμα Ξαβελόνη – Απόστολοι, που ήταν και το δυσκολότερο, επειδή απαιτούσε νέα χάραξη σε παρθένο και δύσβατο έδαφος. Μπορούμε να κατανοήσομε τις δυσκολίες ενός τέτοιου έργου αν αναλογιστούμε ότι σχεδόν όλες οι εργασίες γίνονταν χειρωνακτικά από εκατοντάδες εργάτες. Παρόλα αυτά το κομμάτι αυτό τελείωσε σχετικά σύντομα, δηλαδή από την άνοιξη του 1928 μέχρι τον Αύγουστο του 1929.

Αναμνηστική φωτογραφία από τα εγκαίνια του
 Αμαριώτικου δρόμου στη Μονή Ασωμάτων την
 25 Αυγούστου 1929. Με το Νο 17 είναι
 ο Μανώλης Δερμιτζάκης ο μηχανικός-εργολάβος
 που κατασκεύασε τον δρόμο.

Έτσι στις 25 Αυγούστου 1929 έφτασαν για πρώτη φορά αυτοκίνητα στη Μονή Ασωμάτων, όπου την ίδια ημέρα έγιναν τα επίσημα εγκαίνια του δρόμου παρουσία του Γενικού Διοικητή Κρήτης Γεωργίου Κατεχάκη, πολλών επισήμων και πλήθος Αμαριωτών από τα γύρω χωριά, που έβλεπαν το όνειρό τους να γίνεται επιτέλους πραγματικότητα[13].

Ο δρόμος συνεχίστηκε με άλλη εργολαβία προς την Αμπαδιά, δηλαδή για το τμήμα Μονή Ασωμάτων – Λοχρία, αλλά και για άλλα μικρότερα τμήματα προς τα γύρω χωριά.

Βέβαια η κατασκευή αμαξωτού δρόμου προς την επαρχία Αμαρίου ήταν ένα μεγάλο βήμα προς την πρόοδο, όμως μη νομισθεί ότι λύθηκαν όλα τα προβλήματα. Οι αμαξωτοί δρόμοι εκείνης της εποχής ήταν σκυροστρωμένοι, δηλαδή με χαλίκια και χώμα, που στην πρώτη νεροποντή γίνονταν αδιάβατοι. Πέραν αυτού η χάραξη του τμήματος Ποταμοί – Απόστολοι  (παρά την ομορφιά της διαδρομής) ήταν προβληματική με πολλές στροφές. Μέχρι σήμερα έχουν γίνει πολλές σοβαρές προσπάθειες επίλυσης των διαφόρων προβλημάτων και έχουν δημιουργηθεί εναλλακτικοί δρόμοι πρόσβασης στην επαρχία Αμαρίου, όπως από το Αρκάδι και το Σπήλι. Βέβαια η διαδρομή μέσω Ποταμών είναι η ομορφότερη και μάλιστα μετά τη δημιουργία του φράγματος.

Η καμάρα του Σίμα

Λίγο πιο πάνω από τις Πρασές υπάρχει μια φανταστική θέα προς τα ανατολικά με την κοιλάδα των Ποταμών να απλώνεται σε όλο της το μεγαλείο μπροστά στα μάτια όποιου βρεθεί στο σημείο. Όμως η πρόσβαση προς τους Ποταμούς είναι πολύ δύσκολη λόγω της απόκρημνης πλαγιάς που βλέπει ανατολικά. Δυστυχώς ο Ν. Καλομενόπουλος στη διαδρομή 3, που περιγράφεται πιο πάνω, είναι πολύ λακωνικός και δεν μας λέει από πιο σημείο κατέβηκε στις δασώδεις χαράδρες των Ποταμών. Πιθανολογούμε ότι κατέβηκε λίγο πριν το σημείο όπου σήμερα υπάρχει η γέφυρα του Σίμα, επειδή είναι το μόνο σημείο όπου η κατάβαση είναι λίγο πιο εύκολη. Το σημείο είναι το νότιο άκρο του Πρασανού φαραγγιού και ονομάζεται Κακοσκάλι, που σημαίνει δύσκολο πέρασμα.

Εκεί αποφάσισαν οι μηχανικοί της Κρητικής Πολιτείας να κατασκευάσουν γέφυρα για διευκολυνθεί η πρόσβαση προς την κοιλάδα των Ποταμών και το Αμάρι ευρύτερα. Το εγχείρημα ήταν δύσκολο λόγω της μορφολογίας του εδάφους και μάλιστα για τους τότε μηχανικούς το συγκεκριμένο σημείο ήταν τελείως αδύνατον να υποταχθή εις τον τροχόν.

Γενική άποψη της καμάρας του Σίμα.

Τον Μάρτιο του 1912 δημοπρατείται[14] η κατασκευή της γέφυρας με προϋπολογισμό 43.000 δραχμές. Η κατασκευή της γέφυρας πρέπει να άρχισε το ίδιο έτος πάνω σε μελέτη του Λουίτζι Φιγγάρι, του ιταλικής καταγωγής μηχανικού και Γενικού Επιθεωρητή Δημοσίων Έργων της Κρήτης και κατ’ άλλους πάνω σε μελέτη του νομομηχανικού Μιχάλη Σαββάκη. Η κατασκευή πρέπει να κράτησε πάνω από τρία χρόνια, αφού σε δημοσίευμα τοπικής εφημερίδας[15] τον Σεπτέμβρη του 1914 δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, παρ’ ότι πλησιάζει προς την ολοκλήρωσή της. Είναι ένα δείγμα εξαίρετης αρχιτεκτονικής τόσο από αισθητική όσο και από στατική άποψη, αφού έχει συμπληρώσει πάνω από 110 χρόνια ζωής χωρίς ποτέ να παρουσιάσει κάποιο πρόβλημα. Ο Α. Χατζηδάκης και η Ζ. Εύδου[16] την χαρακτηρίζουν μοναδικό παράδειγμα στον νομό για τη μεγαλοπρέπεια, την κομψότητα και το μέγεθός της, η δε Χρ. Τζομπανάκη[17] τη χαρακτηρίζει εξαίρετο έργο των χρόνων της κρητικής αυτονομίας που χαρακτηρίζεται για την εξαιρετική δόμησή της και τις ραδινές αναλογίες της.

Το όνομα

Οδοστρωτήρας εκείνης της εποχής.
Η γέφυρα αναφέρεται και ως γέφυρα των Πρασών ή γέφυρα των Ποταμών, αλλά η πλέον συνηθισμένη ονομασία της είναι: Γέφυρα ή καμάρα του Σίμα. Σίμας ή Σήμας πρέπει να ήταν κάποιος οικιστής της περιοχής πιθανόν της περιόδου της Ενετοκρατίας. Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη ενός μετοχιού στην περιοχή με το όνομα το μετόχι του Σίμα. Το μετόχι αυτό το αγνοούσαμε αφού δεν αναφέρεται στις απογραφές, μέχρι που κυκλοφόρησε το 2007 Το Οθωμανικό κτηματολόγιο του Ρεθύμνου[18], όπου αναφέρεται: Karye-i metoh-i Sima, der kurb-i karye-I Mirtiyo, δηλ. Το χωριό του μετοχιού Σίμα, κοντά στο χωριό Μύρθιος, μάλιστα με 16 ονόματα χριστιανών κατόχων γης . Με δεδομένο ότι το κτηματολόγιο συντάχθηκε το 1670, δηλαδή λίγο μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους, συμπεραίνουμε ασφαλώς ότι το τοπωνύμιο στου Σίμα υπήρχε την περίοδο της Ενετοκρατίας και είναι ένα ακόμη δείγμα της αντοχής των τοπωνυμίων στο χρόνο. Κατά συνέπεια η στενωπός στο νότιο άκρο του Πρασανού φαραγγιού πήρε το όνομά της από το πλησιόχωρο μετόχι του Σίμα και επιβίωσε μέχρι σήμερα μέσω της γέφυρας.

Άραγε θ’ αντέξει;

Είναι καιρός να λύσω την απορία που δημιούργησε ο τίτλος «Άραγε θ’ αντέξει;»  του παρόντος

Η γέφυρα όπως είναι σήμερα.
Είναι εμφανές ότι τα προστατευτικά
 τοιχία χρειάζονται επισκευή.

δημοσιεύματος. Πρόκειται για ένα περιστατικό με ανεκδοτολογικό χαρακτήρα, που μου διηγήθηκε πριν πολλά χρόνια ο αείμνηστος πατέρας μου, που εργάστηκε ως νεαρός εργάτης στα έργα κατασκευής του Αμαριώτικου δρόμου. Πρέπει να ήταν το 1928 ή 1929 και είχε τελειώσει η σκυρόστρωση του τμήματος Περιβόλια – Πρασές. Αφού γινόταν η σκυρόστρωση περνούσε ο οδοστρωτήρας και πατούσε τα υλικά (χώμα και χαλίκια) για να σταθεροποιηθούν. Κάποια στιγμή ο οδοστρωτήρας έφτασε στην καμάρα του Σίμα και έπρεπε να περάσει απέναντι για να συνεχίσει το έργο του. Τότε όμως ανέκυψε το κρίσιμο ερώτημα: Θα αντέξει η γέφυρα το μεγάλο βάρος του οδοστρωτήρα, δεδομένου ότι ποτέ μέχρι τότε δεν είχε «επωμιστεί» τέτοιο βάρος. Άρχισαν οι συζητήσεις και οι ερωτήσεις στους ειδικούς, αλλά κανείς δεν ήθελε να πάρει την ευθύνη. Τότε ενώ διαρκούσαν οι συζητήσεις και το έργο καθυστερούσε ο νεαρός βοηθός του χειριστή του οδοστρωτήρα, χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα ανεβαίνει στο βαρύ μηχάνημα, βάζει μπροστά και, πριν προλάβουν να τον σταματήσουν, περνάει απέναντι! Είναι κρίμα που δεν διασώθηκε το όνομα αυτού του παιδιού, γιατί ήταν ο πρώτος εποχούμενος που πέρασε τη γέφυρα του Σίμα και μάλιστα με βαρύ όχημα. Έκτοτε έχουν περάσει χιλιάδες οχήματα κάθε είδους και κάθε βάρους χωρίς να υπάρξει ποτέ κάποιο πρόβλημα.

(Δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ρέθεμνος της 24/12/2022)

Υ.Γ. Μετά τη δημοσίευση του παρόντος πληροφορήθηκα ότι ο νεαρός που πέρασε τον οδοστρωτήρα απέναντι, ήταν ο Γιώργος Παπουτσής (Παπουτσιδάκης).



[1] Νικόστρατος Θ. Καλομενόπουλος, Κρητικά, εν Αθήναις 1894.

[2] Μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στα 1893 και τα τείχη της πόλης υπήρχαν ακόμη.

[3] Σήμερα δεν φαίνεται ούτε ίχνος της γέφυρας, επιβιώνει όμως το τοπωνύμιο του Κόρακα η καμάρα.

[4] Η γέφυρα είναι του 1582 και σώζεται μέχρι σήμερα.

[5] Το πηγάδι πρέπει να βρισκόταν εκεί που αρχίζει η διακλάδωση για τον Τσεσμέ, ήταν σκεπασμένο με θόλο (κουμπέ) γι’ αυτό ήταν γνωστό ως ο κουμπές του Πλατανιά.

[6] Ο Καλομενόπουλος σημειώνει ότι σε πολλούς από τους κυριότερους δρόμους της Κρήτης υπάρχουν κουμπέδες, οι οποίοι είναι λιθόχτιστα θολωτά στέγαστρα κοντά σε πηγές ή σε πηγάδια, που χτίζονται για τους οδοιπόρους.

[9] Επίσημος Εφημερίς Κρητικής Πολιτείας /Γ/4/26-1-1907.

[10] Εφημ. Δημοκρατία, φ. 23-6-1923 και 25-8-1923.

[11] Ο Εμμανουήλ Δερμιτζάκης ήταν πολιτικός μηχανικός Ρεθεμνιώτικης καταγωγής.

[12] Ξαβελόνη ή Ξωβελόνη ή Ξεβελόνη, τοπωνύμιο λίγο μετά το φράγμα των Ποταμών δεξιά πηγαίνοντας προς Αποστόλους.

[13] Για τα εγκαίνια του Αμαριώτικου δρόμου έχω γράψει στο παρελθόν με λεπτομέρειες για την τελετή στην εφημ. Κρητική Επιθεώρηση, φ. 31-12-2009.

[14] Επίσημος Εφημερίς Κρητικής Πολιτείας/Γ/18/31-3-1912.

[15] Εφημ. Κρητική Επιθεώρησις, φ. 36/19-8-1014.

[16] Αριστόδημος Χατζηδάκης & Ζωή Εύδου, Τα λίθινα γεφύρια του νομού Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2003, σσ. 66-69.

[17] Χρυσούλα Τζομπανάκη, Η αρχιτεκτονική στην Κρήτη, [Ηράκλειο] 2005, τόμ. Α1, σ. 146.

[18] Ευαγγελία Μπαλτά – Mustafa Oğuz, Το Οθωμανικό κτηματολόγιο του Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2007, ΙΝΕ (ΕΙΕ) & ΙΛΕΡ, σ. 137.