Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

ΝΑΥΑΓΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΛΟΙΟΥ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ ΤΟ 1889

ΕΝΑ ΝΑΥΑΓΙΟ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ ΤΟΥ 1889
ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΘΥΣΙΑ ΤΩΝ ΒΑΡΚΑΡΗΔΩΝ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ


Είναι γνωστό ότι το λιμάνι του Ρεθύμνου – ιδιαίτερα τα παλιά χρόνια – δεν ήταν ιδιαίτερα φιλόξενο. Πολλά πλεούμενα που είχαν την ατυχία να τα πιάσει κακοκαιρία στο Ρέθυμνο, βρέθηκαν στην ακτή καρφωμένα στην άμμο. Ο Παντελής Πρεβελάκης γράφει στο «Χρονικό» του πως τέτοια περιστατικά ήταν συχνά στο Ρέθυμνο και μάλιστα περιγράφει ένα απ’ αυτά με τον θαυμάσιο αφηγηματικό του λόγο. Τελευταίο περιστατικό, που το θυμάμαι και εγώ ως μαθητής γυμνασίου, ήταν αυτό του αγγλικού φορτηγού “Albano” προσάραξε στην περιοχή του «Ξενία» στις 29-12-1959.
Εδώ παρουσιάζεται ένα άγνωστο ναυάγιο, όπως αυτό προβάλλει από τις στήλες της Ρεθεμνιώτικης εφημερίδας «ΙΔΗ» της 29ης Μαρτίου του1889. Μέσα από την τραγικότητα του περιστατικού αναδείχνεται ο ηρωισμός και η αυτοθυσία των Ρεθεμνιωτών ναυτικών.
Ήταν απόγευμα μιας από τις τελευταίες μέρες του Μάρτη του 1889, όταν έξω από το μικρό λιμάνι της πόλης μας εμφανίστηκε μια γολέτα[1], η οποία κινδύνευε να καταποντιστεί από τα μαινόμενα τεράστια κύματα, που έσκαζαν με τρομερό θόρυβο στην προκυμαία της πόλης. Μεγάλο πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί στην περιοχή του Γκιουλούμπαση, στον λιμενοβραχίονα του φάρου, στην προκυμαία και στους εξώστες των σπιτιών που βλέπουν σ’ αυτήν, και παρακολουθούσε με συγκίνηση και αγωνία το σκάφος που κινδύνευε. Ο θυελλώδης άνεμος είχε κουρελιάσει τα πανιά του και το έσπρωχνε αμείλικτα προς την ακτή, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι ναυτικοί της πόλης εξοπλισμένοι με οτιδήποτε θεωρούσαν ότι θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο για την αποτροπή του ναυαγίου. Με κραυγές και χειρονομίες προσπαθούσαν να δώσουν οδηγίες στο πλήρωμα του σκάφους για τους χειρισμούς που έπρεπε να κάνει και την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσει προκειμένου να αποφύγει την προσάραξη του σκάφους στην ακτή. Όμως οι προσπάθειες υπήρξαν μάταιες. Το πλοίο παρασύρθηκε από τον άνεμο και τα κύματα στα αβαθή και προσάραξε τσακισμένο σε απόσταση περίπου πενήντα οργιές από την ακτή.
Η νύχτα σιγά-σιγά έπεφτε, η αγωνία του κόσμου κορυφωνόταν, αλλά φυσικά κανείς δεν φαινόταν διατεθειμένος να αγνοήσει τον σχεδόν βέβαιο θάνατο και να σπεύσει για βοήθεια κολυμπώντας μέχρι το πλοίο. Ξαφνικά παρατηρήθηκε κάποια κίνηση πάνω στο πλοίο. Κάποιος από τους επιβαίνοντες αφού αγκάλιασε του συντρόφους του, απομακρύνθηκε από αυτούς και έπεσε στα αφρισμένα κύματα κάτω από τα αγωνιώδη βλέμματα του πλήθους, που παρακολουθούσε τον δύστυχο ναύτη να παλεύει με τα πελώρια κύματα και μια να φαίνεται ψηλά στο κύμα και μια να εξαφανίζεται καταβάλλοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες να φτάσει στην ακτή. Όμως οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν και θα πνιγόταν σίγουρα αν ένας από τους γενναίους βαρκάρηδες του λιμανιού μας, αγνοώντας τον κίνδυνο, δεν έπεφτε στην θάλασσα και με μεγάλη προσπάθεια δεν κατόρθωνε να τον βγάλει σώο στην ακτή. Μετά από λίγο και δεύτερος ναύτης, αφού είδε την ευτυχή κατάληξη της προσπάθειας του πρώτου, έπεσε στη θάλασσα, αλλά παρασύρθηκε από τη δίνη των κυμάτων και χάθηκε από τα μάτια του κόσμου, ενώ το ξύλο το οποίο είχε αγκαλιάσει σφιχτά έφυγε από τα χέρια του. Τώρα δυο ναυτικοί του λιμανιού μας, χωρίς να χάσουν στιγμή έπεσαν στη θάλασσα και παλεύοντας επί πολλή ώρα με τα κύματα κατόρθωσαν να τον σώσουν και αυτόν. Σε λίγο και τρίτος σώθηκε με τον ίδιο τρόπο.
Όμως η νύχτα είχε προχωρήσει και το σκοτάδι είχε πυκνώσει. Σαν σκιές μόλις που διακρίνονταν οι δύο που είχαν απομείνει πάνω στο κουφάρι του πλοίου. Ένας ηλικιωμένος και ένας νεαρός ναύτης, σχεδόν παιδί. Λόγω της ηλικίας τους δίσταζαν να εμπιστευθούν τις δυνάμεις τους και να ακολουθήσουν το παράδειγμα των προηγουμένων. Οι κραυγές αγωνίας και τρόμου των δύο ταλαίπωρων ναυτών μόλις που έφταναν στην ξηρά μέσα από την κόλαση των αφρισμένων κυμάτων και το σφύριγμα του λυσσασμένου αέρα. Το πλήθος τους θεωρούσε πλέον καταδικασμένους. Αλλά η φιλανθρωπία που δεν κάνει φυλετικές και θρησκευτικές διακρίσεις, που οπλίζει την καρδιά με το ακατάβλητο εκείνο θάρρος που αναδεικνύει τους ήρωες, έκανε και πάλι το θαύμα της. Τρεις βαρκάρηδες, δυο Οθωμανοί και ένας Έλληνας, αφού επιβιβάστηκαν σε μια βάρκα έσπευσαν σε βοήθεια των δύο ναυαγών. Ύστερα από μεγάλη και πολύωρη προσπάθεια κατόρθωσαν να φτάσουν στο πλοίο σώοι και να παραλάβουν τους δυο δύστυχους ναύτες σχεδόν μισοπεθαμένους. Η επιστροφή τους όμως ήταν αδύνατη λόγω του αδιαπέραστου σκοταδιού, το οποίο τα βαριά σύννεφα έκαναν ακόμη πυκνότερο. Ευτυχώς στον εξώστη της κατοικίας του Θεόδωρου Τριφύλλη[2] άναψαν βεγγαλικά και μέσα από το κοκκινωπό και αχνό φως τους φάνηκε η κλυδωνιζόμενη βάρκα να προχωρεί αργά αλλά σταθερά προς την αμμώδη παραλία, πάνω στην οποία εκσφενδονίστηκε τελικά από τα κύματα.
Οι ναυαγοί μεταφέρθηκαν στο Δημοτικό Νοσοκομείο για τις πρώτες βοήθειες και η Φιλόπτωχος Εταιρεία τους παρέσχε όλα τα αναγκαία είδη πρώτης ανάγκης.
Για την ιστορία το πλοίο όταν χωρητικότητας 90 τόνων, προερχόταν από Σύρο φορτωμένο με κάρβουνο με προορισμό τα Χανιά. Πλοίαρχος και ιδιοκτήτης του ήταν ο Κεφαλονίτης Ν. Κ. Θωμάς.

Γιάννης Ζ. Παπιομύτογλου

(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Εποχές Ρεθύμνου του 2001).




[1] Είδος ιστιοφόρου πλοίου.
[2] Πρόκειται για το κτίριο του παλαιού δημαρχείου στην οδό Μελιδόνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου